Όταν μιλάμε για μεγάλους Έλληνες πολιτικούς, συνήθως ξεχνάμε έναν από τους πιο καθοριστικούς για τη μοίρα της, τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο. Οι πολιτικές του επιτυχίες ήταν καθοριστικές. Όλες χαρακτηρίζονταν από την ήρεμη δύναμη του ορθολογισμού και του αποφασιστικού χειρισμού. Όμως, δεν κόμπαζε γι’ αυτές, δεν τις συνέδεε με επικοινωνιακά παιγνίδια, γι’ αυτό και οι επιτυχίες του είναι σχετικά άγνωστες.
Ο κύριος όγκος της δουλειάς για αναδασμό της γης, ο περίφημος νόμος περί ευθύνης υπουργών, η έναρξη της εκβιομηχάνισης της χώρας, οφείλονται σ’ αυτόν. Δεν είναι αρκετά εντυπωσιακά επιτεύγματα; Τότε ας θυμηθούμε πως σ’ αυτόν οφείλεται η για πρώτη και τελευταία φορά ελληνική κατάκτηση οθωμανικού εδάφους, χωρίς πόλεμο, μόνο με σκληρές διαπραγματεύσεις (ενσωμάτωση της Θεσσαλίας και τμήματος της Ηπείρου, το 1881). Ή ότι κατάφερε να κάνει άλματα στο κρητικό ζήτημα, που προετοίμασαν τον δρόμο της ένωσής της με την Ελλάδα. Και μάλιστα αποφεύγοντας τον πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία – στον οποίο πόλεμο τον έσπρωχναν όλοι, εντός και εκτός Ελλάδας.
Δεν ήταν μόνο ένας πανέξυπνος και αποτελεσματικός πολιτικός, ήταν προ πάντων αυθεντικός και γνήσιος. Το προσωπικό του συμφέρον, οι «επικοινωνιακές ανάγκες», τα θεατριλίκια, δεν τον ενδιέφεραν. Ήξερε πολύ καλά ότι οι Έλληνες αρέσκονται στο φωνακλάδικο και εντυπωσιακό, γι’ αυτό και δεν περίμενε καταξίωση. Γι’ αυτό και προσηλωνόταν πάντα στην ουσία, στο ότι έκανε το καλό.
Όταν κάποτε οι Έλληνες αποφασίσουν να κάνουν το καλό και να βλέπουν την ουσία, ίσως τον ανακαλύψουν.
Γνώση και πράξη
Το πρόβλημά μας σήμερα δεν είναι πια η γνώση. Τουλάχιστον στον μικρόκοσμο της καθημερινότητάς μας είμαστε σε θέση να ξεχωρίσουμε το καλό από το κακό, το σωστό από το λάθος. Εντάξει, η γνώση εξελίσσεται με ιλιγγιώδη ρυθμό, ο κόσμος σε μια δεκαετία θα διαφέρει από τον σημερινό όσο ο 21ος αιώνας από τα μέσα του 20ού. Αλλά στα απλά καθημερινά διλήμματα συνήθως ξέρουμε το σωστό και το λάθος. Μικρότητες, φόβοι, ανασφάλειες, το ένστικτο της επιβίωσης, όλα αυτά μπορεί να μολύνουν το πεδίο κάθε φορά, αλλά η συμβατική τουλάχιστον αλήθεια είναι εκεί και μας περιμένει. Να την ανακαλύψουμε ή να την περιφρονήσουμε.
Με άλλα λόγια, σήμερα είμαστε πολύ λιγότερο δικαιολογημένοι να προσποιούμαστε ότι δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε το καλό από το κακό απ’ ό,τι οι πατεράδες και οι παππούδες μας. Αυτό κάνει τα πράγματα πιο οριακά για εμάς. Ο καθένας μας καταλαβαίνει από την καθημερινότητά του πόσο και πότε τον νικούν οι αδυναμίες μας – τόσο ώστε να καμωνόμαστε πως δεν ξεχωρίζουμε το σωστό από το λάθος. Στη δουλειά, στο σπίτι, στην παρέα.
Όλη αυτή η εξέλιξη στη σχέση μας με τη γνώση έχει δημιουργήσει ένα παράδοξο: Οι απλοί άνθρωποι αισθανόμαστε ότι «δικαιούμαστε» να κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας πως είναι «μαγκιά» να σκύβεις το κεφάλι στον προϊστάμενο, είναι δείκτης «εξυπνάδας» το να λες ψέματα για να ξεφύγεις, είναι «μαεστρία» να αποφύγεις να πληρώσεις τον λογαριασμό στην ταβέρνα. Αλλά την ίδια ώρα, επειδή ακριβώς έχουμε πια αρκετή γνώση, επειδή ξέρουμε καλύτερα από χθες να ξεχωρίζουμε το καλό από το κακό και το σωστό από το λάθος, είμαστε πολύ πιο απαιτητικοί με τους «από πάνω». Έτσι, στα μάτια μας, όταν ο προϊστάμενος σκύβει το κεφάλι στον υπουργό δεν είναι μάγκας αλλά σκουλήκι, όταν ο εργολάβος που σου κτίζει το σπίτι λέει ψέματα για να ξεφύγει δεν είναι έξυπνος αλλά λαμόγιο, όταν ο παρέας καταφέρνει να αποφύγει την πληρωμή του λογαριασμού είναι ξεφτίλας. Διπλά γυαλιά για την ίδια πραγματικότητα. Αλλά αυτά που φοράμε για τους άλλους, και κυρίως για τους «από πάνω», είναι τώρα πολύ πιο αυστηρά απ’ ό,τι χθες. Και πιο απαιτητικά και δίκαια.
Γι’ αυτό σήμερα είναι πολύ πιο δύσκολο από χθες να είναι κανείς προβεβλημένος πολιτικός. Η κριτική είναι πολύ πιο αυστηρή απ’ ό,τι χθες. Για την ακρίβεια, είναι πιο δίκαιη από χθες. Είμαστε ακόμη – κακώς – επιεικείς με τον εαυτό μας, αλλά είμαστε πια πιο συνειδητοί και δίκαιοι – καλώς – με τους έχοντες εξουσία.
Ο αγνοούμενος Αλέξανδρος
Ο Κουμουνδούρος ήταν της άποψης ότι όχι μόνον οι άνθρωποι, αλλά και τα κράτη κερδίζουν στο τέλος, αν συμπεριφέρονται ειλικρινά και έντιμα. Δεν ήταν αφελής, ήταν σκληρός διαπραγματευτής, ήταν δεινός αναλυτής των αντιπάλων στη διεθνή κονίστρα, δεν δίσταζε να κάνει ριψοκίνδυνες κινήσεις. Αλλά είχε πάντα έναν σταθερό δείκτη συμπεριφοράς: Δεν ξεγελούσε κανέναν, ήταν ειλικρινής και αυθεντικός.
Σήμερα, θα ήταν ένα διαμάντι της πολιτικής. Η Ελλάδα και η Κύπρος των φωνακλάδων δεν τον τίμησαν όσο του άξιζε. Ούτε και αναζήτησαν στον 19ο και στον 20ό αιώνα πολιτικούς που θα συνέχιζαν να οδηγούν το τρένο της χώρας στις ίδιες ράγιες. Τους «ξέφυγαν» κάπως ο Τρικούπης, ο Βενιζέλος και κάποιοι πιο σύγχρονοι. Αλλά πάντα στο τέλος νικούσαν οι Γουλιμήδες και οι Ζαΐμηδες.
Όμως, όπως και να το κάνουμε, σήμερα οι άνθρωποι μπορούν να κρίνουν κάπως καλύτερα.
Ο προφανής Νίκος
Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης είναι εξαιρετικά άτυχος. Δεν έγινε Πρόεδρος το 1980, ούτε το 2000. Είναι Πρόεδρος το 2019. Οι άνθρωποι μπορούν πια να ξέρουν και να ξεχωρίζουν. Εξακολουθούν να είναι επιεικείς με τον εαυτό τους, αλλά πλέον όχι τόσο πολύ με τους «από πάνω».
Εντάξει, όπως συμπεριφέρεται, η απύθμενη «ειλικρίνειά» του και η «αυθεντικότητα» κάθε του εμφάνισης θα ήταν πρόβλημα ακόμη και τη δεκαετία του ’60. Αλλά θα επιβίωνε. Σήμερα, δύσκολο. Για την ακρίβεια, σήμερα είναι πια πολύ δύσκολο, σε μιαν ειλικρινή κουβέντα ακόμη και με φίλους του ΔΗΣΥ, να βρεις έστω και έναν που να τον πιστεύει. Μπορεί να σου βρουν χίλιες δυο δικαιολογίες γιατί δεν τον αποκηρύσσουν δημόσια. Αλλά ξέρουν.
Νομίζαμε πως η ελληνοκυπριακή Κύπρος είναι εντελώς αποστειρωμένη. Ελέγχεις τα ΜΜΕ, «συνεννοείσαι» με είκοσι παράγοντες, και τελείωσε. Δεν πα να σε έχουν καταλάβει όλοι οι διεθνείς παίκτες, δεν τρέχει τίποτε. Να όμως που πέσαμε έξω. Το μικρόβιο της αμφισβήτησης του Προέδρου έχει τόσο πολύ διαδοθεί μέσα στην κοινωνία, που είναι να το ζηλεύει και ο ιός της γρίπης Α. Ορθά ή λανθασμένα, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης είναι ποιοτικά ο λιγότερο πιστευτός Πρόεδρος στην ιστορία της Δημοκρατίας. Για ό,τι ανοίξει το στόμα του, από τα «χρυσά διαβατήρια» μέχρι το Κραν Μοντανά, από τους διορισμούς αρίστων μέχρι το «έγγραφο» της 4ης Ιουλίου, είναι επικοινωνιακή καταστροφή.
Γιατί; Διότι, ευτυχώς για τον Κουμουνδούρο, δεν συναντήθηκαν ποτέ.
Καλάθι
- Πρόεδρε, επειδή οι άνθρωποι γύρω σου δεν θα σου το πουν ποτέ, μια συμβουλή από κάποιον που δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να σε καλοπιάνει: Μην ξαναμιλήσεις ο ίδιος για τα «χρυσά διαβατήρια», και κυρίως για το «έγγραφο» της 4ης Ιουλίου. Τα κάνεις χειρότερα μέσα στην κοινή γνώμη, και στο τέλος θα μπλέξεις άσχημα και επί της ουσίας. Άσε τον Πετρίδη και τον Χριστοδουλίδη να «καθαρίσουν». Έχουν πολλά αποθέματα στην εικόνα τους να δαπανήσουν.
- Είναι τόσο αδιέξοδη η κατάσταση στα κανάλια, που εδώ και μια βδομάδα έχουν πρώτη είδηση τις «εξελίξεις» στην υπόθεση Ουζόχο. Και ποδοσφαιρόφιλος είμαι, και τα αθλητικά με ενδιαφέρουν. Αλλά το πράγμα έχει ξεφύγει. Φανταστείτε τι θα γινόταν αν τα κανάλια δεν είχαν και τον Κλεάνθη να πανηγυρίζει που έπεσε και μια φορά μέσα με τον καιρό, αυτές τις μέρες. Τα ρεπορτάζ για τον Ουζόχο θα επεκτείνονταν στο μισάωρο. Καλύπτοντας ακόμη και το δράμα της τρύπιας κάλτσας που του έδωσαν στην προπόνηση.
- Αβέρωφ Νεοφύτου: Μαεστρικός ο χειρισμός του ψηφοδελτίου για τις ευρωεκλογές.! Από την άλλη, η επιλογή «διεμβολισμού» του ΕΛΑΜ, και το να ρίξει στα πόδια των «σίγουρων» τον λαγό του αριστίνδην, έχουν υψηλό ρίσκο. Ίσως γίνουν μπούμερανγκ μακροπρόθεσμα. Και πρόσεχε με τα tweets, Πρόεδρε. Η χρήση στίχων από τραγούδια της Αννούλας δεν θα βγάλει στη φόρα μόνο στίχους από άλλα τραγούδια της, που δεν βολεύουν, αλλά ίσως ακόμη και το πραγματικό παρασκήνιο της «υποψηφιότητάς» της. Δεν συμφέρει…







