Υπάρχει ένας εύκολος τρόπος να αντιληφθούμε πόσο πίσω έχει μείνει η Κύπρος στην πράσινη μετάβαση, να σταματήσουμε για λίγο να συγκρίνουμε τις κυβερνητικές εξαγγελίες με τις προηγούμενες εξαγγελίες και να συγκρίνουμε τα αποτελέσματά μας με εκείνα άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Τα στοιχεία της Eurostat είναι αποκαλυπτικά. Το 2024 οι ανανεώσιμες πηγές κάλυψαν το 47,5% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη Δανία το ποσοστό ήταν 79,7%, στην Πορτογαλία 65,8%, στην Ισπανία 59,7%, στη Γερμανία 54,1% και ακόμη και στην Ελλάδα 51,2%. Στην ηλιόλουστη Κύπρο; Μόλις 24,1%. Δεν μας λείπει, λοιπόν, ο ήλιος. Μας λείπει η ταχύτητα, ο σχεδιασμός και κυρίως η δυνατότητα να μετατρέψουμε ένα τεράστιο φυσικό πλεονέκτημα σε σύγχρονο ενεργειακό σύστημα.
Η Δανία αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Δεν περίμενε να γίνει φθηνή η πράσινη μετάβαση για να επενδύσει. Δημιούργησε βιομηχανία γύρω από αυτήν. Επένδυσε στην αιολική ενέργεια, στα υπεράκτια αιολικά πάρκα, στα δίκτυα, στη βιοενέργεια και στην τηλεθέρμανση. Ήδη το 2022 ο άνεμος παρήγαγε το 54% του ηλεκτρισμού της, ενώ αιολικά, φωτοβολταϊκά και βιοενέργεια μαζί αντιστοιχούσαν περίπου στο 81% του ηλεκτρικού της μείγματος. Η Πορτογαλία, μια χώρα της ευρωπαϊκής περιφέρειας που πέρασε και αυτή βαθιά οικονομική κρίση, αποτελεί άλλο παράδειγμα. Το 2024 οι ΑΠΕ κάλυπταν 65,8% της κατανάλωσης ηλεκτρισμού της. Για το 2025 η πορτογαλική ενεργειακή υπηρεσία υπολογίζει το αντίστοιχο ποσοστό στο 65,6%. Και μετά υπάρχει η Ελλάδα. Μια χώρα που πριν από λίγα χρόνια είχε ηλεκτροπαραγωγή βαθιά εξαρτημένη από τον λιγνίτη, ξεπέρασε το 50% ηλεκτρισμού από ΑΠΕ με τη σχετική ευρωπαϊκή μεθοδολογία. Το 2024 βρισκόταν στο 51,2%. Την ίδια ώρα η Κύπρος διαθέτει κάτι που πολλές από αυτές τις χώρες θα ζήλευαν, εξαιρετική ηλιοφάνεια σχεδόν ολόχρονα. Και τι κάνουμε με αυτή; Παράγουμε φωτοβολταϊκή ενέργεια και στη συνέχεια, όλο και συχνότερα, την πετάμε.
Επιστημονική μελέτη για το κυπριακό σύστημα καταγράφει ότι οι ετήσιες περικοπές ΑΠΕ αυξήθηκαν από 2% το 2022 σε 13% το 2024, ενώ σε περιόδους χαμηλής ζήτησης οι μηνιαίες περικοπές φωτοβολταϊκής παραγωγής ξεπέρασαν το 28%.
Και η κατάσταση δεν διορθώθηκε το 2025. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει ότι οι περικοπές ενέργειας στην Κύπρο αυξήθηκαν κατά 83% σε σχέση με το 2024. Αυτό είναι ίσως το απόλυτο κυπριακό ενεργειακό παράδοξο, από τη μία πληρώνουμε πανάκριβη ηλεκτρική ενέργεια που εξαρτάται ακόμη από εισαγόμενα καύσιμα και από την άλλη αποκόπτουμε καθαρή ενέργεια που μας προσφέρει δωρεάν ο ήλιος. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολογίζει μάλιστα την ενεργειακή εξάρτηση της Κύπρου από εισαγωγές στο 87,7% το 2024, από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι ΑΠΕ έφτασαν το 27,4% του ηλεκτρικού μείγματος το 2025, παρουσιάζοντας πρόοδο, αλλά το δίκτυο και η αποθήκευση δεν ακολούθησαν με τον απαιτούμενο ρυθμό. Η ουσία δεν είναι να γεμίζεις μια χώρα φωτοβολταϊκά. Είναι να δημιουργείς ολόκληρο οικοσύστημα, σύγχρονα δίκτυα, αποθήκευση, έξυπνους μετρητές, ηλεκτροκίνηση, ενεργειακά αποδοτικά κτίρια, ανταγωνιστική αγορά, διασυνδέσεις, πράσινες επιχειρήσεις και νέες θέσεις εργασίας. Η Κύπρος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την πράσινη μετάβαση περισσότερο ως ευρωπαϊκή υποχρέωση παρά ως εθνική οικονομική ευκαιρία. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο λάθος. Γιατί σε μια χώρα χωρίς πετρέλαιο και φυσικό αέριο αλλά με περίπου 300 ημέρες ηλιοφάνειας τον χρόνο, η πράσινη ανάπτυξη δεν θα έπρεπε να είναι απλώς περιβαλλοντική πολιτική. Θα έπρεπε να είναι το σημαντικότερο συγκριτικό μας πλεονέκτημα.







