Μια από τις αγαπητές μου αναγνώστριες και φίλη στο facebook, η Ξάνθη Κολλίτση, μου στέλνει την ιστορία της γιαγιάς της που την είχε σώσει ένας Τουρκοκύπριος γιατρός. Σήμερα θέλω να μοιραστώ αυτήν την ανθρωπιστική ιστορία των δύο γιατρών. Οι «Γιατροί Χωρίς Σύνορα», όπως τους αναφέρει. Η φίλη μου Ξάνθη Κολλίτση λέει:
«Αγαπητή Sevgul,
«Μεγαλώνοντας, όταν ήμουν παιδί, όποτε είχα ερωτήσεις σχετικά με το Κυπριακό και την εισβολή, ο πατέρας μου προσπαθούσε να μου εξηγήσει όσο καλύτερα μπορούσε, πώς εμείς, ένας μικρός λαός σε ένα μικρό νησί, καταλήξαμε να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλο και να διαιρέσουμε πατρίδα μας. Πάντα κατηγορούσε τα επικίνδυνα εθνικιστικά στοιχεία στην κοινωνία μας. Επίσης, μου έλεγε συχνά πόσο άδικα «εμείς» μεταχειριζόμασταν τους Τουρκοκύπριους στην Κύπρο μετά την ανεξαρτησία. Είμαι τυχερή που μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον, τόσο στο σπίτι όσο και στο σχολείο, όπου δεν άκουσα ποτέ αρνητική λέξη για τους Τουρκοκύπριους, σε αντίθεση με τόσους πολλούς συμπατριώτες μου. Ο πατέρας μου μιλούσε συχνά με συγκίνηση για το πώς σώθηκε η ζωή της αγαπημένης του μητέρας από έναν Τουρκοκύπριο γιατρό, έναν παλιό φίλο και συνάδελφό του από το παρελθόν.
Πολλά χρόνια αργότερα, και πολύ μετά τον θάνατο του πατέρα μου το 2002, επισκέφτηκα την αγαπητή μου φίλη Sheniz Etkin. Ήταν τα γενέθλιά της και αυτή και ο σύζυγος της Ozun με είχαν προσκαλέσει, όπως επίσης και έναν από τους στενότερους φίλους τους, για δείπνο. Βρεθήκαμε σε ένα μικρό εστιατόριο κάπου στους λόφους με θέα την Κερύνεια. Ανακαλύψαμε ότι, εκτός από την αγάπη μας για τη Seniz, είχαμε και άλλα κοινά πράγματα. Οι πατέρες μας ήταν και οι δύο γιατροί και ακόμη είχαν σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου περίπου τον ίδιο καιρό. Αναρωτηθήκαμε αν γνώριζαν ο ένας τον άλλον. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει τότε και ο πατέρας του Saffet ήταν άρρωστος στο σπίτι. Η συνομιλία στράφηκε, όπως τόσο συχνά συμβαίνει στην Κύπρο, στην ατελείωτη κυπριακή σύγκρουση, και ανταλλάξαμε ιστορίες για το πώς οι πατέρες μας βοήθησαν ανθρώπους από την «άλλη πλευρά» κατά τη διάρκεια εκείνων των σκοτεινών ημερών. Είπα, επίσης, στον Saffet για τη γιαγιά μου που σώθηκε από Τουρκοκύπριο γιατρό, αλλά είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που άκουγα την ιστορία και δεν μπορούσα να θυμηθώ το όνομα του γιατρού.

Ο γιατρός
Όταν έφτασα στο σπίτι, έψαξα στο βιβλίο μέχρι που βρήκα το κομμάτι που έψαχνα, και εκεί ήταν το όνομα του πατέρα του: Dr. Kaya Bekiroghlou. Δυστυχώς, δεν είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον Dr. Bekiroghlou αφού πέθανε λίγο μετά λόγω ασθένειας. Θα φέρω το χρέος της ευγνωμοσύνης εκ μέρους του πατέρα και της οικογένειάς μου για το υπόλοιπο της ζωής μου, και έχω την τιμή να αποκαλώ τον Saffet φίλο μου.
Αυτή είναι μία μη αυτολεξεί μετάφραση από την αυτοβιογραφία του δρος Νίκου Κολλίτση: «Ιούλιος 1974. Η πρώτη εισβολή ακολούθησε (το πραξικόπημα) και είχαμε τα πρώτα θύματα. Παρείχα καταφύγιο στην κλινική μου σε μερικούς από τους πρώτους πρόσφυγες από την Κερύνεια. Είδαμε την καταστροφή, τις φλόγες και δεν μπορούσα να πιστέψω τα μάτια μου. Την Τρίτη, πριν από τη δεύτερη εισβολή, πήγα να παραλάβω το αυτοκίνητό μου από το Λευκόνοικο καθώς κάποιος το είχε κλέψει. Έστειλα την αδερφή μου Κική να φέρει τη μητέρα μας (Χρυσταλλένη) από την Κυθρέα στη Λευκωσία, αλλά αρνήθηκε να αφήσει τις κότες και το γαϊδούρι της καθώς θα πέθαιναν χωρίς αυτήν. Έτσι παρέμεινε εκεί και έγινε φυλακισμένη των Τούρκων. Την Τετάρτη, έφυγα νωρίς το πρωί για να την πάρω, αλλά δύο μίλια έξω από τη Λευκωσία άκουσα πυροβολισμούς και αναγκάστηκα να γυρίσω πίσω. Άρχισα προσπάθειες για να ελευθερώσω τη μητέρα μου και τη θεία μου Ροδού και τον θείο μου Γιώργο. Η (84χρονη) μητέρα μου, όπως ανακάλυψα αργότερα, στον δρόμο μεταξύ Κυθρέας και Βώνης, όπου είχαν συλληφθεί, χτυπήθηκε από έναν Τούρκο στρατιώτη με την άκρη του τουφεκιού του, και έπεσε και κτύπησε το γόνατο της. Όταν έφτασε στη Βώνη, κάθισε στο ίδιο μέρος για 15 ημέρες. Ευτυχώς, οι χωριανοί της έδωσαν λίγο νερό και απέφυγε την αφυδάτωση. Το πρήξιμο στο δεξί της πόδι δεν της επέτρεπε να κινηθεί καθόλου. Εκείνο τον καιρό, επιτράπηκε σε μία συγχωριανή μας να μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, καθώς το μωρό της είχε ίκτερο και χρειαζόταν θεραπεία. Μετέφερε το μήνυμα ότι η Χρυσταλλένη του Κολλίτση επρόκειτο να πεθάνει. Πήγα αμέσως και βρήκα έναν (Γερμανό) γιατρό του Ερυθρού Σταυρού και του είπα την ιστορία. Μου υποσχέθηκε ότι ο ίδιος θα πήγαινε και θα την εξέταζε. Την επόμενη μέρα, ένας άλλος σοβαρά άρρωστος χωριανός από την Κυθρέα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και μετέφερε το ίδιο μήνυμα: Η Χρυσταλλένη πλησίασε τον θάνατο. Προηγουμένως, ο γιατρός με είχε διαβεβαιώσει ότι η μητέρα μου ξεκουραζόταν και ότι δεν είχε τίποτα το σοβαρό. Ήταν τον καιρό που βρέθηκε ένας μαζικός τάφος κοντά στο Λευκόνοικο στο χωριό Σίντα, αν δεν κάνω λάθος.

Το δεύτερο μήνυμα
Όταν πήρα το δεύτερο μήνυμα, ήμουν εξοργισμένος. Άρα, ο γιατρός μου είχε πει ψέματα. Ήταν αργά το Σάββατο και πήγα στο ξενοδοχείο Cleopatra για να αναζητήσω τον γιατρό. Τον βρήκα στην κυπριακή ταβέρνα απέναντι μαζί με μια ομάδα ανδρών του Ερυθρού Σταυρού. Τους χαιρέτησα και απευθύνθηκα στον γιατρό: 'Αγαπητέ συνάδελφε γιατρέ, είσαι ψεύτης και αμφιβάλλω αν η συμπεριφορά σου είναι σύμφωνη με τις αρχές του Ερυθρού Σταυρού. Μόλις έμαθα ότι η μητέρα μου πεθαίνει, αλλά μου είπες ότι ήταν εντελώς καλά.' Όλοι άφησαν τα ποτά τους κάτω. 'Σε προειδοποιώ, αν πεθάνει η μητέρα μου, θα πεθάνετε και εσείς.' Ένας νεαρός άνδρας στο τραπέζι σηκώθηκε και με διαβεβαίωσε ότι θα πήγαινε ο ίδιος να ερευνήσει το θέμα προσωπικά. Τον ευχαρίστησα και του είπα ότι θα περίμενα εκεί για νέα του. Κάθισα και περίμενα στο ξενοδοχείο Cleopatra. Περίπου μια ώρα αργότερα, μου τηλεφώνησε. «Γιατρέ, η μητέρα σου είναι πραγματικά σε πολύ σοβαρή κατάσταση, βρίσκεται στο νοσοκομείο με ορούς. Είδα τον Dr. Kaya Bekiroghlou και θα μεριμνήσει για τη μεταφορά της μητέρας σου σε εσένα, ώστε να μπορέσεις να αναλάβεις τη φροντίδα της. Θα μου δώσεις δύο φιάλες οξυγόνου για τον Dr. Kaya και θα σου φέρω αμέσως τη μητέρα σου'. Και αυτό συνέβη. Έφερα τις δύο φιάλες οξυγόνου και μου έστειλαν τη μητέρα μου, σχεδόν σε κώμα, εξασθενημένη και με 150cc υγρού στο γόνατό της. Τη θεράπευσα και μέσα σε μια βδομάδα ήταν πολύ καλύτερα. Ήταν τότε 84 ετών και έζησε άλλα 10 χρόνια. Έστειλα τις ευχαριστίες μου στον Dr. Kaya, έναν φίλο και συνάδελφο με τον οποίο είχα συνεργαστεί στην Αγγλία και ευχαρίστησα τον νεαρό γιατρό, ένα πολύ ευχάριστο συνάδελφο, σε αντίθεση με τον Γερμανό ομόλογό του. Του ζήτησα να πάει και να βρει τη θεία μου Ροδού και τον θείο μου Γιώργο, το οποίο και έκανε. Υπήρχε μια άσχημη μυρωδιά στο σπίτι τους και υποψιάστηκε ότι είχαν εκτελεστεί εκεί και τα πτώματά τους μεταφέρθηκαν αλλού και θάφτηκαν.»

Αυτή η ιστορία χρησιμεύει ως υπενθύμιση ότι ακόμη και στις φρικαλεότητες του πολέμου, η ανθρωπιά και η φιλία υπάρχουν και υπερισχύουν. Ο ένας άντρας ήθελε να σώσει τη μητέρα του και ο άλλος ήθελε οξυγόνο για τους ασθενείς του καθώς ήταν αναγκασμένος να χειρουργεί χωρίς αναισθησία. Ευτυχώς, κατάφεραν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον. Ήταν γιατροί που είχαν ορκιστεί να σώσουν ζωές και όχι να παίρνουν ζωές. Ήταν συνάδελφοι, φίλοι, Κύπριοι, αλλά πάνω απ’ όλα άνθρωποι».








