Οι δικαστές, έγραψε κάποτε ένας Έλληνας πρωτοδίκης δικαστής, είναι οι μόνοι επαγγελματίες που συνειδητά κάνουν κακό σε ανθρώπους. Τους κλείνουν φυλακή, τους αφαιρούν την περιουσία, τα σπίτια τους, τους στερούν τα παιδιά τους, αποφασίζουν για τις ζωές τους.
«Θέλουν να τους βλάψουν, διότι έτσι πρέπει, διότι έτσι επιβάλλουν οι νόμοι. Ποιος άλλος παίρνει συνειδητά και νόμιμα τέτοιες βλαπτικές αποφάσεις για τις ζωές των ανθρώπων; Δεν γίνεται λόγος απλά για κρίσιμες αποφάσεις, αλλά για αποφάσεις που βλάπτουν, τιμωρούν, στερούν, αφαιρούν». Ποιος θα αποτιμήσει το κόστος για όλα αυτά; Διερωτήθηκε στα ίδια γραφόμενά του, ένας άνθρωπος ανήκων στο ίδιο έθνος, διορισθείς όμως στο λειτούργημα του δικαστικού λειτουργού σε νομικό σύστημα, το οποίο δεν προσιδιάζει με το ιθαγενές και την αποικιοκρατική του καταβολή.
Το πρώτο, εκείνο στην Ελλάδα δηλαδή, έχει ως αποφασιστικό κριτήριο το σύστημα επιτυχίας σε γραπτές εξετάσεις και δεν στηρίζεται επ’ ουδενί σε συστάσεις όπως το σύστημα στην ημετέρα νήσο. Περαιτέρω, αποστέλλει τους επιλεγέντες κατόπιν εξετάσεων σε σχολή δικαστών, στην οποία φοιτούν επί τετραετίας, αμειβόμενοι με μισθό και ακολούθως κατεβαίνουν στις έδρες. Οι δικαστές στην Ελλάδα ανήκουν σε διάφορες κοινωνικές τάξεις. Οποιοσδήποτε γιος αγρότη και βιοπαλαιστή με πτυχίο νομικής μπορεί να παρακαθήσει στις εξετάσεις για τη σχολή δικαστών και να πετύχει, εάν η επίδοσή του είναι εξαιρετική και ανήκει σε εκείνους που λέμε διαβαστερούς.
Στη νήσο
Στη νήσο, ανέκαθεν, η δικαστική εξουσία απαρτιζόταν αρχικά από την αστική τάξη, η οποία στα παλιά χρόνια ήταν η μόνη που διέθετε τα οικονομικά μέσα για σπουδές, στη χώρα των Λόρδων. Ακολούθως, η εν λόγω αστική τάξη καθιέρωσε το ισχύον σύστημα διορισμού, το οποίο -ακόμα και σήμερα που υπέστη μερικές διαφοροποιήσεις- στηρίζεται κατά κύριο λόγο στις συστάσεις δικαστών για υποψηφίους δικηγόρους. Οι δικηγόροι, για να μπορέσουν να έχουν συστάσεις, πρέπει να τύχουν της ευκαιρίας να εργαστούν σε τέτοια πόστα και με τέτοιες υποθέσεις και σε εκείνα τα γραφεία που θα μπορέσουν να παρουσιάσουν έργο σε εκείνους που θα τους δώσουν συστάσεις για να διοριστούν. (Παράλληλα, τίθεται και το ερώτημα, περί του κατά πόσον προκαλεί, αναπόφευκτα, το να έχει στο μυαλό του ο δικηγόρος την ώρα που υπηρετεί τα συμφέροντα των εντολέων του στο δικαστήριο και το να είναι παράλληλα αρεστός στο δικαστήριο, για να μπορέσει να λάβει συστάσεις, σε περίπτωση που υποβάλει μελλοντικά αίτηση για διορισμό στη δικαστική υπηρεσία).
Ουδέποτε, νομίζω, ασκήθηκε εις βάθος κριτική στο σύστημα διορισμού δικαστών στην Κύπρο, όπως ομοίως δεν ασκείται, όταν εμφανίζεται το φαινόμενο, να παραμερίζονται αποφάσεις από το Ανώτατο Δικαστήριο, με συγκεκριμένες εφετειακές υποδείξεις περί καταφανώς και σε μεγάλη έκταση εσφαλμένου προσανατολισμού πρωτόδικων δικαστηρίων.
Θα έπρεπε όμως να απασχολεί περισσότερο, δεδομένου ότι τα μέλη που απαρτίζουν μια από τις τρεις εξουσίες, ίσως να έπρεπε να είχαν α) μια πιο αντιπροσωπευτική εκπροσώπηση του μέσου συνετού ανθρώπου, ο οποίος, κατά τον Κ. Τσάτσο, «λογικοποιεί το αίσθημα δικαίου, ως δύναμης που διαμορφώνει τη δικαστική κρίση» και β) μια πιο αντιπροσωπευτική εκπροσώπηση από όλες τις κοινωνικές τάξεις.
Ναι, τα λάθη είναι ανθρώπινα, όπως είπε και έγκριτος νομικός, απαντώντας τις προάλλες σε σχετική ερώτηση στο ραδιόφωνο του Πολίτη, αναφορικά με την παραμερισθείσα πρωτόδικη δικαστική κρίση για τη δεκαεννιάχρονη Αγγλίδα.
Ο νομικός κόσμος, όμως, αποφεύγει να συζητήσει δημόσια το γιατί, τα τελευταία δέκα τουλάχιστον χρόνια, εμφανίζονται περισσότερες εφετειακές αποφάσεις, οι οποίες παραμερίζουν πρωτόδικες κρίσεις με αντίστοιχες, όπως η πρόσφατη, καταπελτικές αποφάνσεις και υποδείξεις επί ζητημάτων θεμελιακών επί της δίκης.
Από την άλλη, η δικαστική εξουσία δεν ήταν ποτέ επιεικής με θεμελιώδη σφάλματα δικηγόρων, αφού εισήγαγε τα τελευταία χρόνια στη νομολογία μας τον όρο «έκδηλα ανίκανη δικηγορία», ως λόγο παραμερισμού απόφασης, ο οποίος προκαλεί μη δίκαιη δίκη.
Αν και το ΕΔΑΔ έχει αποφανθεί, τα πρόσφατα χρόνια, ότι είναι επιτρεπτή η κριτική των δικαστικών αποφάσεων, ακόμα και η έντονη κριτική, αυτή παρουσιάζεται στη δική μας δημόσια σφαίρα από τον νομικό κόσμο, είτε αποχρωματισμένη, είτε με αποστάσεις ασφαλείας. Έπρεπε να μας πει το Ανώτατο, εν έτει 2022, ότι ορισμένες πρακτικές συμπεριφορών από πρωτόδικους δικαστές, κατά τη διάρκεια διαδικασιών ή δικασίμων, είναι εσφαλμένες.
Εμείς οι ίδιοι οι δικηγόροι και οι Σύλλογοί μας, ουδέποτε προστατεύσαμε τους εαυτούς μας από αυτές, ούτε τους εντολείς μας.
Σε μια εποχή που ξεκινήσαμε να μιλάμε για κακοποίηση εργαζομένων και συνεργατών σε διάφορα εργασιακά περιβάλλοντα, με λεκτικές επιθέσεις, απαξιωτικές ή εξευτελιστικές συμπεριφορές, ποιος θα φέρει στο μυαλό του συνειρμούς αντίστοιχων ή παρεμφερών συμπεριφορών, προερχόμενες από ορισμένες πάντα πρωτόδικες έδρες, στρεφόμενες κυρίως εναντίον αδυνάμων, νεαρών δικηγόρων, μπερδεμένων διαδίκων και άλλων. (Ευτυχώς, η σοφία της ηλικίας δεν τα εμφανίζει στο Ανώτατο Δικαστήριο, όπου εκεί και ο πιο νεαρός δικηγόρος ή διάδικος αντιμετωπίζεται με κατανόηση και επιείκεια, αν χρειαστεί).
Ανεξίτηλα έμειναν στο μυαλό μου πολλά που είδα σε πρωτόδικα δικαστήρια. Μεταξύ άλλων: Η εικόνα μιας γυναίκας μέσα στο εδώλιο, η οποία εμφανιζόταν αυτοπροσώπως και ζητούσε κλαίγοντας αναβολή για την επιβολή ποινής, με τη δικαστή να αρνείται ψυχρά και απόμακρα και να επιβάλλει ποινή μπροστά στο ανήλικο δεκάχρονο παιδί της που βρισκόταν μπροστά, μέσα στην αίθουσα (!), χωρίς καν να διατάξει να απομακρυνθεί το παιδί ( ή καλύτερα, να έρθει άλλη φορά χωρίς το παιδί η κατηγορουμένη).
Ακόμα: Η εικόνα ενός θυμωμένου δικαστή που με ρωτούσε γιατί δικογράφισα ζητήματα αντισυνταγματικότητας, αφού δεν έχει, όπως έλεγε, δικαιοδοσία ένας πρωτόδικος δικαστής να αποφαίνεται για συνταγματικότητα (!). (Έχει δικαιοδοσία, του είχε διαφύγει και επιτέθηκε κιόλας εναντίον του δικογράφου μου που το έθετε). Και οι εικόνες άλλων πολλών σαν αυτών…
Ως επίσης και ένας αριθμός αποφάσεων που παραμερίστηκαν για λάθη τα οποία θα βοούσαν αν δεν πονούσαν.
Όπως παραδείγματος χάριν: Πρωτόδικη, ιδιαίτερα πολυσέλιδη απόφαση, που εξεδόθη, όπως επεσήμανε το Εφετείο, μέσα σε μια μόνο βδομάδα, ύστερα από την ολοκλήρωση της δικασίμου και αποτελείτο, στο μεγαλύτερό της μέρος, από την υιοθέτηση της αγόρευσης του δικηγόρου του επιτυχόντος διαδίκου. Το Εφετείο την παραμέρισε γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους.
Κατά Καβάφην όμως, όλα βαίνουν ειρωνικά καλώς, στη Μεγάλη Ελληνική Αποικία.
Ευτυχώς, υπάρχουν όμως ακόμα δικαστές, όπως εκείνος που μια μέρα μας ομολόγησε σ’ ένα διάλειμμα αναμονής πως υπάρχουν δικαστές που κουβαλάν παντού μαζί τους, και στις ώρες ξεκούρασης και ελεύθερου χρόνου, τις έγνοιες, τις ανησυχίες και τις ευθύνες των υποθέσεων. «Δεν ησυχάζεις ποτέ», είπε χαρακτηριστικά.
Όπως επίσης και ο αφυπηρετήσας δικαστής, που κάποτε μου μίλησε γύρω στα ογδόντα του χρόνια, αναφέροντάς μου για την ψυχή του δικαστή που κλαίει, όταν είναι να επιβάλει ποινή φυλάκισης και συγκεκριμένα για τον συγκλονισμό από τον οποίον διέρχεται ο δικαστής πριν από την επιβολή τέτοιας ποινής.
Τέλος, στην άλλη σχετική παράμετρο της επικαιρότητας: Οι ανακριτικές αρχές του τόπου συνεχίζουν να διαπράττουν συχνά - πυκνά θεμελιώδη λάθη κατά τη διεξαγωγή του ανακριτικού έργου, τέτοια, που θα ρωτάμε ακόμα για πολλά χρόνια, μέχρι πότε θα γεννάει η αστυνομική δύναμη Κύπρου μη αμελητέο αριθμό, υπεροπτών, απαίδευτων και χωρίς ευελιξία σκέψης, αστυνομικών, οι οποίοι, συν τοις άλλοις, υστερούν γνωσιολογικά και ασκούν πολλές φορές καθήκοντα τα οποία θα έπρεπε να εποπτεύονται συνεχώς από ανακριτή με πλούσια νομική παιδεία, δεδομένης της πολυπλοκότητας των καθηκόντων που εκτελούν.
Η σύνδεσή τους με τη Νομική Υπηρεσία μοιάζει να είναι μηχανιστική και είναι εμφανής σε μεγάλες μόνο υποθέσεις. Στις καθημερινές ενεργούν ωσάν να πράττουν αποκλειστικά κατά το προσωπικό δοκούν του εκάστοτε οργάνου: Π.χ. καταγγέλλει μία γυναίκα εξύβριση, καλούν τον καταγγελλόμενο για κατάθεση μετά από μήνες και στο τέλος καταχωρούν και μια υπόθεση εναντίον της παραπονούμενης, την οποία μετατρέπουν επίσης σε κατηγορούμενη από αδιαφορία και βαριεστημάρα, μόνο και μόνο επειδή ο καταγγελλόμενος λέει ακριβώς τα αντίθετα και υποβάλλει ως συνήθη πρακτική δική του καταγγελία με ψεύδη, για να εκβιάσει την παραπονούμενη να αποσύρει τη δική της. Τα όργανα γνωρίζουν αυτήν την πρακτική, τη συστήνουν μάλιστα στους φίλους τους και τη γνωστοποιούν και στους προτιθέμενους καταγγέλλοντες/ουσες, για να μην υποβάλλουν καταγγελίες και να έχουν λιγότερη δουλειά. Έτσι, βλέπουμε από τα πιο απλά μέχρι τα πιο μεγάλα να καταχωρούνται και υποθέσεις εναντίον αθώων. Με τα όργανα να λένε: Ας αποφασίσει το δικαστήριο ποιος είναι αθώος, δεν πειράζει που ένας αθώος θα βρεθεί πίσω από εδώλιο (κατά τον νουν τους, θα αποδοθεί δικαιοσύνη με την καταχώριση δύο διαφορετικών υποθέσεων, για τις οποίες γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι η δεύτερη προωθείται από τον καταγγελλόμενο για να εκβιάσει και συγκεκριμένα, με την καταχώριση δύο υποθέσεων, όπου στη μία θα υποστηρίζει αντιφατικά ο εισαγγελεάς της Αστυνομίας την εκδοχή του ενός, η οποία θα αντιμάχεται την εκδοχή της άλλης, επίσης καταχωρηθείσας υπόθεσης, και ανάποδα). Κι όλα τούτα, δεν ξενίζουν την προϊστάμενη Νομική Υπηρεσία.
Όταν αποκτούσες κάποτε την άδεια άσκησης δικηγορίας, δεν μπορούσες ποτέ να σκεφθείς ότι παντελώς αθώοι θα βρίσκονταν μια μέρα πίσω από εδώλια...
Το δε υφάκι μιας μεγάλης πλειοψηφίας αστυνομικών οργάνων, που όχι μόνο δεν εξαφανίζεται αλλά εγκαθριδρύεται, σαν τις βλάβες τις κλιματικής αλλαγής, τσακίζει το ηθικό όσων έρχονται σε επαφή με τις ανακριτικές μας αρχές. Την ίδια ώρα, ταξιδεύεις στο εξωτερικό και συναντάς αστυνομικά όργανα σε διάφορες χώρες, που αποπνέουν ευγένεια και άλλον αέρα, στη μεγάλη τους πλειοψηφία. Όπου τα δικαιώματα των κατηγορουμένων είναι αναρτημένα εδώ και δεκαετίες στις εισόδους των αστυνομικών τμημάτων, με εκτενείς εξειδικεύσεις.
Είναι οι ίδιες χώρες που δεν έχουν Νομική Υπηρεσία του κράτους, η οποία λειτουργεί σαν ένα οικογενειακό ΡΙΚ. Κάποτε, μου είπε κάποιος πως είναι παράξενος ο τρόπος που ασκείται σε μερικές περιοχές η ιατρική στην Κύπρο. Περιμένω πως, μια μέρα, θα μου πουν το ίδιο και για τη νομική.
«Οι "όμορφες" αποφάσεις, όμορφα παραμερίζονται», της Μαρίας Θεριστή

Παρουσιάζεται, τα τελευταία χρόνια, αριθμός πρωτόδικων αποφάσεων που παραμερίστηκαν για λάθη, τα οποία θα βοούσαν αν δεν πονούσαν.
Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων
Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.







