Χαιρετίσματα στον μεγάλο καλλιτέχνη Αχμέτ Καγιά, που είναι τόσο θαρραλέος ώστε να πει «είμαι ένας Κούρδος εναντίον ενός Τούρκου ρατσιστή και ένας Τούρκος εναντίον ενός Κούρδου ρατσιστή». Αν τώρα βρέχει και στο Παρίσι, να ανθίσουν χίλια λουλούδια στον τάφο του που ποτίζεται. Είμαι και εγώ ένας Τούρκος εναντίον ενός Έλληνα ρατσιστή και ένας Έλληνας εναντίον ενός Τούρκου ρατσιστή. Μήπως έχετε αντίρρηση; Αν έχετε, πέστε μου, να απαντήσω αμέσως. Εσείς τι είστε; Τούρκοι μαζί με έναν Τούρκο έστω και αν είναι ρατσιστής και Έλληνες μαζί με έναν Έλληνα έστω και αν είναι ρατσιστής; Με αυτό σας το χάλι είστε ουσιαστικά η καταστροφή αυτού του νησιού. Κοιτάξτε. Περνούν σύννεφα από πάνω μας. Κοιτάξτε τον ουρανό. Σύννεφα γεμάτα βροχή. Χωρίς όπλα, κανόνια, ντουφέκια, τανκς. Χωρίς πίστη, θρησκεία. Σύννεφα χωρίς Θεό. Ποτέ δεν θελήσατε να είστε σύννεφο, έτσι δεν είναι; Φύκι στη θάλασσα. Ψάρι στο νερό. Φεύγουν από ανάμεσά μας ο ένας μετά τον άλλον οι άνδρες της παραστρατιωτικής οργάνωσης που μετάνιωσαν χίλιες φορές γι’ αυτά που έκαναν. Παίρνοντας πάλι στα υπόγεια τα μυστικά που προέρχονται από τα υπόγεια. Δεν μπορώ να μιλήσω με τους νεκρούς, έστω και αν το θέλω. Δεν μου διηγήθηκε τα μυστικά του ο άνδρας, ο οποίος έφυγε από αυτό τον κόσμο βάζοντας χιλιάδες κατάρες σε εκείνους που του είχαν δώσει την εντολή να σκοτώσει. Εκείνοι κατάφεραν να γίνουν Τούρκοι εναντίον ενός Έλληνα ρατσιστή, αλλά δεν κατάφεραν να γίνουν Έλληνες εναντίον ενός Τούρκου ρατσιστή. Κανείς δεν κατάφερε. Ούτε οι Έλληνες κατάφεραν να γίνουν Τούρκοι εναντίον ενός Έλληνα ρατσιστή. Γι’ αυτό όλα τα καράβια σε αυτή τη θάλασσα έμπασαν νερό και βούλιαξαν.
Ο μάστορας ποιητής Τζαν λέει στον Ντενίζ Γκεζμίς «μπράβο σου παιδί». Μπράβο σου και εσένα Αχμέτ Καγιά. Γεύτηκες την απόλαυση του να είναι κανείς ένας Κούρδος εναντίον ενός Τούρκου ρατσιστή και ένας Τούρκος εναντίον ενός Κούρδου ρατσιστή. Και έδωσες εκείνη την αξέχαστη απάντηση σε όσους σε ρώτησαν «γιατί σηκώνεις κεφάλι». «Σηκώνω κεφάλι. Πισινό να σηκώσω;» Ιδού, όλη μας η ζωή είναι κρυμμένη σε αυτή την πρόταση. Μία και μοναδική πρόταση παλληκαρίσια. Σαν ένα χοντρό βιβλίο. Διάβασέ την καλά: «Πισινό να σηκώσω;» Θα σ’ την σφηνώσει στο κεφάλι και θα φύγεις και εσύ μια μέρα. Σαν σφαίρα. Σαν το μάουζερ. Σαν τον Τσε. Σαν τον Ντενίζ, τον Γιουσούφ, τον Χουσεΐν, τον Μαχίρ και τον Σινάν. Δεν μπορείς να καταπιέσεις τον εαυτό σου. Αν θελήσω να διαβάσω ένα καλό σχολικό εγχειρίδιο, διαβάζω εσάς. Όταν βρέχει στο Παρίσι, έρχομαι σε εσάς με μια μητέρα στα μαλλιά της οποίας πέφτουν αστέρια. Στην πόρτα με υποδέχεται ο Γιλμάζ Γκιουνέι. Στέλνουμε έναν χαιρετισμό στον Αντρέι Ταρκόφσκι. Και έναν χαιρετισμό στον αγαπητό Όσκαρ Ουάιλντ. Στο Παρίσι υπάρχει μια καστανιά και ένα κοιμητήριο Pere Lachaise μάστορα Ναζίμ. Ένα μέρος της ζωής σου το έριξες στον Σηκουάνα. Και το βρήκε ο κ. Dupont και δεν μπόρεσε να το παρομοιάσει με τίποτα. Δεν είναι ζήτημα η εξορία στο Παρίσι. Το χειρότερο είναι να ζεις σαν εξόριστος στη δική σου χώρα. Κοίτα τη δική μας κατάσταση σε τούτο το μικρό νησί. Είμαστε σαν διωγμένοι. Περιφέρονται σαν φαντάσματα ακόμα και εκείνοι από εμάς που δεν ξεκόλλησε το μάτι τους για πολλά χρόνια από την πολεμίστρα. Κανείς δεν τους γνωρίζει. Ούτε στις αγορές, ούτε στις τράπεζες, ούτε στα κυβερνητικά γραφεία. Σε όποιον τον ρωτήσει λέει τρεις φορές το όνομά του ο ήρωας διοικητής των βουνών. Κανέναν δεν γνωρίζει και κανείς δεν τον γνωρίζει. Πώς γίναμε ξένοι μεταξύ μας σε ένα μέρος τόσο μικρό όσο μια παλάμη.
Οι δολοφόνοι σου γυρίζουν ανάμεσά μας Αχμέτ Καγιά. Οι δολοφόνοι σου τραγουδούν στα καζίνα μας, παίζουν ρουλέτα. Δεν έχουμε υπόθεση. Να με συγχωρείς. Όλοι είναι βασιλιάδες και βασίλισσες στις σελίδες των εφημερίδων μας. Σε εκείνες τις σκηνές των καζίνων σείουν την Κύπρο, όπως και αν το κάνουν! Και εμείς τους χειροκροτούμε χωρίς να ντρεπόμαστε. Όλοι οι ποταποί, οι οποίοι σου κάρφωσαν το μαχαίρι στην τελετή εκείνο το βράδυ στην Κωνσταντινούπολη, είναι σεβαστοί φιλοξενούμενοί μας! Εκείνοι ετοίμασαν την κηδεία σου στο Παρίσι. Δεν τους συγχωρώ, έστω και αν ζητήσουν χίλιες φορές συγγνώμη. Εσύ είσαι Κούρδος. Εγώ είμαι Τουρκοκύπριος. Αλλά είναι ίδιος ο δήμιος και των δυο μας.
Έρχεται μια στιγμή που πεθαίνει ο ποιητής Αττίλα Ιλχάν; Δεν πεθαίνει. Ούτε εσύ πεθαίνεις. Αθάνατος θα μείνεις. Πέθαναν εκείνοι που απαγχόνισαν τον Ντενίζ, αλλά ο Ντενίζ ζει. Πες τους. Φώναξέ τους. Φώναξε από την αγκαλιά μιας μητέρας στα μαλλιά της οποίας πέφτουν αστέρια: Βεβαίως σηκώνω κεφάλι. Πισινό να σηκώσω;








