Προεδρικές 2028: Κυριάκος Κενεβέζος

Header Image

Το μεγαλύτερο εμπόδιο για τον Κενεβέζο θα είναι ο ίδιος ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης. Εφόσον διεκδικήσει δεύτερη θητεία, θα διαθέτει το πλεονέκτημα της εξουσίας, της διεθνούς παρουσίας και του κυβερνητικού μηχανισμού

Η δημόσια αναφορά του Κυριάκου Κενεβέζου ότι δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να διεκδικήσει την Προεδρία της Δημοκρατίας το 2028 δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη προσωπική τοποθέτηση στο ήδη πρόωρο σκηνικό των επόμενων προεδρικών εκλογών. Υπό τις σημερινές πολιτικές συνθήκες, η πιθανότητα μιας τέτοιας υποψηφιότητας αξίζει να εξεταστεί σοβαρά, διότι ο Κενεβέζος διαθέτει ορισμένα χαρακτηριστικά που μπορούν να του επιτρέψουν να κινηθεί σε έναν χώρο που παραμένει πολιτικά διαθέσιμος, και αυτός είναι ο χώρος της μετριοπάθειας, της θεσμικότητας, της κεντρώας πολιτικής και, κυρίως, της υπέρβασης των παραδοσιακών κομματικών διαχωρισμών.

Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του 2026 δημιούργησε ένα νέο πολιτικό τοπίο. Ο Δημοκρατικός Συναγερμός και το ΑΚΕΛ εξακολουθούν να αποτελούν τους δύο μεγάλους κομματικούς πόλους, όμως κανένας από τους δύο δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την κυριαρχία του. Το ΔΗΚΟ έχει υποστεί σημαντική φθορά, ενώ οι δυνάμεις που στήριξαν την υποψηφιότητα Χριστοδουλίδη το 2023 δεν εμφανίζονται σήμερα ως ενιαίο και συμπαγές πολιτικό μπλοκ. Παράλληλα, η άνοδος του ΕΛΑΜ και η εμφάνιση νέων πολιτικών σχηματισμών καταδεικνύουν ότι σημαντικό τμήμα της κοινωνίας αναζητεί εναλλακτικές επιλογές.

 

Διαφοροποιημένη πολιτική αρχιτεκτονική

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το 2028 δεν θα είναι κατ’ ανάγκην μια επανάληψη του 2023. Η τότε επιτυχία του Νίκου Χριστοδουλίδη στηρίχθηκε σε μια ιδιαίτερη συγκυρία και σε μια ευρύτατη συμμαχία του ενδιάμεσου χώρου, η οποία κατάφερε να υπερβεί τις κομματικές της διαφορές. Σήμερα, όμως, εκείνη η πολιτική αρχιτεκτονική έχει αποδυναμωθεί. Το ΔΗΚΟ, η ΕΔΕΚ και η ΔΗΠΑ δεν διαθέτουν την ίδια συνολική πολιτική ισχύ, ενώ ο ίδιος ο Πρόεδρος θα πρέπει να διεκδικήσει δεύτερη θητεία μέσα σε ένα πολύ πιο απαιτητικό πολιτικό περιβάλλον. Εδώ ακριβώς μπορεί να αναζητήσει τον δικό του χώρο ο Κενεβέζος.

Το κύριο πλεονέκτημά του είναι ότι, παρότι έχει σαφή πολιτική προέλευση, δεν είναι σήμερα εγκλωβισμένος σε ένα κομματικό σχήμα. Η μακρά πολιτική και θεσμική του διαδρομή είναι γνωστή. Υπήρξε ενεργό στέλεχος του ΔΗΚΟ, διετέλεσε Γενικός Γραμματέας του κόμματος και Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού, ενώ ακολούθως υπηρέτησε για χρόνια ως Πρέσβης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Η διαδρομή αυτή του προσφέρει κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο σε μια προεδρική εκλογή: πολιτική εμπειρία χωρίς την άμεση σύνδεση με τη σημερινή κομματική αντιπαράθεση. Ο Κενεβέζος μπορεί, συνεπώς, να εμφανιστεί όχι ως «ο υποψήφιος του ΔΗΚΟ» ή ενός άλλου συγκεκριμένου κόμματος, αλλά ως ένας πολιτικός με γνώση του κράτους, της διοίκησης, της εξωτερικής πολιτικής και των διεθνών σχέσεων, ο οποίος επιχειρεί να επιστρέψει στην πρώτη γραμμή με ένα διαφορετικό πολιτικό σχέδιο. Αυτή η εικόνα θα μπορούσε να έχει απήχηση σε πολίτες που έχουν κουραστεί από τις κομματικές αντιπαραθέσεις και αναζητούν περισσότερο σοβαρότητα, αποτελεσματικότητα και θεσμική αξιοπιστία.

 

Νέα πολιτική συμμαχία;

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά του νομίσματος. Ο Κενεβέζος δεν διαθέτει σήμερα έναν αυτόνομο εκλογικό μηχανισμό. Δεν έχει πίσω του έναν κομματικό μηχανισμό αντίστοιχο εκείνων του ΔΗΣΥ ή του ΑΚΕΛ. Και στις κυπριακές προεδρικές εκλογές το προσωπικό προφίλ, όσο ισχυρό και αν είναι, δεν αρκεί. Χρειάζονται οργανώσεις, επαρχιακές δομές, οικονομικοί πόροι, στελέχη, εθελοντές, εκλογικοί αντιπρόσωποι και, κυρίως, ένα δίκτυο ανθρώπων που να μπορεί να μετατρέψει την πολιτική απήχηση σε ψήφους. Επομένως, η τύχη μιας πιθανής υποψηφιότητας Κενεβέζου θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσον θα μπορέσει να δημιουργήσει μια νέα πολιτική συμμαχία. Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της υπόθεσης. Ο Κενεβέζος δεν θα πρέπει να επιχειρήσει να εμφανιστεί απλώς ως «υποψήφιος του Κέντρου». Το Κέντρο είναι σήμερα κατακερματισμένο και πολιτικά αποδυναμωμένο. Εάν περιορίσει την υποψηφιότητά του στα παραδοσιακά κεντρώα ακροατήρια, η εκλογική του οροφή θα είναι περιορισμένη.

Το στοίχημα θα ήταν πολύ μεγαλύτερο στο να δημιουργήσει μια συμμαχία υπέρβασης. Να μπορέσει, δηλαδή, να προσεγγίσει τον παραδοσιακό κεντρώο ψηφοφόρο, τον μετριοπαθή κεντροδεξιό, τον απογοητευμένο ψηφοφόρο των μεγάλων κομμάτων, τον ανεξάρτητο πολίτη και ένα μέρος της κοινωνίας που δεν αισθάνεται ότι εκφράζεται από το υφιστάμενο κομματικό σύστημα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η υποψηφιότητα θα αποκτούσε διαφορετική δυναμική.

 

Το Κυπριακό

Το Κυπριακό θα μπορούσε να αποτελέσει επίσης σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα. Η διπλωματική εμπειρία του Κενεβέζου και η πολυετής παρουσία του στην Αθήνα του επιτρέπουν να μιλήσει για το εθνικό ζήτημα με τρόπο διαφορετικό από εκείνον ενός καθαρά κομματικού υποψηφίου. Το ζητούμενο, ωστόσο, θα ήταν να συνδυάσει τον πατριωτισμό με τον ρεαλισμό και την ευρωπαϊκή διάσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Σε μια εποχή που το Κυπριακό εξακολουθεί να παραμένει άλυτο και η τουρκική πολιτική στην Κύπρο εξελίσσεται σε ένα ολοένα πιο σύνθετο περιβάλλον, η κοινωνία θα χρειαστεί έναν Πρόεδρο που να μπορεί να συνδυάζει την αποφασιστικότητα με τη διπλωματική ικανότητα. Η εμπειρία του Κενεβέζου μπορεί να αποτελέσει ισχυρό πολιτικό κεφάλαιο προς αυτή την κατεύθυνση.

Το ίδιο ισχύει και για το ζήτημα της διακυβέρνησης. Οι βουλευτικές εκλογές του 2026 κατέδειξαν ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται στο Κυπριακό. Το κόστος ζωής, η διαφθορά, η αποτελεσματικότητα του κράτους, η αξιοκρατία και η λογοδοσία αποτελούν πλέον καθοριστικούς παράγοντες της πολιτικής συμπεριφοράς. Η κοινωνία δείχνει να ζητεί λιγότερα συνθήματα και περισσότερα αποτελέσματα. Αυτό μπορεί να ευνοήσει έναν υποψήφιο που θα επενδύσει στη θεσμικότητα.

 

Χριστοδουλίδης και πολιτικός κατακερματισμός

Το μεγαλύτερο εμπόδιο για τον Κενεβέζο θα είναι ο ίδιος ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης. Εφόσον διεκδικήσει δεύτερη θητεία, θα διαθέτει το πλεονέκτημα της εξουσίας, της διεθνούς παρουσίας και του κυβερνητικού μηχανισμού. Παράλληλα, όμως, θα είναι υποχρεωμένος να υπερασπιστεί το έργο της διακυβέρνησής του και να αντιμετωπίσει τη φθορά της πρώτης θητείας. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι σήμερα αν ο Κενεβέζος μπορεί να νικήσει τον Χριστοδουλίδη. Είναι εάν μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους δύο υποψηφίους του δεύτερου γύρου. Και αυτό είναι διαφορετικό ερώτημα.

Σε ένα πολυδιασπασμένο εκλογικό σκηνικό, με υποψηφίους από τον ΔΗΣΥ, το ΑΚΕΛ, τον χώρο του ΕΛΑΜ, τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη και ενδεχομένως άλλες ανεξάρτητες υποψηφιότητες, το εκλογικό σώμα μπορεί να κατακερματιστεί σημαντικά. Τότε δεν θα απαιτείται κατ’ ανάγκην ένα τεράστιο ποσοστό για την είσοδο στον δεύτερο γύρο. Θα απαιτείται, κυρίως, ένας αποτελεσματικός συνδυασμός προσωπικής αποδοχής, κομματικής στήριξης και δυνατότητας προσέλκυσης ετερόκλητων ψηφοφόρων. Και εδώ βρίσκεται η πιθανή εκλογική δύναμη του Κενεβέζου. Μπορεί να μην είναι ο υποψήφιος που θα προκαλέσει το μεγαλύτερο κύμα ενθουσιασμού από την πρώτη Κυριακή, αλλά θα μπορούσε να εξελιχθεί σε υποψήφιο ευρύτερης πολιτικής σύγκλισης. Αν φτάσει στον δεύτερο γύρο, η κατάσταση αλλάζει ριζικά. Τότε δεν θα χρειάζεται πλέον να συγκεντρώσει απλώς τον δικό του πολιτικό χώρο. Θα χρειαστεί να πείσει την πλειοψηφία των πολιτών ότι αποτελεί την καταλληλότερη επιλογή για τη διακυβέρνηση της χώρας. Και ένα μετριοπαθές, θεσμικό και ευρωπαϊκό προφίλ μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμο σε μια τέτοια αναμέτρηση. Ωστόσο, για να συμβεί αυτό, απαιτείται στρατηγική και όχι βιασύνη. Η πρόωρη ανακοίνωση μιας υποψηφιότητας χωρίς προηγουμένως να έχουν διαμορφωθεί οι πολιτικές και κοινωνικές προϋποθέσεις θα μπορούσε να περιορίσει αντί να ενισχύσει την προοπτική του.

Ο Κενεβέζος θα πρέπει να αφήσει την κοινωνική ζήτηση να προηγηθεί της προσωπικής ανακοίνωσης. Να καταθέσει σταδιακά πολιτικές θέσεις, να αναδείξει την εμπειρία του, να μιλήσει για το Κυπριακό, την οικονομία, τους θεσμούς, την παιδεία, την κοινωνία και τη θέση της Κύπρου στην Ευρώπη και στον κόσμο. Και, κυρίως, να πείσει ότι δεν επιστρέφει στην πολιτική απλώς για να γίνει Πρόεδρος, αλλά επειδή θεωρεί ότι μπορεί να προσφέρει μια διαφορετική μορφή διακυβέρνησης.

Σήμερα, η πιθανότητα να εξελιχθεί σε σοβαρό υποψήφιο είναι σημαντική. Η πιθανότητα να φτάσει στον δεύτερο γύρο είναι υπαρκτή αλλά απαιτεί σημαντικές προϋποθέσεις. Η πιθανότητα τελικής εκλογής δεν μπορεί ακόμη να χαρακτηριστεί υψηλή. Θα μπορούσε, όμως, να μεταβληθεί δραματικά μέσα στους επόμενους δεκαοκτώ μήνες.

Συμπερασματικά, το 2028 είναι ακόμη μακριά. Όμως η πολιτική δεν περιμένει την επίσημη προεκλογική περίοδο. Οι συμμαχίες, οι αντιπαραθέσεις και οι νέες πολιτικές ταυτότητες αρχίζουν να διαμορφώνονται πολύ νωρίτερα. Ο Κενεβέζος διαθέτει το βιογραφικό, την πολιτική εμπειρία και το θεσμικό προφίλ για να επιχειρήσει. Αυτό που δεν διαθέτει ακόμη είναι το απαραίτητο πολιτικό ρεύμα. Το μεγάλο στοίχημα, συνεπώς, δεν είναι να γίνει υποψήφιος. Είναι να καταφέρει να πείσει την κυπριακή κοινωνία ότι αποτελεί την απάντηση σε ένα πολιτικό σύστημα το οποίο ολοένα περισσότερο αναζητεί την επόμενη ημέρα του. Αν το επιτύχει, τότε η υποψηφιότητά του δεν θα αποτελεί απλώς μια ακόμη υποψηφιότητα των Προεδρικών του 2028. Θα μπορούσε να αποτελέσει μία από τις υποψηφιότητες που θα ανατρέψουν τους σημερινούς πολιτικούς υπολογισμούς.

 

*Πανεπιστημιακού-ανθρωπολόγου, πρώην πρύτανη.

 

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.