Υπάρχουν κρίσεις που αρχίζουν με μια έκρηξη και κρίσεις που αποκαλύπτονται σταδιακά, μέσα στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, στους λογαριασμούς του ηλεκτρικού, στο κόστος των μεταφορών και στις τιμές των προϊόντων. Η νέα ενεργειακή κρίση της Ευρώπης ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν έχει ακόμη το δραματικό αποτύπωμα του 2022, όταν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία προκάλεσε ενεργειακό σεισμό, αλλά διαθέτει ένα χαρακτηριστικό που ενδέχεται να αποδειχθεί ακόμη πιο σημαντικό, που είναι το ότι μάλλον η Ευρώπη δεν έλυσε το πρόβλημα της ενεργειακής της ευπάθειας. Απλώς άλλαξε τη μορφή της.
Η εικόνα είναι πλέον σαφής. Οι ευρωπαϊκές αποθήκες φυσικού αερίου εισέρχονται στην κρίσιμη περίοδο πριν από τον χειμώνα, με επίπεδα αισθητά χαμηλότερα από τον συνήθη στόχο και από τα επίπεδα προηγούμενων ετών. Την ίδια στιγμή, η διακοπή ή ο περιορισμός των ροών LNG από την περιοχή του Περσικού Κόλπου, εξαιτίας της κρίσης γύρω από τα Στενά του Ορμούζ και της διαταραχής των εξαγωγών του Κατάρ, έχει σφίξει δραματικά την παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου. Δεν πρόκειται, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, για επανάληψη του 2022.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος ασφάλειας εφοδιασμού και ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε σαφώς καλύτερη θέση από ό,τι πριν από τέσσερα χρόνια, χάρη στη διαφοροποίηση των προμηθειών, στην αυξημένη δυνατότητα εισαγωγής LNG και στη μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου. Όμως η απουσία άμεσου κινδύνου έλλειψης δεν σημαίνει απουσία κρίσης. Μπορεί να σημαίνει κάτι εξίσου επώδυνο, που είναι ενέργεια διαθέσιμη, αλλά ακριβότερη. Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Από Ρωσία σε παγκόσμιο ανταγωνισμό
Η Ευρώπη έκανε τα τελευταία χρόνια μια ιστορική επιλογή. Περιόρισε δραστικά την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο και αντικατέστησε τις ρωσικές ροές με LNG, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους διεθνείς προμηθευτές. Η επιλογή αυτή ενίσχυσε την ενεργειακή ασφάλεια υπό την έννοια της διαφοροποίησης. Δεν δημιούργησε όμως ενεργειακή ανεξαρτησία. Η διαφορά είναι τεράστια. Ο αγωγός δημιουργεί μια συγκεκριμένη γεωπολιτική εξάρτηση. Το LNG δημιουργεί μια παγκόσμια εμπορική εξάρτηση. Όταν η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερα φορτία, ανταγωνίζεται την Ασία. Όταν κλείνει ένας κρίσιμος θαλάσσιος διάδρομος, το πρόβλημα μεταφέρεται από τη γεωπολιτική στην εφοδιαστική αλυσίδα. Και όταν ένας μεγάλος παραγωγός, όπως το Κατάρ, περιορίζει τις εξαγωγές του, ολόκληρη η παγκόσμια αγορά αντιδρά. Η Ευρώπη, δηλαδή, δεν απελευθερώθηκε από την ενεργειακή γεωπολιτική. Μετακινήθηκε βαθύτερα μέσα σε αυτήν.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ενέργειας είχε ήδη προειδοποιήσει, πριν από τη σημερινή γεωπολιτική επιδείνωση, ότι οι ευρωπαϊκές τιμές ενέργειας παραμένουν διαρθρωτικά υψηλότερες από τις αντίστοιχες στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η μεγάλη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών έχει αυξήσει την ανάγκη για αποθήκευση, ευελιξία και ισχυρότερα διασυνδεδεμένα δίκτυα. Η σημερινή κρίση έρχεται, επομένως, να φωτίσει μια ήδη υπάρχουσα αδυναμία.
Η κοινωνία πληρώνει
Η ενέργεια δεν είναι ένα ακόμη εμπόρευμα. Είναι η αόρατη υποδομή πάνω στην οποία στηρίζεται η καθημερινή ζωή. Όταν αυξάνεται η τιμή της, αυξάνεται το κόστος σχεδόν όλων των άλλων: μεταφοράς, παραγωγής, τροφίμων, βιομηχανικών προϊόντων, υπηρεσιών. Γι’ αυτό η ενεργειακή κρίση είναι κατ’ εξοχήν κρίση με κοινωνιολογικό αποτύπωμα. Δεν πληρώνουν όλοι το ίδιο. Για μια εύπορη οικογένεια, μια αύξηση του λογαριασμού ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να αποτελεί ενόχληση. Για ένα χαμηλόμισθο νοικοκυριό μπορεί να σημαίνει λιγότερα τρόφιμα, λιγότερη θέρμανση, λιγότερη μετακίνηση ή καθυστέρηση άλλων υποχρεώσεων.
Η ενεργειακή φτώχεια, συνεπώς, δεν είναι απλώς πρόβλημα ενεργειακής πολιτικής. Είναι μηχανισμός αναπαραγωγής κοινωνικής ανισότητας. Και εδώ εμφανίζεται μια νέα ταξική διάσταση. Ο πολίτης που μπορεί να επενδύσει σε φωτοβολταϊκά, μπαταρία, αντλία θερμότητας, ενεργειακή αναβάθμιση της κατοικίας και ηλεκτρικό αυτοκίνητο αποκτά σταδιακά μεγαλύτερη προστασία από τις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις. Εκείνος που κατοικεί σε παλιό κτήριο, δεν διαθέτει κεφάλαιο για ανακαίνιση και αναβάθμηση και εξαρτάται αποκλειστικά από το δίκτυο, παραμένει εκτεθειμένος. Ως εκ τούτου, η πράσινη μετάβαση κινδυνεύει να δημιουργήσει το παράδοξο, να μειώνει, δηλαδή, το περιβαλλοντικό χάσμα, αλλά να διευρύνει, αν δεν σχεδιαστεί κοινωνικά, το οικονομικό χάσμα.
Ανθρωπολογία της κατανάλωσης
Υπάρχει, όμως, και κάτι βαθύτερο. Για δεκαετίες, ο Ευρωπαίος έζησε σε μια κοινωνία ενεργειακής αφθονίας. Το κλιματιστικό, η θέρμανση, το αυτοκίνητο, οι ηλεκτρονικές συσκευές, ο φωτισμός, ακόμη και η αδιάλειπτη λειτουργία των ψηφιακών υποδομών θεωρήθηκαν αυτονόητα στοιχεία της καθημερινότητας. Η κρίση ανατρέπει αυτή την πολιτισμική βεβαιότητα. Η ενέργεια επιστρέφει στη συνείδηση ως περιορισμένος πόρος. Η θερμοκρασία του κλιματιστικού αποκτά οικονομικό περιεχόμενο. Η ώρα λειτουργίας μιας συσκευής γίνεται ζήτημα κόστους. Η επιλογή αυτοκινήτου αποκτά ενεργειακή διάσταση. Το σπίτι αξιολογείται όχι μόνο ως κατοικία αλλά και ως ενεργειακή μονάδα. Πρόκειται για ανθρωπολογική μεταβολή.
Η κοινωνία της αφθονίας μετατρέπεται σταδιακά σε κοινωνία διαχείρισης. Ο πολίτης καλείται να μετρά, να εξοικονομεί, να προγραμματίζει και να αυτοπεριορίζεται. Το ερώτημα είναι εάν αυτή η μετάβαση θα βιωθεί ως υπεύθυνη προσαρμογή ή ως υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου. Η απάντηση δεν θα είναι ίδια για όλους. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η πολιτική και κοινωνική δυσκολία.
Πράσινη μετάβαση στο εδώλιο
Το μεγαλύτερο, ίσως, ευρωπαϊκό παράδοξο είναι ότι η σημερινή κρίση εκδηλώνεται την ώρα που η Ευρώπη έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στις ανανεώσιμες πηγές. Παράλληλα, όμως, οι ημερήσιες διακυμάνσεις των χονδρικών τιμών ηλεκτρισμού είναι περίπου πενταπλάσιες σε σχέση με το 2020. Αυτό, φυσικά, δεν αποτελεί επιχείρημα εναντίον των ΑΠΕ. Αποτελεί επιχείρημα υπέρ μιας πολύ πιο ώριμης ενεργειακής μετάβασης.
Το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο πόση πράσινη ενέργεια παράγεται. Είναι πότε παράγεται, πού παράγεται, πώς αποθηκεύεται και πώς μεταφέρεται. Είναι η ικανότητα των δικτύων να απορροφούν τεράστιες ποσότητες μεταβλητής παραγωγής. Είναι οι διασυνδέσεις. Είναι οι μπαταρίες. Είναι η διαχείριση της ζήτησης. Είναι, τέλος, το ερώτημα του ρόλου που θα εξακολουθήσει να έχει το φυσικό αέριο ως εφεδρική πηγή ηλεκτροπαραγωγής. Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να είναι σύνθημα. Πρέπει να είναι σύστημα.
Ευρωπαϊκό έλλειμμα στρατηγικής
Η σημερινή κρίση αποκαλύπτει και ένα βαθύτερο πρόβλημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η Ευρώπη διαθέτει κοινή αγορά ενέργειας, αλλά όχι ακόμη πλήρως κοινή ενεργειακή στρατηγική. Τα κράτη-μέλη διατηρούν διαφορετικά ενεργειακά μείγματα, διαφορετικές υποδομές, διαφορετικές δημοσιονομικές δυνατότητες και διαφορετικό βαθμό έκθεσης. Η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ολλανδία ή τα κράτη της Κεντρικής Ευρώπης δεν αντιμετωπίζουν ακριβώς το ίδιο πρόβλημα. Η Γερμανία, για παράδειγμα, βρίσκεται ιδιαίτερα εκτεθειμένη λόγω των χαμηλών αποθεμάτων της και της σημασίας της ως ενεργειακού κόμβου για γειτονικές χώρες. Αυτό σημαίνει ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο.
Χρειάζεται ευρωπαϊκή υποδομή, κοινή αποθήκευση, ισχυρότερες διασυνδέσεις, διαφοροποίηση προμηθευτών και, κυρίως, μια πολιτική που να συνδέει την ενεργειακή ασφάλεια με την κοινωνική προστασία και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Διότι υπάρχει και μια λιγότερο ορατή συνέπεια. Η Ευρώπη ανταγωνίζεται διεθνώς επιχειρήσεις που συχνά πληρώνουν πολύ φθηνότερη ενέργεια. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ενέργειας επισημαίνει ακριβώς αυτή τη διαρθρωτική διαφορά κόστους σε σχέση με τις ΗΠΑ.
Κρίση της εμπιστοσύνης
Στο τέλος, όμως, η ενεργειακή κρίση θα κριθεί όχι μόνο στις αγορές αλλά και στην κοινωνία. Όταν ο πολίτης βλέπει την τιμή της βενζίνης, του ηλεκτρικού ρεύματος και των προϊόντων να αυξάνεται, δεν ενδιαφέρεται για την πολυπλοκότητα των διεθνών αγορών LNG. Θέλει να γνωρίζει αν το κράτος έχει σχέδιο, αν η επιβάρυνση κατανέμεται δίκαια και αν οι θυσίες οδηγούν σ’ ένα καλύτερο ενεργειακό σύστημα. Αυτό είναι το πραγματικό τεστ της Ευρώπης.
Η ενεργειακή ασφάλεια δεν είναι μόνο να υπάρχει φυσικό αέριο στις αποθήκες. Είναι να μπορεί ο πολίτης να πληρώσει τον λογαριασμό. Δεν είναι μόνο να εγκαθίστανται εκατομμύρια φωτοβολταϊκά. Είναι να μπορεί και το χαμηλότερο εισόδημα να συμμετέχει στην ενεργειακή μετάβαση. Δεν είναι μόνο να μειώνονται οι εκπομπές. Είναι να διατηρείται η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα. Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σ’ ένα ιστορικό σταυροδρόμι. Η σημερινή αναστάτωση δεν σημαίνει ότι απέτυχε η ενεργειακή μετάβαση. Αποδεικνύει, όμως, ότι η μετάβαση δεν μπορεί να στηρίζεται στην υπόθεση πως οι γεωπολιτικές κρίσεις θα σταματήσουν, οι θάλασσες θα παραμένουν ανοικτές, ο άνεμος θα φυσά όταν χρειάζεται και οι διεθνείς αγορές θα παρέχουν πάντοτε φθηνό καύσιμο.
Συμπερασματικά, η Ευρώπη πρέπει να αποκτήσει αυτό που μέχρι σήμερα της έλειψε. Και τούτο είναι ενεργειακή ανθεκτικότητα. Και αυτή δεν μετριέται μόνο σε μεγαβάτ, κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ή φορτία LNG. Μετριέται στην ικανότητα μιας κοινωνίας να αντέχει μια διεθνή κρίση χωρίς να μετατρέπει την ενεργειακή ανασφάλεια σε κοινωνική ανασφάλεια. Γιατί το πραγματικό ερώτημα του φετινού χειμώνα δεν είναι αν θα υπάρχει ενέργεια. Είναι ποιος θα μπορεί να την πληρώσει.
* Πανεπιστημιακού-ανθρωπολόγου, πρώην πρύτανη.






