Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι υπάρχουν μερικές χιλιάδες Κύπριοι άνδρες οι οποίοι μετά την επιστροφή τους από τις σπουδές τους δεν μπήκαν στην εφεδρεία της Εθνικής Φρουράς. Το σύστημα μάλλον δεν τους βρήκε. Σε τέτοια περίπτωση εμείς οι Κύπριοι έχουμε δύο επιλογές. Ή δεν κάνουμε τίποτα όπως ο βουλευτής του ΔΗΣΥ Δημήτρης Δημητρίου ή πάμε και κάνουμε καβγά στα γραφεία της στρατολογίας γιατί δεν μας καλούν. Δεν κατηγορώ κανέναν για την όποια επιλογή κι αν έκανε.
Ο γράφων όταν επέστρεψε στην Κύπρο από τις σπουδές του, τέλη της δεκαετίας του 1980, έκανε το δεύτερο και μάλιστα δημόσια. Με δύο βαρύγδουπα σχόλια σε εφημερίδα που εργαζόμουν τότε, έψεξα την Εθνική Φρουρά γιατί παρότι έναν χρόνο στην Κύπρο δεν είχα λάβει την κλήση να ξαναφορέσω το χακί για να υπηρετήσω την πατρίδα. Παρόμοια έκκληση είχε απευθύνει και ο δημοσιογράφος Μακάριος Δρουσιώτης από την εφημερίδα «Επίκαιρη» όπου εργαζόταν τότε με αρχισυντάκτη τον στρατηγό Λάζαρο Μαύρο. Η απόφαση να βγούμε και να καταγγείλουμε δημόσια την Εθνική Φρουρά –αν θυμάμαι καλά– λήφθηκε σε μια από τις πολλές συνάξεις μας στο στρατηγείο του Βάσου Πτωχόπουλου στο «Αιγαίο», τρώγοντας σαλάτα Πάτμου μετά σουβλακίου Χίου, πίνοντας αθάνατο ελληνικό κρασί, ψέλνοντας τον Ακάθιστο Ύμνο με ισοκράτες τον Άριστο Μιχαηλίδη και τον Βάσο, με κατακλείδα, εν είδει μουσικού επιδορπίου τον Λάζαρο να τραγουδά σε φάλτσο μινόρε το γνωστό άσμα «Μάνα μου Ελλάς που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς». Πού και πού ξεφύτρωνε και κανένας παραπονεμένος στίχος του Μιχάλη Πασιαρδή: «Είμαστε Έλληνες. Δεν καρτερούμε τίποτα, τίποτα απ’ την Αθήνα. Είμαστε Έλληνες, Έλληνες του πικρού καιρού και της απελπισίας».
Θυμάμαι τότε κάποιοι βετεράνοι της ΕΟΚΑ Β και κάποια στελέχη της αντιστασιακής ΕΔΕΚ που πριν μερικά χρόνια σκοτώνονταν μεταξύ τους, μου κτυπούσαν φιλικά την πλάτη για το θάρρος μου να ξεμπροστιάσω το ανίκανο Τμήμα Στρατολογίας. Η εν όπλοις υπηρεσία και ένας νέος τιτάνιος αντικατοχικός αγώνας μάλλον μπορούσε να ενώσει ξανά την Κύπρο.
Επιτέλους
Μερικούς μήνες μετά, επιτέλους, κάποιοι στην Εθνική Φρουρά εδέησαν και μας έστειλαν την πολυπόθητη ειδοποίηση ΦΑΠ. «Καλείστε να παρουσιαστείτε την τάδε ημερομηνία στο τάδε στρατόπεδο την τάδε ώρα κ.λπ.».
Μαζί με τον Μακάριο Δρουσιώτη βρεθήκαμε μετά από καμιά βδομάδα σε μιαν ποταμωσιάν κάπου έξω από το Μιτσερό μαζί με καμπόσους άλλους, οι περισσότεροι Λεμεσιανοί. Πρέπει να ήταν κάπου μέσα στον Φεβρουάριο διότι οι περισσότεροι κατέβηκαν από τα αυτοκίνητα μες στην τρελή χαρά φορώντας περούκες και μάσκες του καρναβαλιού: «Ήρθαμε με κάλυψη απόκρυψη κύριε διοικητά», δικαιολογήθηκαν χασκογελώντας, μπροστά στην έκπληκτη έκφραση του αξιωματικού που μας υποδέχθηκε.
Με σοβαρό ύφος και στεντόρεια φωνή ένας ταγματάρχης μας ανακοίνωσε στη συνέχεια το τάγμα μας. «Κύριοι ανήκετε πλέον στο ΤΑΠ».
Το ΤΑΠ
Πρόκειται για το Τάγμα Αναπληρώσεως Απωλειών. Δηλαδή ένα τάγμα δεύτερης γραμμής το οποίο σε περίπτωση πολέμου θα έστελνε εφεδρείες, στα τάγματα πρώτης γραμμής, αναπληρώνοντας τους στρατιώτες που έπεφταν στο πεδίο της τιμής. Την ίδια στιγμή είχε την ευθύνη να μεταφέρει τους νεκρούς στρατιώτες στα μετόπισθεν, να εξακριβώνει την ταυτότητά τους, να ενημερώνει την Εθνική Φρουρά και να φροντίζει τα της ταφής τους.
Χρειάζονταν βεβαίως ειδικά προσόντα γι' αυτή την εργασία, οπότε ως δημοσιογράφοι ο Μακάριος Δρουσιώτης και ο γράφων, ως καλοί γνώστες γραφής, ανάγνωσης και βασικής αριθμητικής, διοριστήκαμε υπεύθυνοι νεκροταφείου για να συμπληρώνουμε τους καταλόγους.
Μέχρι βέβαια την καταμέτρηση των πρώτων ηρωικών νεκρών, ο γράφων ορίστηκε, ως λοχίας που ήταν, στοιχειάρχης πολυβολητής, υπεύθυνος για δύο στοιχεία, τουτέστιν δύο επιταγμένα διπλοκάμπινα, στην κάσια των οποίων ετοποθετούντο δύο πενηντάρια του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Οδηγός μου ο Μακάριος Δρουσιώτης ο οποίος, όπως πάντα, διαμαρτυρόταν. Στα νιάτα του στον Μονιάτη είχε μάθε να οδηγεί κάτερπιλαρ, οπότε θεωρούσε ότι τουλάχιστον έπρεπε να του δώσουν να οδηγεί τανκ. Έστω το ρωσικό T- 34 απομεινάρι κι αυτό του Β Παγκοσμίου Πολέμου, που μας έφερναν από καιρού εις καιρόν μέσα στην ποταμωσιάν για επίδειξη. Έμεινε με «δκυο σιείλη καμένα» αρκούμενος στο διπλοκάμπινο.
Τα χρόνια της εφεδρείας
Από τις πρώτες εμφανίσεις μας χρεωθήκαμε όπλα, κράνη, εξαρτύσεις. Ένα ημιαυτόματο Ζάσταβα, έναν ττενεκούδιν σφαίρες σφραγισμένο, αντίσκηνο, παλλουκούδκια. Βεβαίως και στρατιωτική στολή και άρβυλα. Τζάκετ υπήρχε μόνο small αλλά το χρεώθηκα με την υποχρέωση να το φέρω στην επόμενη παρουσίαση που θα έρχονταν τα large. Άρβυλα χρεώθηκα νούμερο 41 ενώ φορούσα νούμερο 45 αλλά κι αυτά θα μου τα αντικαθιστούσαν στην επόμενη κλήση.
Στην επόμενη κλήση εμφανίστηκα περίπου ως στρατιώτης-ράπερ. Με χακί στρατιωτικό παντελόνι και πουκάμισο, μαύρα αθλητικά παπούτσια Air Jordan και ένα μπλε τζάκετ με κουκούλα που είχα αγοράσει στη Νέα Υόρκη. Ως λοχίας στεκόμουν και στην πρώτη σειρά, όπως τον ράπερ μες στο γάλα. Εννοείται βέβαια ότι τα άρβυλα νούμερο 41 και το τζάκετ το μικρό τα είχα στο αυτοκίνητο, έτοιμος για την ανταλλαγή. Τα έπαιρνα και τα έφερνα τα επόμενα 10 χρόνια χωρίς να βρεθούν τα σωστά μεγέθη στα ρούχα μου. Αλλά δεν το πίεζα κι εγώ. Τα Air Jordan πάντοτε είναι πιο άνετα από τις αρβύλες του στρατού, όσο δε για το τζάκετ μάλλον τα επόμενα χρόνια βρέθηκα εκτός προδιαγραφών ΕΦ, αφού αντί large, το παχουλοδροσάτο μου σαρκίο δεν βολευόταν κάτω από double extra large. Με στραβοκοίταζε βέβαια κάθε φορά ο ταγματάρχης, χαμογελούσα κι εγώ με στην παραδκιάνταλη στρατιωτική μου στολή και στη συνέχεια, ως πασh δημοσιογράφος που ήμουν, με καλούσε κάτω από τον ίσκιο της καλύτερης τερατσιάς να πιούμε έναν καφέ. Ενίοτε στην παρέα ερχόταν και ο ταξίαρχος. Στραβοκοίταζε κι αυτός τα αθλητικά παπούτσια, του έριχνε ωστόσο ο ταγματάρχης ένα «είναι πολύ καλός έφεδρος ο Διονυσίου, δεν έχει χάσει κλήση στην εφεδρεία» οπότε ζητούσε κι αυτός έναν καφέ και προχωρούσαμε.
Οι πιο ωραίες μέρες της εφεδρείας ήταν, όπως αντιλαμβάνεστε, αυτά τα πρωινά κάτω από τις τερατσιές και τα πεύκα πουκατωθκιόν της Μαδαρής. Δύο με τρεις φορές τον χρόνο μαζευόμασταν καμιά 200αριά Λεμεσιανοί, πίνοντας καφέ Πόκα, λέγοντας ανέκδοτα και περιμένοντας τον σαντουιτσή. Με εξαίρεση βλέπετε την πρώτη φορά, κατά την οποία φάγαμε μπριζόλες, όλες τις υπόλοιπες το μενού ήταν λυμένα τζιαι σταμένα σάντουιτς με ξινισμένη ντομάτα μετά βραστών χυμών.
Για να μην θεωρηθώ ισοπεδωτικός θα πρέπει να αναφέρω ότι στα 25 χρόνια εφεδρείας πήγαμε μία φορά πορεία 12 χλμ. και κάναμε και αρκετές φορές βολή.
Φαντάζομαι όλοι θυμάστε τα θεϊκά αυτά παραγγέλματα στο πεδίο βολής και κυρίως την εκτέλεσή τους:
- Γραμμή βολής προσοχή. Ακολουθούσαν 10 διαφορετικά πατ… προς δόξαν του κυπριακού συγχρονισμού.
- Την εκ του πρηνηδόν θέση λάβατε. Δύο λεπτά για να βολέψει ο καθένας μας την σκεμπέ του πάνω στο αδιάβροχο σηκώνοντας μετά το ένα πόδι πάνω.
- Γεμιστήρας των 20 φυσιγγίων αναλάβατε, τοποθετήσατε, οπλίσατε, ασφαλίσατε. Με τη φωνή από το βάθος της γραμμής βολής να διαμαρτύρεται: «Εν ημπαίνει η μαυρογέρημη».
- Στόχους αναγνωρίσατε… Για να ξεκινήσει το… έν είδον, δύο είδον… τρία ο στόχος έν' κάτω κύριε λοχαγέ…
- Απασφαλίσατε, στοχεύσατε ….
- Άρξασθε πυρ… με το βουνό απέναντι να κοχλάζει μέσα στη σκόνη και τον λοχαγό να ουρλιάζει ότι οι σφαίρες πάνε στον γάμο του Καραγκιόζη!
Οι Λεμεσιανοί βεβαίως πάντα 10 φυσίγγια έβαζαν στη γεμιστήρα. Τα άλλα 10 τα έβαζαν στην πούγκαν τους. Όσοι κάνουν Πρωτοχρονιά στη Λεμεσό ξέρουν ακόμα μέχρι σήμερα τι γίνονται αυτά τα φυσίγγια. Υψώνεις το ποτήρι να πεις καλή χρονιά στις 12 ακριβώς, αλλά στις 12 και ένα λεπτό μετά τα μεσάνυκτα, έχεις την εντύπωση ότι είσαι παρών σε οδομαχία στα περίχωρα της Δαμασκού μεταξύ τζιχαντιστών και οπαδών του Άσαντ.
Αναρωτιέμαι
Υπηρέτησα 24 μήνες ως κληρωτός, αρχικά στη Βυζακιά, μετά ως εκπαιδευτής στη Λεμεσό για να απολυθώ από τη Μοσφιλωτή σκάβοντας τους 3 τελευταίους μήνες ορύγματα υπό τις διαταγές του Χούχλια. Από το 1990 έως και το 2015 ήμουν στην εφεδρεία μαζί με χιλιάδες άλλους συμπατριώτες. Αναρωτιέμαι βέβαια πάντα αν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι καλύτερο. Ίσως να ήμασταν πιο χρήσιμοι αν καθαρίζαμε τους αυτοκινητόδρομους, ή αν μας έπαιρναν στα καμένα δάση για αναδάσωση, ή μας ζητούσαν να κάνουμε κοινωνική εργασία.
Αντιλαμβάνομαι βέβαια τα νεύρα όσων εξακολουθούν να πηγαίνουν και τον θυμό τους για όσους για κάποιο λόγο καταφέρνουν να τη σκαπουλάρουν. Νομίζω αυτά τα νεύρα ας τα διοχετεύσουμε πιο δημιουργικά. Αν θα πορευθούμε κι άλλο χωρίς λύση που θα διασφαλίζει την ειρήνη, οπότε θα τραβολογούν τους νεότερους για άλλα 45 χρόνια στα κυπριακά στρατά, ας ζητήσουμε να γίνεται κάτι έστω σωστά. Τουλάχιστον… να αντέξουμε σε μια νέα επίθεση 48 ώρες ώστε να προλάβουν όλοι οι ηγέτες μας με τα παιδιά τους να φύγουν για την Ελβετία όπου έχουν και τις καταθέσεις τους. Ή τέλος πάντων να προλάβει το ξανθό γένος να μας σώσει ή ο άγιος Παΐσιος να κάνει το θαύμα του.
Προσωπικά πάντως και με την εμπειρία που αποκόμισα μέχρι στιγμής δηλώνω ότι δεν πρόκειται να ξαναγγίξω όπλο, ούτε διάθεση έχω να σκοτώσω κανέναν. Η χρήση όπλων σε αυτή τη χώρα δεν έλυσε κανένα πρόβλημα. Απεναντίας έκανε τα προβλήματά μας ακόμα πιο μεγάλα.







