«Για μία συνειδητοποιημένη ύπαρξη, το να υπάρχει είναι συνώνυμο του να αλλάζει· το να αλλάζει είναι συνώνυμο του να ωριμάζει· και το να ωριμάζει είναι συνώνυμο του να αναδημιουργεί τον εαυτό της αδιάκοπα» (Henri Bergson).
Ο όρος «αλλαγή» είναι, σημειολογικά, εξαιρετικά πολύσημος. Και συναισθηματικά αμφίσημος. Κανένας μας δεν μπορεί να πει ότι δεν το έχει βιώσει: Από τη μία, σε πολλά επίπεδα της ζωής μας – από την καθημερινότητα μέχρι κρίσιμα ζητήματα – η δίψα για αλλαγή και η αναζήτησή της είναι πολύ συχνά παρορμητική ανάγκη. Από την άλλη, η λέξη αυτή μας τρομάζει υποσυνείδητα· γιατί σηματοδοτεί την πιθανότητα απομάκρυνσης από αυτό που ξέρουμε, από αυτό στο οποίο έχουμε συνηθίσει. «Αλλαγή» δεν σημαίνει μόνο μεταβολή. Μπορεί να σημαίνει και μετατροπή, αντικατάσταση αυτού που ξέρω.
Η «αλλαγή» είναι «δώρο κι εφιάλτης»…
Ελπίδα και Απειλή
Τον όρο «Αλλαγή» τον καθιέρωσε στο ελληνοκυπριακό σκηνικό ο ΔΗΣΥ και ο Γλαύκος Κληρίδης παραμονές των προεδρικών εκλογών του 1983. Για τους επικοινωνιολόγους τότε, τα πράγματα ήταν πιο απλά, πιο εύκολα: Ο κόσμος είχε βαρεθεί την παραφθορά της κατεστημένης εξουσίας (Μακάριος – Κυπριανού), ο Σπύρος Κυπριανού είχε φθαρεί μέσα από τις γνωστές ατάκες («Η Κύπρος είναι υπό κατοχή και η Μιμή Κυπριανού αγοράζει για το προεδρικό μαχαιροπήρουνα Christophe»). Άρα, απέναντι στη σήψη της στατικότητας προτείνουμε «Αλλαγή». Ακόμη και την περίοδο που το κατεστημένο είχε στη φαρέτρα του το μεγάλο «επίτευγμα»: Στη ράχη των προσφύγων, της υπεραξίας που δημιούργησε η δυστυχία τους για τις περιουσίες των υπολοίπων και των φτηνών εργατικών χεριών τους, άρχισε να εκσφενδονίζεται η ελληνοκυπριακή οικονομία. Ακόμη και τότε!
Το πείραμα των επικοινωνιολόγων του ΔΗΣΥ και του Κληρίδη τότε δεν πέτυχε πλήρως. Ήταν πρόωρο ακόμα. Έβαλε, όμως, τα θεμέλια για την «αλλαγή» μία δεκαετία αργότερα. Παρ' όλα αυτά, ήταν οι εύκολες εποχές. Ακόμη και για τους επικοινωνιολόγους. Άσπρο-μαύρο, και πάλη για να κερδηθεί το λίγο γκρίζο. Σήμερα, σε έναν τόσο πολύπλοκο κόσμο, τα πράγματα είναι εφιάλτης. Όχι μόνο για τους πολιτικούς ηγέτες και τους επικοινωνιολόγους, αλλά και για τον καθένα από εμάς. Αν εξαιρέσουμε όσους δεν έχουν μόνιμη βλάβη λόγω ιδεολογικής ή συμφεροντολογικής προδιαγραφής, οι περισσότεροι πολίτες δεν ξέρουν ακόμη ποιον θα ψηφίσουν για επόμενο Πρόεδρο της ελληνοκυπριακής πολιτείας και γιατί. Αν εξαιρέσουμε τους πιο πάνω («ό,τι πει το κόμμα», δηλαδή Αβέρωφ, «ό,τι πει η εκκοσμικευμένη ακροδεξιά», δηλαδή Νίκο), από τους υπόλοιπους πολίτες οι περισσότεροι κολυμπούν στο πέλαγος του «θέλω αλλαγή – φοβάμαι την αλλαγή». Αλλά, ακόμη και οι ταγμένοι στο ίδιο πέλαγος κολυμπούν: Άλλοι θέλουν Αβέρωφ ή Νίκωφ για «αλλαγή», και άλλοι ακριβώς επειδή φοβούνται την Αλλαγή.
[caption id="attachment_725514" align="aligncenter" width="1000"]

Οι «άλλοι»
Η αμφιθυμία για το τι και πόση αλλαγή θέλουμε είναι μεγάλο πρόβλημα και για τους ανθρώπους που κατατάσσουν τον εαυτό τους στην αντιπολίτευση. Διότι, «αλλαγή» μπορεί να σημαίνει πολλά. Από το να εκλέξουμε στην προεδρία έναν «δικό μας» για να μπορούμε να κάνουμε διορισμούς μέσω των δικών μας και να σταματήσουμε να είμαστε «στην απ' έξω», μέχρι το να αλλάξουν ουσιαστικά οι δομές και να ανατραπεί το κομματικό σύστημα – στο οποίο έχουμε συνηθίσει και στο οποίο επιβιώνουμε.
Ακόμη και η προσδοκία «να φύγει αυτή η διεφθαρμένη κυβέρνηση» μπορεί να κρύβει στο βάθος και τη διέξοδο: «Επειδή δεν ξέρω τι θέλω στο Κυπριακό, επειδή δεν είμαι βέβαιος αν θέλω να συμβιώσω με τους Τουρκοκύπριους και να συνδιαχειριστώ μαζί τους το κράτος ΜΑΣ, προτάσσω ως σημαντικότερο το να απαλλαγούμε από τη διαφθορά της κυβέρνησης των διαβατηρίων του Αναστασιάδη». Κάπως έτσι, ένας πραγματικά ευγενής στόχος (η αλλαγή για να απαλλαγούμε από την ακραία διαφθορά) μπορεί να γίνει η γέφυρα για να μεταβούμε «ομαλά» από τις αγωνίες μας στη διέξοδο από αυτές· στο άλλοθι για να αποφύγουμε να τις δούμε κατάματα.
Συνολικά
Επομένως, η πραγματική Αλλαγή δεν είναι θέμα ποσότητας, δηλαδή πόσο ριζική θέλω να είναι η αλλαγή σε έναν τομέα. Είναι, κυρίως, θέμα συνολικότητας: Πόσο διατεθειμένος είμαι να γίνουν θετικές τομές σε όλα τα επίπεδα, για το συλλογικό καλό, χωρίς να εξαιρώ τον ένα ή τον άλλο τομέα επειδή εκεί με φοβίζει η Αλλαγή. Δεν μιλούμε για σαρωτικότητα που δεν θα αφήσει τίποτε όρθιο, μιλάμε για συνολικότητα. Γιατί, δεν υπάρχει κανένας τομέας της συλλογικής ζωής που να είναι ξεκομμένος από τους υπόλοιπους.
Όλη αυτή την περίοδο, μέχρι τις προεδρικές εκλογές σε έναν χρόνο, το βασικό στοίχημα για τους πολίτες είναι πόσο πολύ θα αλλάξουν οι ίδιοι, πόσο πολύ θα συμφιλιωθούν μέσα τους με αυτή τη συνολικότητα του χαρακτήρα της Αλλαγής. Αν αυτό γίνει καθόλου ή ελάχιστα, τότε δεν έχει και ιδιαίτερο νόημα η διαδικασία επηρεασμού των ηγεσιών: Αυτές θα πάρουν το μήνυμα πως όλα ακολουθούν την πεπατημένη και θα καθορίσουν την πορεία τους συμβατικά.
Τα πράγματα, όμως, λειτουργούν αμφίδρομα. Από το πόσο συνολική είναι η αλλαγή που επαγγέλλεται ένας πολιτικός φορέας ή ένας υποψήφιος εξαρτάται και το πόσο θα πείσει. Γιατί, μπορεί οι πολίτες να επηρεάζονται από επικοινωνιακούς παράγοντες (ο χ υποψήφιος είναι statesman, ήπιος, ευφραδής κ.λπ.), αλλά την ίδια στιγμή έχουν και τα δικά τους διαισθητικά κριτήρια:
- Ειλικρίνεια και αυθεντικότητα. Μακριά από τον κενό και ξύλινο λόγο, με τις ξύλινες προθέσεις.
- Πραγματική και όχι εικονική τόλμη και αποφασιστικότητα.
- Ανεξαρτησία από υπόγειες και άνομες δεσμεύσεις.
Το πόσο συνολικά θα αντιμετωπίζει την πραγματικότητα ένας υποψήφιος και το πόσο συνολικές και συγκεκριμένες αλλαγές θα προτείνει, θα καθορίσει το πόσο θα πείσει ότι είναι αυθεντικός, τολμηρός, και ανεξάρτητος.








