Του Δρος Κυριάκου Α. Κενεβέζου
Υπάρχει ένας τρόπος να αντιλαμβάνεσαι την πολιτική και ένας τρόπος να την επικοινωνείς.
Το πρώτο απαιτεί χρόνο, σχέδιο, αποφάσεις, κόστος, αποτέλεσμα. Το δεύτερο απαιτεί κυρίως ταχύτητα, εικόνα και σωστή στιγμή.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν το δεύτερο αποκτά προτεραιότητα έναντι του πρώτου.
Και ίσως αυτό είναι ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα που θα πρέπει να μας απασχολήσουν όσο πλησιάζουμε προς τον Φεβρουάριο του 2028.
Όχι επειδή «άρχισε η προεκλογική περίοδος». Θα ήταν υπερβολή να το υποστηρίξουμε με απόλυτο τροπο.
Αλλά επειδή όσο μειώνεται ο πολιτικός χρόνος μιας κυβέρνησης, αυξάνεται φυσιολογικά η ανάγκη να παρουσιάσει έργο, αποτελέσματα και μια συνολική εικόνα της διακυβέρνησής της.
Εκεί ακριβώς χρειάζεται προσοχή.
Γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να προηγείται η εικόνα του αποτελέσματος. Η ανακοίνωση της εφαρμογής. Ο τίτλος της ουσίας. Η πολιτική επικοινωνία της ίδιας της πολιτικής.
Το είδαμε χαρακτηριστικά τις τελευταίες ημέρες στο συνταξιοδοτικό.
Ξυπνήσαμε ένα πρωί με την είδηση ότι οι συντάξεις αυξάνονται. Η λέξη «αύξηση», όταν αφορά συνταξιούχους, έχει τεράστιο κοινωνικό βάρος. Όταν όμως άρχισε να ξεδιπλώνεται το περιεχόμενο της μεταρρύθμισης, η εικόνα έγινε πολύ πιο σύνθετη. Αναδείχθηκαν ερωτήματα για τη χρηματοδότηση, το κόστος και τη μακροχρόνια βιωσιμότητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αυξήσεις δεν υπάρχουν.
Σημαίνει ότι η πολιτική δεν είναι ο τίτλος της ανακοίνωσης.
Η πολιτική είναι και όσα ακολουθούν.
Ποιος κερδίζει; Πόσο; Για πόσο; Ποιος πληρώνει; Πώς χρηματοδοτείται; Τι γίνεται με την επόμενη γενιά; Ποια είναι η επίπτωση στα δημόσια οικονομικά; Αυτές είναι οι ερωτήσεις της πολιτικής.
Ο τίτλος «αυξάνονται οι συντάξεις» είναι η επικοινωνία της πολιτικής. Το ίδιο μοτίβο το βλέπουμε στην ενέργεια. Εδώ και χρόνια ακούμε για ενεργειακή επάρκεια, αύξηση της παραγωγής, αποθήκευση και παρεμβάσεις που θα οδηγήσουν σε φθηνότερο ηλεκτρισμό. Ο Πρόεδρος δεν έχει παραλείψει να αναδεικνύει την ενέργεια ως κορυφαία προτεραιότητα.
Μόνο που ο πολίτης δεν πληρώνει ρητορική. Πληρώνει τον λογαριασμό του.
Και ο λογαριασμός παραμένει το μεγάλο τεστ. Μέσα στο 2026 είχαμε προβλήματα παραγωγής και πίεση στο ηλεκτρικό σύστημα. Και τώρα ένα ακόμα μεγάλο blackout επανέφερε με τον πιο σκληρό τρόπο το ερώτημα της επάρκειας και της ανθεκτικότητας.
Δεν μπορείς να ζητάς από τον πολίτη να αξιολογήσει την ενεργειακή πολιτική από τις ανακοινώσεις.
Θα την αξιολογήσει από το ρεύμα που πληρώνει και από το αν έχει ρεύμα. Αυτό είναι το πραγματικό τεστ. Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση.
Μια κυβέρνηση μπορεί να παράγει καθημερινά εικόνα κινητικότητας. Να ανακοινώνει μέτρα, να παρουσιάζει σχέδια, να εξαγγέλλει μεταρρυθμίσεις, να δημιουργεί διαρκώς την αίσθηση ότι κάτι μεγάλο βρίσκεται σε εξέλιξη.
Όλα αυτά μπορεί να είναι πραγματικά. Αλλά η πολιτική δεν κρίνεται από το πλήθος των ανακοινώσεων.
Κρίνεται από το πόσες μετατράπηκαν σε πραγματική αλλαγή.
Και ο κρατικός μηχανισμός δεν είναι επικοινωνιακός μηχανισμός.
Τα υπουργεία δεν υπάρχουν για να παράγουν πολιτικό περιεχόμενο. Οι δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι προεκλογικά γραφεία. Όπως βέβαια ούτε και οι δημόσιοι λειτουργοί.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να αξιολογείται από την ικανότητά της να δημιουργεί την αίσθηση του έργου, αλλά από το ίδιο το έργο.
Ακόμη περισσότερο όταν η επικοινωνιακή εικόνα αρχίζει να ενισχύεται από φυσικά πρόσωπα που βρίσκονται έξω από την επίσημη κυβερνητική δομή.
Δεν αναφέρομαι σε ανθρώπους που απλώς στηρίζουν την κυβέρνηση. Αυτό είναι απολύτως θεμιτό.
Αναφέρομαι στη δημιουργία ενός ευρύτερου επικοινωνιακού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο η κυβερνητική αφήγηση αναπαράγεται, ενισχύεται και επιστρέφει στην κοινωνία ως δήθεν αυθόρμητη πολιτική επιβεβαίωση.
Ένας γράφει. Ένας άλλος σχολιάζει. Ένας τρίτος «αναλύει». Ένας τέταρτος υπερασπίζεται. Και ξαφνικά η κυβερνητική αφήγηση δεν μοιάζει πλέον με κυβερνητική αφήγηση.
Μοιάζει με κοινωνική πραγματικότητα.
Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
Γιατί η Δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν κάποιος αποκρύπτει την αλήθεια. Απειλείται και όταν η εικόνα γίνεται τόσο ισχυρή ώστε να καθιστά δυσκολότερη την αναζήτηση της αλήθειας.
Και όσο πλησιάζει το 2028, αυτός ο πειρασμός θα μεγαλώνει.
Οι εκκρεμότητες θα πρέπει να κλείσουν. Οι μεταρρυθμίσεις να αποκτήσουν μετρήσιμο αποτέλεσμα. Οι εξαγγελίες να μετατραπούν σε απολογισμό.
Και τότε θα υπάρχει ο πειρασμός να παρουσιαστεί ως ολοκληρωμένο αυτό που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, ως αποτέλεσμα αυτό που είναι ακόμη εξαγγελία και ως επιτυχία αυτό που χρειάζεται ακόμη να κριθεί.
Να παρουσιαστεί, τελικά, η συσσώρευση των ανακοινώσεων ως συσσώρευση έργου.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η επικοινωνία μπορεί πραγματικά να συνθλίψει την ουσία.
Γιατί η ουσία έχει ένα μεγάλο μειονέκτημα.
Δεν είναι γρήγορη. Δεν χωρά πάντα σε έναν τίτλο. Δεν φωτογραφίζεται εύκολα. Δεν γίνεται πάντα ανάρτηση.
Η ουσία θέλει χρόνο, αριθμούς και αποτελέσματα.
Και κυρίως, θέλει να αντέχει όταν ο πολίτης ανοίγει τον λογαριασμό του, όταν ανάβει το φως, όταν περιμένει στο νοσοκομείο, όταν αναζητά σπίτι, όταν παίρνει τη σύνταξή του.
Εκεί τελειώνει η επικοινωνία. Και αρχίζει η πολιτική.
Αυτό θα πρέπει να θυμόμαστε μέχρι το 2028.
Γιατί όσο πλησιάζουμε θα ακούμε περισσότερα.
Το ζητούμενο δεν είναι να ακούμε λιγότερα.
Είναι να μπορούμε να ξεχωρίζουμε τι είναι πολιτική και τι είναι η εικόνα της πολιτικής.
Γιατί στο τέλος, όσο καλή κι αν είναι η επικοινωνία, έρχεται πάντα η στιγμή του λογαριασμού.
Και τότε δεν επιλέγουμε την ανακοίνωση.
Επιλέγουμε την πραγματικότητα.






