Αν κρίνουμε από συζητήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε πηγαδάκια, η μεγάλη πλειονότητα του κόσμου στηρίζει την πρόθεση του Υπουργείου Εσωτερικών για δραστική μείωση των δήμων. Ωστόσο, ο ένας μετά τον άλλο μικροί ή μεσαίοι δήμοι δημοσιοποιούν την αντίθεσή τους και επικαλούνται και την αντίδραση τοπικών κοινωνιών που ανησυχούν για απώλεια της «αυτονομίας» του δήμου τους. Την ίδια στιγμή η Ένωση Δήμων επισημαίνει ότι η επιτυχία της μεταρρύθμισης δεν θα κριθεί από το πόσο μικρός θα είναι ο αριθμός των δήμων, αλλά από τις νέες αρμοδιότητες που θα τους παραχωρηθούν, τη δυνατότητα να αυξήσουν τα έσοδά τους μέσα από αυξημένες υπηρεσίες που θα παρέχουν και εν τέλει από τον βαθμό διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας που θα αποκτήσουν. Το υπουργείο διαβεβαιώνει ότι οι νέες δημοτικές αρχές θα έχουν τα εχέγγυα να λειτουργούν ως τοπικές κυβερνήσεις, στο πλαίσιο αναβάθμισης της εφαρμογής της αρχής της επικουρικότητας. Για να λαμβάνονται όσο το δυνατό περισσότερες αποφάσεις πλησιέστερα στους πολίτες, όπως προβλέπει η Συνθήκη της ΕΕ.
Αν λοιπόν όλοι συμφωνούν ότι οι τοπικές αρχές πρέπει να ενισχυθούν και να περάσουν σε ένα ανώτερο στάδιο αυτοδιοίκησης, γιατί η μεγαλεπήβολη μεταρρύθμιση να περιοριστεί στη δημιουργία «μόνο» 15-16 ισχυρών δήμων, έναντι 350 κοινοτήτων που θα συνεχίσουν να λειτουργούν, σε ένα μεγάλο ποσοστό, ως φτωχοί συγγενείς της τοπικής αυτοδιοίκησης;
Αν η ευρύτερη εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας είναι προτεραιότητα, είναι ίσως η ώρα και η ευκαιρία να συζητηθεί, παράλληλα με την ενίσχυση των δημοτικών αρχών με χρήμα και εξουσία, η δημιουργία νέων δήμων, μέσα από τη συνένωση μικρών και ασθενικών δήμων με γειτονικές κοινότητες ή μέσω της συνένωσης μεγάλων γειτονικών κοινοτήτων σε δήμους. Η υφιστάμενη κακοδιαχείριση και διαφθορά σε δήμους δεν πρέπει να οδηγήσει στη… ρεβανσιστική κατάργηση «των μισών δήμων», γιατί κανένας δεν πείθει ότι αυτή είναι η συνταγή για εξαφάνιση είτε της κακοδιαχείρισης, είτε της διαφθοράς. Αν όντως το ζητούμενο είναι ισχυρές τοπικές αρχές για αμεσότερη εξυπηρέτηση του πολίτη σε ένα ευρύτερο φάσμα των αναγκών του, ώστε λιγότερο συχνά να απευθύνεται στα υπουργεία, απαιτείται μεγαλύτερη αποκέντρωση. Χωρίς εκπτώσεις στην ανάγκη να δημιουργηθούν παράλληλα και οικονομίες κλίμακος για εξοικονόμηση λειτουργικών εξόδων. Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί αν διατηρηθούν μικροί δήμοι περιορισμένων προοπτικών. Μπορεί όμως να επιτευχθεί με ενίσχυση αυτών των δήμων με κοινότητες ή και με συνένωση κοινοτήτων σε περιφερειακούς, αλλά δυναμικούς, δήμους. Εν ολίγοις, η μεγαλεπήβολη μεταρρύθμιση δεν πρέπει να στοχεύσει στη μείωση των δήμων, αλλά στη δραστική μείωση φτωχών, ανήμπορων και αναποτελεσματικών τοπικών αρχών, βοηθώντας όσο το δυνατό περισσότερες κοινότητες (αλλά και περιορισμένης εμβέλειας δήμους) να περάσουν σε ένα ανώτερο στάδιο βιώσιμης τοπικής αυτοδιοίκησης.








