Η θεαματική είσοδος των ακροδεξιών του AfD στη γερμανική Βουλή πάγωσε την Ευρώπη και όχι μόνο.
Θυμίζει πολύ τη Γαλλία, μου έλεγε ένας φίλος χθες. Μόνο που, συνέχισε, η Γερμανία δεν είναι Γαλλία. Και δεν είναι. Γιατί όμως, επιμένουμε να συγχέουμε τη Γερμανία του 2017 με εκείνη του Χίτλερ; Εάν το κάνουμε παραπέμποντας στο «DNA» και διάφορα άλλα, τότε είμαστε απλά ρατσιστές που νομίζουν ότι έχουν καλή πρόθεση. Και, συνεπώς ρατσιστές που σφάλλουν.
Χωρίς να υποτιμά κανείς τη σοβαρότητα του ζητήματος, το αποτέλεσμα είναι κυρίως –και όλες οι αναλύσεις των αποτελεσμάτων το κατέδειξαν– μια ψήφος αποδοκιμασίας παρά συνειδητή επιλογή της Ακροδεξιάς.
Και όσοι, προχθές το βράδυ, προέβλεπαν ότι τα πράγματα για το AfD δεν είναι καθόλου ευοίωνα –αφού πρόκειται για ένα ετερόκλητο σχήμα λαϊκιστών, ξενόφοβων και ακροδεξιών (έως και ξεδιάντροπων νεοναζί) και πως, σύντομα, θα απογοητεύσει τους ψηφοφόρους με όσα θα κάνει όπως έγινε και σε τοπικό επίπεδο αμέτρητες φορές, συν οι τρομερές εσωκομματικές έριδες– δικαιώθηκαν ήδη το πρωί της Δευτέρας.
Η ηγέτιδά του, Φράουκε Πέτρι, ανακοίνωσε ότι δεν ανήκει πλέον στην κοινοβουλευτική ομάδα και το ζητούμενο είναι να διαφανεί πόσοι από τους/τις 92 βουλευτές του AfD θα ακολουθήσουν την τάση η οποία εδώ και καιρό επιχειρεί ξεκάθαρα να διαφοροποιηθεί από την «ακραία» πτέρυγα – τους εθνικιστές και κεκαλυμμένους νεοφασίστες. Το ακραία σε εισαγωγικά, διότι το να νομίζεις ότι δεν είσαι ακραίος δεν σημαίνει κάτι, ούτε και αναιρείται από την ύπαρξη πιο ακραίων από σένα.
Δεν είναι μόνο αυτό, όμως. Το AfD είναι ένα συνονθύλευμα τάσεων και επιδιώξεων το οποίο ως πακέτο δεν βγάζει και μεγάλο νόημα. Ποτέ δεν έβγαζε.
Αρκεί να σκεφτεί κανείς π.χ. πως επίσης στο στρατόπεδο των λαϊκιστών του AfD αλλά ακόμη δεξιότερα, η Αλίς Βάιντελ η οποία ανέλαβε από κοινού ως υποψήφια για την καγκελαρία με τον Αλεξάντερ Γκάουλαντ μετά την παραίτηση της Πέτρι, κατόπιν διαμάχης μηνών, είναι μια ακραία συντηρητική πολιτικός η οποία τάσσεται φανατικά κατά του νόμου για τους γάμους ομόφυλων ατόμων και το δικαίωμα στην τεκνοθεσία. Την ώρα που η ίδια είναι λεσβία, συζεί με τη σύντροφό της (από τη Σρι Λάνκα) και μεγαλώνουν μαζί παιδιά…
Το βράδυ της Κυριακής, καλεσμένη στην κρατική γερμανική τηλεόραση, ερωτήθηκε πώς γίνεται η ίδια να δηλώνει πως στόχος είναι η εποικοδομητική αντιπολίτευση την ώρα που ο συνυποψήφιός της δήλωνε: «θα κυνηγήσουμε την κυρία Μέρκελ!». Και αμήχανα μεν αλλά χωρίς δισταγμό, τον… έσφαξε στον αέρα.
Γιατί, λοιπόν, ψήφισε ο κόσμος το ετερόκλητο AfD, όταν είναι ένα κόμμα η δημόσια εικόνα του οποίου είναι από φαιδρή έως και αποκρουστική όταν πάμε στους… νοσταλγούς άλλων εποχών; Ίσως θα πρέπει να αρχίσουμε από το τελευταίο. Διότι «οι άλλες εποχές» δεν ήταν μόνο οι ναζί αλλά και το κομουνιστικό καθεστώς που ακολούθησε και, όσο κι αν κανείς δεν συγκρίνει και ούτε πρέπει ιστορικά, το ότι ένας σχεδόν στους τέσσερις Ανατολικογερμανούς ψήφισε AfD δεν είναι τυχαίο.
Η καλλιέργεια δημοκρατικών αντιστάσεων και η απόρριψη κάθε στοιχείου που ερωτοτροπεί με τον όποιο ολοκληρωτισμό ήταν και είναι πρόβλημα σε ένα μέρος της συνέχειας της ΛΔΓ. Στη γεωγραφική έκταση της οποίας ο ρατσισμός και η ξενοφοβία βρήκε πρόσφορο έδαφος από νωρίς στα μυαλά άλλοτε… συντρόφων. Εκεί, όπου ειδικά οι γειτονιές όπου ζούσαν οι ευνοούμενοι του Κόμματος μετατράπηκαν σε κέντρα των νεοναζί όλης της Γερμανίας.
Ούτε το Ρόστοκ το 1992, ούτε οι χιλιάδες άλλες μικρότερες επιθέσεις που ακολούθησαν ήταν ή είναι άσχετα με τον χρόνο που χρειάζεται ένα μεγάλο μέρος της τοπικής κοινωνίας για να αποκτήσει δημοκρατική συνείδηση. Όσο για την υπόλοιπη Γερμανία, υπήρχε και υπάρχει κάτι που πολλοί σπεύδουν να συνδέσουν με το «γονίδιο των ναζί». Το οποίο, όμως, «γονίδιο» δεν υπάρχει. Και φανερώνει μεγάλη άγνοια της σημερινής γερμανικής κοινωνίας αυτός ο απλοϊκός αφορισμός.
Ναι, ένα πολύ μεγάλο μέρος των Γερμανών παραμένει βαθιά συντηρητικό και αρκούντως ξενόφοβο. Στη μεγάλη του όμως πλειονότητα ούτε αυτό ψήφισε AfD. Και είναι εξίσου σοκαρισμένο με το αποτέλεσμα.
Όπως υπάρχει και πολύς κόσμος ο οποίος το ψήφισε για να «διαμαρτυρηθεί», όπως δείχνουν και οι αναλύσεις, θεωρώντας ότι η Μέρκελ δεν ελέγχει πλήρως την κατάσταση ή ότι έκανε περισσότερες παραχωρήσεις στο προσφυγικό, χωρίς να έχει υπολογίσει τον παράγοντα του ακραίου ισλάμ. Πολύς κόσμος θεωρεί πως αυτό το κομμάτι, όχι μόνο το βίαια ακραίο αλλά γενικά, απειλεί ελευθερίες αδιαπραγμάτευτες. Οι περισσότεροι Γερμανοί δεν το πιστεύουν ούτε αυτό, όμως.
Οι Γερμανοί του 2017 είναι μια εξαιρετικά ποικιλόμορφη κοινωνία. Οι πλείστοι είναι ανεκτικοί αλλά όλοι έχουν μια αντίληψη για την τάξη και τη λειτουργία του κράτους η οποία όταν επηρεαστεί –και επηρεάστηκε δυστυχώς από γεγονότα τα οποία έλαβαν μεγάλες διαστάσεις και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στα στόματα επιδέξιων λαϊκιστών– αντιδρά. Μπορεί να αργήσει, αλλά αντιδρά. Απόλυτα.
Είναι ένα σύνολο νοοτροπιών πολύ διαφορετικών από τις δικές μας, ίσως και των υπόλοιπων λαών της Ευρώπης αλλά αυτό δεν οδηγεί, με βάση ειδικά τα σημερινά δεδομένα, σε συνειρμούς με τη… δεκαετία του ’30. Ειδικά όταν η Γερμανία σήμερα ευημερεί όσο ελάχιστες χώρες στην Ευρώπη.
Και το σημαντικότερο; Η Γερμανία, ειδικά η πρώην Δυτική αλλά και το μεγαλύτερο μέρος στη πρώην Ανατολική, έχει εμπεδώσει μια βαθιά κουλτούρα κατανόησης για τη δημοκρατία. Ξέρει γιατί δεν θέλει να επιστρέψει στον Χίτλερ. Ξέρει γιατί, παρά το 9,2% που πήραν επίσης οι πολιτικοί απόγονοι του Χόνεκερ και της Στάζι (17,4% στην πάλαι ποτέ ΛΔΓ) δεν θέλει να πάει πίσω ούτε σ’ αυτό.
Εάν η Μέρκελ δείξει πως μπορεί να χειριστεί πιο αποτελεσματικά μικρά αλλά ιδιαίτερα προκλητικά για πολλούς Γερμανούς θέματα, είτε αυτά έχουν να κάνουν με ομάδες που εκμεταλλεύονται το παράθυρο του προσφυγικού, είτε με την επιρροή τρίτων στην τουρκική κοινότητα της Γερμανίας, τότε αυτό ίσως να είναι και το υψηλότερο ποσοστό που θα λάβει ποτέ το AfD.
Από την άλλη βέβαια, αυτός ο μονόδρομος και ο χειρισμός του ίσως να αφήσει τη Γερμανία λιγότερο ανοιχτή και ανεκτική. Αυτός είναι ένας κίνδυνος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για την υπόλοιπη Ευρώπη.
Όπως και να έχει, σε έναν τέτοιο λαό ο οποίος έχει πολιτική άποψη και δεν αρκείται στην απάθεια, αυτό που συνέβη έχει ήδη ενεργοποιήσει αντανακλαστικά τόσο στην κοινωνία όσο και στον δημόσιο διάλογο.
Η Γερμανία δεν είναι Γαλλία. Εάν ήταν θα ήλπιζε στην κληρονομιά του Διαφωτισμού που σώζει τους Γάλλους συνεχώς από τέτοιες κακοτοπιές. Όμως έχει και η Γερμανία τις δικές της αντιστάσεις πια. Εδώ και δεκαετίες. Και είναι τεράστιες. Με πρώτη το πόσο καλά ιστορημένη για το παρελθόν της είναι η κοινωνία.
Κι αυτό είναι νομίζω εξίσου μεγάλη κληρονομιά. Δεν αρκεί από μόνο του αλλά κανείς δεν πρέπει να το υποτιμά. Ειδικά σε συνθήκες ευημερίας.








