Ο Διονύσης Διονυσίου έχει κερδίσει τη φήμη ενός σοβαρού και αξιόπιστου δημοσιογράφου. Για τον λόγο αυτό αντιμετωπίζω με ιδιαίτερη σοβαρότητα το πρόσφατο ρεπορτάζ του σχετικά με το τι ενδέχεται να ετοιμάζονται να παρουσιάσουν τα Ηνωμένα Έθνη και η κ. Χολγκίν στις δύο πλευρές στην Κύπρο. Αν η περιγραφή του είναι ακριβής, τότε ίσως να οδεύουμε προς ακόμη μία αποτυχημένη προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού, η οποία ενδέχεται επίσης να θέσει σε κίνδυνο σημαντικά επιτεύγματα που κατακτήθηκαν με κόπο μέσα από πολλά χρόνια διαπραγματεύσεων.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η κ. Χολγκίν εργάζεται πάνω σε ένα νέο πλαίσιο διακυβέρνησης και κατανομής εξουσιών. Με κάθε σεβασμό, κάτι τέτοιο δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε ενδεδειγμένο. Οι δύο πλευρές έχουν ήδη διαπραγματευτεί και συμφωνήσει τα ουσιώδη στοιχεία της διακυβέρνησης μέσα από μια κυπριακής ιδιοκτησίας και κυπριακής καθοδήγησης διαδικασία. Ακόμη και στο θέμα της εκ περιτροπής προεδρίας, η διαφωνία δεν αφορούσε ποτέ την ίδια την αρχή, αλλά τη μέθοδο εκλογής. Παρομοίως, οι αρμοδιότητες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης έχουν ήδη συμφωνηθεί σε μεγάλο βαθμό, ενώ το ζήτημα της κυριαρχίας αντιμετωπίστηκε ουσιαστικά στην Κοινή Δήλωση των Ηγετών της 11ης Φεβρουαρίου 2014.
Σε μια περίοδο κατά την οποία και οι δύο σημερινοί ηγέτες έχουν δημόσια εκφράσει την ετοιμότητά τους να σεβαστούν τις μέχρι σήμερα συγκλίσεις, ο ρόλος των Ηνωμένων Εθνών θα έπρεπε να είναι η διαφύλαξη και η αξιοποίηση όσων έχουν ήδη επιτευχθεί και όχι το άνοιγμα εκ νέου συμφωνημένων ζητημάτων ή ο επανασχεδιασμός ρυθμίσεων που διαπραγματεύτηκαν με κόπο οι ίδιες οι πλευρές. Οι προσπάθειες του ΟΗΕ θα ήταν προτιμότερο να επικεντρωθούν στη γεφύρωση των εναπομεινάντων διαφορών αντί στην επαναφορά θεμάτων που έχουν ήδη επιλυθεί.
Αυτό με φέρνει στην ιδέα μιας μεταβατικής περιόδου που θα βασίζεται στα λεγόμενα «μη αναστρέψιμα πρώιμα οφέλη» για τις δύο πλευρές. Ιδιαίτερη έμφαση φαίνεται να δίνεται σε προτάσεις που αφορούν την επιστροφή της Βαρωσίων με αντάλλαγμα απευθείας πτήσεις προς το αεροδρόμιο της Τύμπου και απευθείας εμπόριο μέσω λιμανιών στο βόρειο τμήμα του νησιού. Παρόμοιες πρωτοβουλίες έχουν επιχειρηθεί επανειλημμένα στο παρελθόν. Απέτυχαν για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων οι ανησυχίες περί έμμεσης αναγνώρισης, η απώλεια διαπραγματευτικής ισχύος και οι εσωτερικές πολιτικές ευαισθησίες και στις δύο πλευρές.
Οι πραγματικότητες αυτές δεν έχουν εξαφανιστεί. Ως εκ τούτου, είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς γιατί θα πρέπει να επενδυθούν επιπλέον χρόνος και ενέργεια σε προσεγγίσεις που έχουν αποδειχθεί σταθερά ανεφάρμοστες. Πράγματι, η εμπειρία του παρελθόντος δείχνει ότι η συμφωνία επί αμοιβαία αποδεκτών όρων για τέτοιες ενδιάμεσες ρυθμίσεις είναι συχνά δυσκολότερη από την επίλυση των εναπομεινάντων βασικών ζητημάτων που περιλαμβάνονται στο Πλαίσιο Γκουτέρες.
Είναι επίσης σημαντικό να θυμόμαστε ότι το εδαφικό αποτελεί ένα από τα έξι βασικά κεφάλαια των διαπραγματεύσεων και όχι τυχαία. Όπως σωστά επισημαίνει ο Διονυσίου, οι εδαφικές αναπροσαρμογές και η πολιτική ισότητα αποτελούσαν πάντοτε μέρος της θεμελιώδους ισορροπίας αμοιβαίων παραχωρήσεων σε μια συνολική διευθέτηση. Η υπόθεση ότι η υποστήριξη των Ελληνοκυπρίων σε μια τελική συμφωνία θα αυξανόταν εάν οι εδαφικές παραχωρήσεις δίνονταν εκ των προτέρων, πριν από συμφωνία για τη διαμοίραση της εξουσίας και την πολιτική ισότητα, είναι στην καλύτερη περίπτωση αισιόδοξη. Μπορεί κανείς μόνο να ελπίζει ότι όσοι διαμορφώνουν σήμερα την επόμενη φάση της διαδικασίας διαθέτουν μια πιο ρεαλιστική αντίληψη των πολιτικών δυναμικών που βρίσκονται σε εξέλιξη.
Ας υποθέσουμε όμως, χάριν συζήτησης, ότι όλα αυτά τα μέτρα εφαρμόζονται με επιτυχία, συμπεριλαμβανομένων και των προτεινόμενων νέων ρυθμίσεων διακυβέρνησης. Τι ακολουθεί στη συνέχεια; Δεν θα πρέπει και πάλι οι πλευρές να υποβάλουν μια συνολική συμφωνία σε χωριστά δημοψηφίσματα; Και τι θα συμβεί αν, παρά τα πρώιμα οφέλη και τις αναθεωρημένες πρόνοιες διακυβέρνησης, οι Ελληνοκύπριοι ψηφοφόροι απορρίψουν εκ νέου τη συμφωνία;
Θα αναμένεται τότε από τους Τουρκοκύπριους να προβούν σε περαιτέρω εδαφικές παραχωρήσεις και να αποδεχθούν μια πιο περιορισμένη ερμηνεία της πολιτικής ισότητας προκειμένου να εξασφαλιστούν δύο θετικές ψήφοι; Πού θα τελείωνε μια τέτοια διαδικασία; Και σε ποιο σημείο θα αναγνωριζόταν ότι το εμπόδιο βρίσκεται αλλού;
Όπως έχω επανειλημμένα υποστηρίξει προς διεθνείς συνομιλητές, συμπεριλαμβανομένης της κ. Χολγκίν, η βασική πρόκληση σήμερα δεν αφορά την ουσία της λύσης αλλά τη δομή της ίδιας της διαπραγματευτικής διαδικασίας. Αυτό που εμποδίζει τις πλευρές να περάσουν τη γραμμή του τερματισμού δεν είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Αντίθετα, είναι η απουσία ενός σαφώς καθορισμένου χρονοδιαγράμματος, η έλλειψη αποτελεσματικών μηχανισμών διαιτησίας και η απουσία ουσιαστικών συνεπειών σε περίπτωση απόρριψης μιας συμφωνίας στο τελικό στάδιο.
Ήρθε, λοιπόν, η ώρα τα Ηνωμένα Έθνη να προχωρήσουν πέρα από προσεγγίσεις που απλώς διευκολύνουν όσους δεν διαθέτουν την πολιτική βούληση να καταλήξουν σε συμφωνία. Η έμφαση θα πρέπει να δοθεί στη διαμόρφωση μιας διαδικασίας που να ενθαρρύνει την ουσιαστική εμπλοκή, τη λογοδοσία και τη λήψη αποφάσεων από όλες τις πλευρές. Μόνο τότε θα υπάρξει ρεαλιστική προοπτική επίτευξης της συνολικής διευθέτησης που διαφεύγει από την Κύπρο εδώ και πάρα πολύ καιρό.







