Σήμερα γράφει όπως συντυχάννει ο Στέλιος Γεωργιάδης

Header Image

«Γράφουμε όπως συντυχάννουμεν» η νέα σελίδα στην κυπριακή διάλεκτο. Κάθε Κυριακή στον «Πολίτη», γράψετε κι εσείς όπως συντυχάννετε. Συντονιστής: Ιάκωβος Χατζηπιερής.

 

Ατμόσφαιρα Καρναβαλιών 1950 - Τσικνοπέμπτη

Του Στέλιου Γεωργιάδη*

H Μαίρη Γρηγοριάδη, με αφορμή τα Καρναβάλια τού σήμερα, μας ταξιδεύει με τις αναμνήσεις της στην εποχή των Καρναβαλιών της δεκαετίας του ’50, την οποία θεωρεί και ως την χρυσή εποχή των Καρναβαλιών.

«Άτε εις υγείαν»

Τώρα που ήρταν τα Καρναβάλια, πρώτα απ’ όλα μυρίζει Καρναβάλι. Αρχίζει η μαγεία του Καρναβαλιού! Παρόλο που είναι τοποθετημένο σε μια εποχή, που είναι χειμώνας, μυρίζει άνοιξη. Για μένα είναι μια περίοδος γεμάτη αναμνήσεις. Όταν επερπάτας στους δρόμους της Λεμεσού, άκουες ορισμένες φωνές, τραούθκια, γιατί άρχιζεν η Τσικνοπέμπτη. Εμαζεύκουνταν εις τα διάφορα σπίθκια. Εκτύπαν η πόρτα, έβλεπες τους φίλους να μπαίννουν μέσα τζιαι άκουες «Καλώς τους! Ελάτε μέσα! Άτε εις υγείαν!». Εντωμεταξύ άλλοι ήταν ήδη στρωμένοι στα τραπέζια που πιο νωρίς τζι’ άρχιζεν το γλέντι. ΄Ηταν αξέχαστο αυτό το πράμα. Όπου επέρνας, έβλεπες ότι είσιεν αρχίσει η γιορτή. Την Τσικνοπέμπτη ετοιμάζαν ούλλα τούτα τα τηγανητά. Η γιαγιά μου έκαμνε τα καλλύτερα δάκτυλα. Παναγία μου, Παναγία μου! Τέθκοιον φύλλον ωραίο! Δάκτυλα πουρέκκια, πουρέκκια με τον κεϊμά, πουρέκκια με την αναρή. Εμοσκομύριζεν ο τόπος!

Τιτσιρόπιττα. τζιαι τιτσιρίδες

Η γειτονιά της γιαγιάς μου, τζιαμαί που εκάθετουν ήταν τζιαμαί που τελειώνει η Αγίου Ανδρέου τζιαι αρχίζει η οδός Αγκύρας. Στη γιαγιά μου άπλωθες ρούχα τζι’ έπιανες την οδό Ελλάδος. Δηλαδή ελέαμεν «σύνορα Τουρκίας», γιατί παρακάτω ήταν η τουρκική συνοικία. Λοιπόν, τζιαμαί στο κάστρο είσιεν μαχαζίν ο θκιος μου ο Νικόλας, ο αδελφός της γιαγιάς μου. ΄Εσαζεν όπλα μαζί με τον αδερφότεκνό του τζιαι τον άλλο τον μικρό τον αδερφό. Λοιπόν, άμαν άρχιζεν το Καρναβάλι, οι Σήκωσες οι λεγόμενες, εκλείαν το μαχαζί τους τζι’ επηαίνναν τζαμαί στην αδερφή τους. ΄Ηταν χήρα η γιαγιά μου τζιαι τούτος ήταν γεροντοπαλλίκαρο, διότι ήταν ποτούντους προστάτες της οικογένειας. ΄Ηταν ο μεγάλος αδερφός που έπρεπε να δουλεύκει για την οικογένεια τζιαι έτσι εν έκαμεν δική του οικογένεια. ΄Ερκετουν τζιαμαί «Κόρη Ξένα, άτε, ίνταμπου έκαμες;» «Φλαγγούδι τηανητόν!». Τα φαγιά της εποχής τζιείνης, τιτσιρόπιττα. ΄Ελιωνε μίλλαν του σιοίρου τζι’ έκαμνεν μια ωραία πέτσα τζιαι που την πέτσαν έκοφκεν τζιαι τιτσιρίδες. Τζιαι με τες τιτσιρίδες τούτες έκαμνεν πίττα. Αχ! Να ’χαμεν λλίην που τζιείνη την πίττα. Τί ωραίο πράμα! 

Φωτογραφία από το αρχείο Φαίδωνα Ποταμίτη (ο ίδιος στο κέντρο, κρατώντας μια μικρή κιθάρα), 1949.

 Τα καλοηρκά

Εμένα μου έκαμνεν εντύπωση το κκέφι που είχαν οι παλαιόττεροι, όπως η γιαγιά μου, η μάμμα του παπά μου του κανταδόρου, του Λάκη του Γεωργιάδη, η Ξένα. Το κκέφιν που είσιεν τούτη η γυναίκα, γεννικά για τη ζωή, αλλά και τα ήθη και τα έθιμα, κυρίως για τα Καρναβάλια. Επειδή κι εκείνη εκατάγετουν από σπίτι παλιών Λεμεσιανών, που είχαν δράση εις το Καρναβάλλι, εδιατηρούσεν έναν ενθουσιασμό, τούτες τες δυο εβδομάδες του καρναβαλιού, που τζιαι τούτος έμεινεν ανεξίτηλος μέσα στην ψυχή μου τζιαι στην μνήμη μου. Δηλαδή έπιαννε το μαδράτζιν της, τον τσέστο της, το σκαφίδι της τζι’ άρχιζε από την Τσικνοπέμπτη τα ζυμώματα. Ένα φύλλον «Καλοηρκά». Τα καλοηρκά ήταν έναν ωραίο έδεσμα, το οποίο έξερεν η γιαγιά μου τζι’ οι παλιές. ΄Ηταν ζυμάρι σε τετράγωνα κομμένα, που μέσα ετοποθετούσαν κεϊμά τζιαι μετά το εψήνναν, όπως ψήννουμεν τες ραφκιόλες, σε νερό χογλαστό τζιαι που πάνω εβάλλαν τρίμμα αναρής τζι’ ήταν θαυμάσιο έδεσμα. Ελέαν το «Καλοηρκά». Μετά τις ραφκιόλες. Άλλο φύλλο για τις ραφκιόλες. Δεν εσταματούσεν τζιείνο το μαζράτζιν, παρόλον που είσιεν τόση δουλειά η γιαγιά μου, γιατί ήταν η μοναδική μες στην Λεμεσό τζι’ ένας εις την Σκάλα που ήξερεν να κάμνει γούννες. Τζιαι παρόλον που είσιεν τζιαι την δουλειά της σαν η μοναδική γουνναρού που είσιεν όλες τες γούννες της Λεμεσού να τες σάσει, δεν εσταματούσεν να ζυμώννει, να πλάθει ραφκιόλες, καλοηρκά, πίττες, πουρέκκια της αναρής, πουρέκκια του κεϊμά, καθ’ όλη την διάρκεια. Τζι’ ετρώαμεν τα, εκαθαρίζαμεν τα, η οικογένειάς της, τα αδέρφκια της. Μιλώ την εποχή εκείνη που ήμουν τεσσάρων χρονών η γιαγιά μου πρέπει να ήταν στα εξήντα της τζιαι τούτο το πράμα η γιαγιά μου το κράτησε τζιαι μέχρι τα ογδόντα της που έσωννε να κάμνει τα πουρέκκια και τούτα όλα.

Άκουες τραγούδια

Με το Καρναβάλλι ασχολείτουν όλη η οικογένεια μου, γιατί ήταν γνήσιοι Λεμεσιανοί. Δεν ασχολείτουν μόνο ο παπάς μου, αλλά και ο παππούς του παπά μου, που ήταν παλιός Λεμεσιανός που την οικογένεια των Σιήττηδων. ΄Ηταν παλιοί Λεμεσιανοί. Εγώ έναν απόηχον έφτασα των παλιών Καρναβαλιών, αλλά θυμούμαι που τον καιρό που ήμουν 4 χρονών, το ’48, θυμούμαι τα γλέντια που εγίνονταν στο σπίτι της γιαγιάς μου, που αρχίζαν την Τσικνοπέμπτη. Οι συγγένισσες όλες εμαζεύονταν κάθε μέρα σ’ ένα σπίτι. Η μια έφερνε τα πουρέκκια της αναρής, η άλλη έφερνε τις πισσιήδες, η άλλη έφερνε τα δάκτυλα, η άλλη έφερνε τες ραφκιόλες. Εστύννετουν ένα τεράστιον τραπέζι μέσα στο μεγάλο ηλιακόν τζι’ εκάθονταν όλοι οι συγγενείς. Τώρα εγώ μιλώ για την οικογένεια μας, αλλά αυτό το πράμα εγίνετουν σχεδόν εις τα περισσότερα αστικά σπίτια της Λεμεσού. ΄Οπου επέρνας την Τσικνοπέμπτη θα έβλεπες αυτή την εικόνα. Πόρτες αννοικτές, παράθυρα αννοικτά, ν’ ακούεις τραγούδια.

Πελλόμασκες

Photo Edwards, από το αρχείο της Μαίρης Γεωργιάδου Γρηγοριάδου. Οι γονείς της στο κέντρο, σε πρώτο πλάνο, διασκεδάζοντας στο ξενοδοχείο Μετροπόλ την δεκαετία του ’50.

Εμένα η ωραιότερη μου ανάμνηση ήταν όταν επέφταν τα Καρναβάλια χειμώνα. Δεν ξέρω γιατί έχω τούτη την προσωπική προτίμηση τα Καρναβάλια να ήταν χειμώνας. ΄Ηταν ό,τι πιο ωραίο για μένα. Να με κουβαλούν οι γονιοί μου από σπίτι σε σπίτι τζιαι να βρέχει τζιαι να μπαίννουμε μέσα στην ζεστασσιά του σπιθκιού τζιαι να μας φωνάζουν «Ελάτε! Πιείτε κανένα ποτό! Πάρτε τίποτε! Πάρτε πουρέκκια που ’καμεν η τάδε, πάρτε δάκτυλα που ’καμεν η γιαγιά μου η Κατίνα, πάρτε τσαμαρέλλες, λουκάνικα» όλα τούτα τα πράματα. Κι εχαίρουμουν που άκουα να βρέχει όταν εγίνουνταν τούτα τα πράματα. Εντωμεταξύ απαραιτήτως ήμαστεν ντυμένοι πελλόμασκες. Εφορούσαμεν ότι εβρίσκαμεν! Καμία πολυτέλεια! Υπήρχεν μόνο τζιείνο το κκέφι, ο ενθουσιασμός κι η χαρά της ζωής. Αυτό ήταν διάχυτο και το έβλεπες μέσα στους δρόμους της μικρής Λεμεσού τότε και μέσα στα διάφορα σπίθκια. Αυτή την εικόνα επαρουσιάζε η Λεμεσός. Τζι΄ ήταν κάτι, το οποίον παρόλον που είμαι 60 χρονών σήμερα, δεν μπορώ να το ξεχάσω. Δεν μπορώ να το ξεχάσω το πόσον όμορφα ένιωθες. Το πόσον ένιωθες σαν μια οικογένεια με όλους. Η γιορτή του Καρναβαλιού σ’ ένωννε με όλους. Αυτό ήταν! ΄Ηταν το πνεύμα του Καρναβαλιού που επλανιέτουν. Ούτε μάσκες πολυτελείας υπήρχαν, ούτε κοστούμια ακριβά, ούτε τίποτε. Το πνεύμα του Καρναβαλιού επλανιέτουν κι εσκέπαζε όλη την πόλη τούτες τες δυο εβδομάδες. 

Photo Edwards, αποκριάτικο γλέντι (τέλη δεκαετίας ’40 ή αρχές δεκαετίας ’50).

 Ππάρτι με μιαν κίνηση

Θυμούμαι ήμουν πέντε χρονών τζιαι η γιαγιά μου η Ξένα, αυτή η ακούραστη γυναίκα που ήταν γεμάτη ζωή, είσιεν μια μηχανή με την οποία έραφκεν όλα μας τα ρούχα. Μηχανή που εγύριζε με το χέρι, ούτε καν με πόδια, από τις πανάρχαιες την οποία έχουμε ακόμα ως κειμήλιο. ΄Εκατσε μια μέρα να μου ράψει μασκέ, γιατί θα επήγαιννα σ’ ένα μπαλ μασκέ κάπως πιο εξεζητημένο, απογευματινό. ΄Ηταν παιδικός χορός σε σπίτι. Κατά ακρίβεια ήταν το σπίτι του Σταύρου του Θεοδότου, γιατί ήμουν φίλη με την κόρη του την Στέλλα. Ήταν τα γενέθλια της κατ’ ακρίβειαν. ΄Ηταν γεννημένη η Στέλλα 12 του Φεβράρη κι εγώ 19. Ήμαστε κόρες των Καρναβαλιών και οι δύο τζιαι πολλές φορές τα γενέθλια μας εγίνονταν και Μπαλ Μασκέ. Λοιπόν, ήμουν 5 χρονών, έκατσε η γιαγιά μου να μου ράψει στη μηχανή φόρεμα μαρκησίας. Ετοίμασεν μου το φόρεμα της μαρκησίας, το οποίο ήταν θαυμάσιο, τζιαι για να είναι τζιαι φουντωτό, έπιασε ττέλι τζιαι μου έβαλε μέσα τζι’ έγινε το φόρεμα κρινολίνο, για την μαρκησία. Στην τζιεφαλή μια περούκκα από ελίφες, που εβλαστούσαν στην αυλή μας, τις οποίες έβαψε κίτρινες για να γίνω ξανθή τζι’ εκάμαν την περούκκα μου, της μαρκησίας. Εντύσαν με, εστολίσαν με, ήταν θαύμα! Ο αδερφός μου ο Ρόης, ο οποίος ήταν δυόμιση χρονών έστεκε και με έβλεπε με δέος. Ο παπάς μου, μυαλόν εφευρετικό, λέει του «Τι έσιεις μάνα μου εσύ; Ελυπήθηκες; Να σε ντύσω θκυο λεπτά τζιαι σένα» Τζι’ επιάσαν τον αδερφόν μου θυμούμαι, τον εφκάλαν πάνω στο τραπέζι, δεν το ξεχάννω μέχρι σήμμερα. ΄Επιασεν ο παπάς μου εφημερίδες διπλές, τες έκοψεν με το ψαλλίδι τζιαι του έκαμεν φούστα, όπως του Μάο Μάο, τους Ζουλού, τζιαι του την έβαλε στην μέση. Μετά γιλέκον με εφημερίδα από πάνω. Του έκοψε τζιαι τζιείνο τζιαι του έβαλεν τζιαι από χαρτί μπον-μπον, χρωματιστά κουμπιά. Τζιαι πάνω στην τζιεφαλήν καπελλάκι, πάλιν από εφημερίδα. Τον έκαμεν δηλαδή μιαν εφημερίδα από πάνω ως κάτω. Και στα πόδια πάλι εφημερίδες, σαν πιτσίλλι, γύρω που τα παπούτσια του. Ε, λοιπόν ήταν ένα γελοίο πράμα. ΄Ηταν το γελοίο, το φαιδρό, που επαρουσίασεν ο αδερφός μου. Να βλέπεις ένα μωρό δυόμιση χρονών να στέκει με όλη του την σοβαρότητα, να την πω σοβαροφάνεια, γιατί τα μωρά είναι σοβαροφάνεια που έχουν. ΄Εστεκεν ακίνητος για να μην χαλάσουν τζιαι τα ρούχα του. Εμαζεύτηκεν όλη η γειτονιά εδώ για να τον δει. Τζιαι μόνο που είδε τον Ρόη, άναψε το γλέντι «Άτε, να πιούμε τζιαι μιαν εις υγείαν του Ρόη» Ο Ρόης που ήταν δυόμιση χρονών και εγώ ντυμένη μαρκησία να στέκω έτοιμη, ντυμένη για το ππάρτι. Αυτό το λέω για να καταλάβεις πως εδημιουργείτο το κκέφι. Απλώς με μιαν κίνηση.

Πνεύμα Καρναβαλιού

Δηλαδή με το να ντύσει ο παπάς μου τον Ρόη μάσκα με τες εφημερίδες, τζιαι να τον ιφκάλει πάνω στο τραπέζι, εσυνάχτηκεν όλη η γειτονιά εδώ, οδός Σόλωνος. Οι θείες, οι θείοι, οι γειτόνοι να τον δουν, τζιαι «Δέτε τον Ρόη ντυμένο με τες εφημερίδες!» Γέλια, χαρές… «Άτε εις υγείαν!» «Φέρτε που μέσα την μπουκάλα, να πιούμε έναν ποτό!» ΄Ηπιαν το ποτό τους θυμούμαι, εσπάσαμεν λλίες ελιές, λλίες κούννες, καρύθκια, έτσι πράματα. Θέλω να πω ήταν τζιείνον το αυθόρμητο. Δηλαδή ο παπάς με το που έντυσεν τον αδερφό μου μάσκα με την εφημερίδες, δώστου χαρές που τον είδαμε ντυμένο. Χαρές τζιαι γέλια η γειτονιά τζι’ αμέσως γλέντι τζιαι διασκέδασις σε δύο λεπτά. Το πηγαίο τζιαι το αυθόρμητο, διότι παντού επλανιέτουν το πνεύμα του Καρναβαλιού. 

Τον πίνακα με τον Στέλιο Γεωργιάδη ζωγράφισε ο Κύπριος καλλιτέχνης Κωσταντίνος Στεφάνου.

 

*Ο Στέλιος Γεωργιάδης είναι διπλωμάτης/προϊστάμενος του Τμήματος Πολιτιστικής Διπλωματίας του υπουργείου Εξωτερικών. Είναι ερευνητής της ιστορίας του Λεμεσιανού Καρναβαλιού και συγγραφέας του βιβλίου «Καρναβάλι Λεμεσού, μια μαγική ιστορία».
limassolcarnival@gmail.com

 

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα