Η συνέντευξη του Τουφάν Έρχιουρμαν στον «Πολίτη» προσφέρει μια ενδιαφέρουσα ευκαιρία να επανεξετάσουμε την πορεία του Κυπριακού κατά τον τελευταίο χρόνο, όχι μέσα από το γνώριμο πρίσμα των κυβερνητικών ανακοινώσεων και των αισιόδοξων διακηρύξεων του Νίκου Χριστοδουλίδη, αλλά αντιπαραβάλλοντας όσα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υποστήριζε δημοσίως με όσα τελικά συνέβησαν. Η συζήτηση με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη υπήρξε περισσότερο αποκαλυπτική απ' όσο αποτυπώνεται στις δημοσιευμένες απαντήσεις του, καθώς οι εκτιμήσεις που διατυπώθηκαν εκτός συνέντευξης ήταν αισθητά αυστηρότερες. Η δημοσιογραφική δεοντολογία επιβάλλει να παραμείνουν εμπιστευτικές, χωρίς αυτό να μειώνει τη σημασία όσων ο ίδιος επέλεξε να πει δημοσίως. Και αυτά, ανεξαρτήτως του βαθμού στον οποίο μπορεί κανείς να συμφωνεί με τις θέσεις του, αρκούν για να αναδείξουν τις αντιφάσεις ανάμεσα στην εικόνα που καλλιεργεί η Λευκωσία και στην πραγματικότητα των διαπραγματευτικών εξελίξεων.
Ποιος χρωστά στην αλήθεια;
«Στη διπλωματία μπορείς να διαχειρίζεσαι τις εντυπώσεις για κάποιο διάστημα. Δεν μπορείς, όμως, να διαπραγματεύεσαι επ’ άπειρον με την πραγματικότητα»
Επί μήνες ο Νίκος Χριστοδουλίδης διαβεβαίωνε ότι διαθέτει συγκεκριμένες ιδέες, ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για ουσιαστική πρόοδο, ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει ανταποκριθεί στα ζητήματα που έθεσε ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών και ότι απομένει η αναγκαία πολιτική βούληση για να κινηθεί η διαδικασία. Αποκορύφωμα αυτής της προσέγγισης υπήρξε η πολυσυζητημένη αναφορά στις 19 προτάσεις, οι οποίες παρουσιάστηκαν ως συγκροτημένη πρωτοβουλία που καλύπτει τη μεθοδολογία, την ουσία του Κυπριακού και τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Όταν, ωστόσο, ο Έρχιουρμαν ερωτήθηκε κατά πόσον είχε παραλάβει το συγκεκριμένο έγγραφο, απάντησε κατηγορηματικά ότι ουδέποτε του παραδόθηκε γραπτή πρόταση 19 σημείων, είτε απευθείας είτε μέσω των Ηνωμένων Εθνών. Η απάντηση δεν αποκλείει την ύπαρξη προφορικών εισηγήσεων, καθιστά όμως αναγκαία μια σαφή εξήγηση από την κυβέρνηση για το τι ακριβώς κατατέθηκε, σε ποια μορφή και με ποιο περιεχόμενο. Διότι η διπλωματία δεν αξιολογείται από τον αριθμό των προτάσεων που ανακοινώνονται, αλλά από τη δυνατότητά τους να μετατρέπονται σε συμφωνημένες κινήσεις.
Το σημαντικότερο, άλλωστε, δεν είναι αν υπήρξαν δεκαεννέα, εννέα ή πέντε εισηγήσεις, αλλά ότι η διαδικασία εξακολουθεί να βρίσκεται ουσιαστικά στο σημείο από το οποίο υποτίθεται πως επιχειρούσε να την απομακρύνει η προεδρική πρωτοβουλία. Ο Αντόνιο Γκουτέρες είχε υποδείξει την ανάγκη προόδου στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, συνεννόησης επί της μεθοδολογίας και προετοιμασίας του εδάφους για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Εντούτοις, ούτε νέα οδοφράγματα άνοιξαν ούτε συμφωνήθηκε μια κοινά αποδεκτή διαδικασία που να οδηγεί στην επανέναρξη των συνομιλιών, ενώ η πολυδιαφημισμένη προοπτική τριμερούς συνάντησης στη Νέα Υόρκη δεν υλοποιήθηκε. Η Μαρία Άνχελα Ολγκίν, η οποία γνωρίζει από πρώτο χέρι τις θέσεις των δύο πλευρών, προειδοποίησε ότι το παράθυρο ευκαιρίας στενεύει και κατέστησε σαφές ότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για τη συνάντηση που επιθυμούσε ο Χριστοδουλίδης. Η απόσταση ανάμεσα σε αυτήν την αποτίμηση και την αισιοδοξία που εξέπεμπε το Προεδρικό δεν αποτελεί απλώς διαφορά επικοινωνιακής προσέγγισης, αλλά ζήτημα πολιτικής αξιοπιστίας, το οποίο η κυβέρνηση οφείλει να αντιμετωπίσει με συγκεκριμένες απαντήσεις.
Ακόμα πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα που προκύπτει απ' όσα ο Έρχιουρμαν ανέφερε για την προσωπική του σχέση με τον Πρόεδρο. Ερωτηθείς ευθέως εάν τον εμπιστεύεται ως διαπραγματευτικό εταίρο, απέφυγε να απαντήσει καταφατικά, περιοριζόμενος να δηλώσει ότι επιθυμεί να μπορεί να τον εμπιστεύεται, επειδή η εμπιστοσύνη οικοδομείται με πράξεις και όχι με λόγια. Κατήγγειλε μάλιστα ότι, όταν ζήτησε εξηγήσεις για ενέργειες της ελληνοκυπριακής πλευράς τις οποίες θεωρεί υπονομευτικές, ο Χριστοδουλίδης του απάντησε πως αποτελούν καθήκον της Κυπριακής Δημοκρατίας και θα συνεχιστούν. Πρόκειται ασφαλώς για τη μαρτυρία του ενός συνομιλητή, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τέτοια. Δεν παύει, ωστόσο, να αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία όταν συνδυάζεται με την αποκάλυψη ότι ο Έρχιουρμαν είχε προτείνει να περπατήσουν μαζί στην οδό Λήδρας ή να πραγματοποιήσουν κοινές επισκέψεις εκατέρωθεν της διαχωριστικής γραμμής, αλλά ο Χριστοδουλίδης προτίμησε να μεταθέσει αυτές τις κινήσεις για μετά την έναρξη πλήρων διαπραγματεύσεων. Εφόσον τα γεγονότα έχουν όπως περιγράφονται, ανακύπτει εύλογα το ερώτημα γιατί μια συμβολική πράξη επαναπροσέγγισης, η οποία θα μπορούσε να συμβάλει στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης, πρέπει να εξαρτάται από την προηγούμενη επίτευξη προόδου στις συνομιλίες.
Βεβαίως, η κριτική προς τον Χριστοδουλίδη δεν συνεπάγεται άκριτη αποδοχή των θέσεων Έρχιουρμαν. Η αποφυγή ρητής αναφοράς στη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, η επιμονή στην εκ των προτέρων αποδοχή της εκ περιτροπής προεδρίας και οι τοποθετήσεις του για το περιουσιακό αποτελούν ζητήματα που απαιτούν διευκρινίσεις και ουσιαστική διαπραγμάτευση. Ούτε μπορούν να παραγνωριστούν οι θέσεις της Άγκυρας περί δύο κρατών, οι οποίες αντιβαίνουν στη συμφωνημένη βάση λύσης. Εξίσου προβληματική παραμένει η συνεχιζόμενη ανάπτυξη ελληνοκυπριακών περιουσιών στον βορρά, ανεξαρτήτως των επιχειρημάτων που προβάλλει η τουρκοκυπριακή ηγεσία για τη λειτουργία της Επιτροπής Ακίνητης Ιδιοκτησίας. Η ύπαρξη, όμως, αυτών των προβλημάτων δεν απαλλάσσει την ελληνοκυπριακή ηγεσία από την υποχρέωση να αποδεικνύει ότι η δική της πολιτική υπηρετεί πράγματι την προοπτική επανένωσης και δεν εξαντλείται στη διαχείριση της διεθνούς εικόνας της.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία του ζητήματος, την οποία συχνά παρακάμπτουμε στη δημόσια συζήτηση. Τα Ηνωμένα Έθνη δεν ενημερώνονται για την πορεία των συνομιλιών από τις τηλεοπτικές δηλώσεις των δύο ηγετών, αλλά συμμετέχουν στις συναντήσεις, καταγράφουν τις θέσεις, γνωρίζουν ποιες προτάσεις υποβλήθηκαν, ποιες απορρίφθηκαν και ποιες παρέμειναν χωρίς συνέχεια. Δεν γνωρίζουμε ποια συνολική εκτίμηση έχουν διαμορφώσει για την κατανομή των ευθυνών, ούτε θα ήταν σοβαρό να τους αποδώσουμε συμπεράσματα που δεν έχουν δημοσιοποιήσει. Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι οι επισημάνσεις τους για την απουσία ουσιαστικής προόδου απέχουν αισθητά από την εικόνα κινητικότητας που προβάλλει κατά καιρούς η Λευκωσία. Και γνωρίζουμε επίσης ότι, όταν μια διαπραγματευτική διαδικασία παραμένει καθηλωμένη, η συνεχής επίκληση της ετοιμότητας δεν μπορεί να υποκαθιστά την απόδειξή της.
Η θητεία του Αντόνιο Γκουτέρες πλησιάζει στο τέλος της και μαζί της περιορίζεται ο χρόνος για μια ουσιαστική προσπάθεια αξιοποίησης των συγκλίσεων που επιτεύχθηκαν μέχρι το Κραν Μοντανά. Αντί, λοιπόν, να αναλωνόμαστε στην αναζήτηση του υπευθύνου για κάθε αποτυχημένη συνάντηση, θα ήταν προτιμότερο να απαιτήσουμε από την ηγεσία μας μια καθαρή στρατηγική, με συγκεκριμένες δεσμεύσεις, ειλικρινή προσήλωση στη συμφωνημένη βάση λύσης και μετρήσιμα αποτελέσματα. Διότι, όταν κάποτε ανοίξουν τα αρχεία αυτής της περιόδου δεν θα έχουν ιδιαίτερη αξία οι ανακοινώσεις, οι φωτογραφίες και οι διακηρύξεις περί πολιτικής βούλησης. Θα έχουν σημασία οι πραγματικές θέσεις και αποφάσεις των εμπλεκομένων, οι ευκαιρίες που αξιοποιήθηκαν και εκείνες που χάθηκαν. Και τότε, ανεξαρτήτως του ποιος θα έχει επικρατήσει στη σημερινή επικοινωνιακή αντιπαράθεση, το ερώτημα θα παραμένει αμείλικτο: Ποιος χρωστούσε στην αλήθεια και, κυρίως, ποιος χρωστούσε στους Κύπριους μια πραγματική προσπάθεια για λύση;
Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων
Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.







