Πριν μερικές μέρες, σε μια παιδική χαρά. Μια παρέα μαθητών γυμνασίου είχε βάλει φωτιά σε ένα χάρτινο ποτήρι. Το είχαν ακουμπήσει πάνω σε ξύλινο παγκάκι και το κοιτούσαν να καίγεται. Με απάθεια. Παιδιά δεκατριών, δεκατεσσάρων χρόνων. Έτσι, για παιγνίδι, για το χάζι. Θύμωσα. Ίσως γιατί αυτό το πάρκο το έχω δει να ρημάζεται ξανά και ξανά. Τρεις φορές μέσα σε λίγους μήνες. Παιχνίδια ξηλωμένα, πλαστικό δάπεδο καμένο και διαλυμένο. Ο δήμος το φτιάχνει, κάποιοι το ξανασπάνε. Και πριν από λίγες μέρες, σε άλλη γειτονιά, σε άλλο δήμο, γυμνασιόπαιδα έβαλαν φωτιά σε λάστιχα σε άλλη παιδική χαρά. Και τώρα μπροστά μου. Πάλι φωτιά.
Πήγα καταπάνω τους. Άρπαξα το φλεγόμενο ποτήρι από το παγκάκι και το πέταξα στο χώμα. Συνέχισε να καίει. Δεν θυμάμαι ακριβώς τι τους είπα. Θυμάμαι όμως τον τόνο μου. Ήμουνα έξαλλη. Κάποια κορίτσια της παρέας που έκαναν κούνια λίγο παρακάτω πετάχτηκαν μπροστά ζητώντας τον λόγο και αυθαδιάζοντας. Έκανα πως καλώ την Αστυνομία. «Μόλις έρθει, αν έρθει, θα γίνω καπνός», είπε το ένα από τα δύο παλληκαράκια που είχαν βάλει φωτιά. Σαν να γνώριζε ήδη το έργο. Ένας μεγάλος θα φωνάξει, θα απειλήσει, εκείνοι θα προκαλέσουν και μετά θα φύγουν.
Προφανώς έπαιξα κι εγώ ακριβώς τον ρόλο που περίμεναν. Του εξαγριωμένου ενήλικα. Δεν έχουν γονείς; Σχολείο; Καθηγητές; Κάποιον τέλος πάντων να τους βάλει ένα όριο, φώναζα από μέσα μου. Κάποιον να τους εξηγήσει ότι δεν είναι μαγκιά να τα καις και να τα σπας;
Φεύγοντας απ' εκεί η σκέψη γύρισε πάνω μου. Εγώ τι έκανα; Τους σταμάτησα. Αλλά τους μίλησα; Όχι. Θύμωσα. Φώναξα. Απείλησα. Τις βρισιές τις είπα κι αυτές από μέσα μου. Μάλλον επειδή ήταν και το δικό μου παιδί μπροστά. Δεν ξέρω τι συμβαίνει στα σπίτια αυτών των παιδιών. Ούτε θέλω να κατασκευάσω μια πονεμένη ιστορία για να δικαιολογήσω τα αδικαιολόγητα. Αυτό που έκαναν ήταν επικίνδυνο και απαράδεκτο.
Όμως δεν τα ρώτησα αυτά τα παιδιά ούτε μια φορά «γιατί;». Γιατί το κάνετε; Τι κερδίζετε; Τι σας διασκεδάζει στο να καίγετε κάτι που αύριο θα χρησιμοποιήσει ένα πεντάχρονο; Μπορεί να γελούσαν στα μούτρα μου. Πιθανότατα θα με ειρωνεύονταν. Μπορεί να μου έλεγαν να κοιτάξω τη δουλειά μου. Μπορεί και να με έβριζαν. Μπορεί απλώς να με «έγραφαν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους» και να έφευγαν. Αλλά εγώ δεν ρώτησα. Έκανα πως τηλεφωνώ στην Αστυνομία. Πολύ πιο εύκολο. Το ποτήρι έσβησε. Το παγκάκι σώθηκε αυτή τη φορά. Έφυγα αφήνοντάς τους να περιμένουν την Αστυνομία που δεν θα ερχόταν ποτέ.
Μόνο η ερώτηση έμεινε πίσω. Ποιος θα μιλήσει τελικά σ’ αυτά τα παιδιά; Ποιος θα τα κάνει να σκεφτούν; Να διερωτηθούν; Να αποκτήσουν κριτική σκέψη; Οι γονείς τους; Το σχολείο; Οι καθηγητές; Ωραία ερώτηση! Κυρίως όταν αφορά τους άλλους... Εκείνη τη στιγμή δεν ήταν εκεί ούτε οι γονείς τους, ούτε οι καθηγητές τους. Ήμουν εγώ. Και είχα την ευκαιρία να τους πω κάτι περισσότερο από το «θα καλέσω την αστυνομία». Δεν το έκανα. Τελικά, το πιο εύκολο είναι να αναρωτιόμαστε ποιος δεν μίλησε στα παιδιά. Μέχρι που η ερώτηση να γυρίσει μπούμερανγκ…







