Ο ΜΙΚΗΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ

ΠΟΛΙΤΗΣ NEWS

Header Image

 

Της Έλλης Παιονίδου*

Η πρώτη μου ανάμνηση από τον Μίκη Θεοδωράκη ήταν στην Πορεία Ειρήνης στο Κούριο τον Οκτώβριο του 1964.  Δυο μόλις μήνες πριν είχε έρθει στον κόσμο ο γιός μου ο Νίκος, και ήταν η πρώτη μου μεγάλη απόδραση από το νεογέννητο, έτσι το θυμάμαι καλά. Θυμάμαι που καθώς βαδίζαμε  σήκωνα τα μάτια ψηλά για να δω  εκείνο το ατέλειωτο λιγνό κορμί, περήφανη που ήξερα ήδη τα τραγούδια του.  Ο σύζυγος μου όμως, ο Πανίκος έλεγε πως για πρώτη φορά είχαμε περπατήσει πλάι στον Μίκη ένα χρόνο πριν, τον Μάη του 1963, στην Αθήνα, στην κηδεία του Γρηγόρη Λαμπράκη.  Όπως και να έχει, από το 1963, μέχρι το τέλος της ζωής και των δύο τον περασμένο Σεπτέμβρη είχαμε την ευλογία να μας δέσει μια στενή φιλία σε πολλές φάσεις και σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Ευτυχώς ο Πανίκος είχε την καλή συνήθεια να κρατά σημειώσεις από τα αξιοσημείωτα που του συνέβαιναν και αυτές τις σημειώσεις τις αξιοποίησε σε βιβλία του αργότερα.

Να τι γράφει για τις συναντήσεις με τον Μίκη στο βιβλίο του Η Μικρή Μου Πινακοθήκη:

«Μπροστά μου ο Μίκης των οργισμένων διαδηλώσεων μετά την δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, και ο Μίκης του Παρισιού στα χρόνια της χούντας, και ο  Μίκης στην Κύπρο, και ο Μίκης όμως στην οδό Επιφανούς, στην Ακρόπολη. Τον έχω όμως μπροστά μου και στο Βραχάτι, μπροστά στη Θάλασσα και στο σπίτι του κουμπάρου του του Νότη Περγιάλη στην Κινέτα…Πόσοι και πόσοι τόποι είναι δεμένοι για μένα με τον Ψηλό,  με την άπλα της σκέψης του, με την ακτινοβολία της παρουσίας του. Όπου και να βρισκόταν γέμιζε τον χώρο, γινόταν αυτόματα το κέντρο της προσοχής, το σημείο αναφοράς».

Στο αυτοβιογραφικό του  βιβλίο Ένα Άλλο Οδοιπορικό, ο Πανίκος λέει για τον Μίκη:

Ότι και να πει κανείς για τον Μίκη δεν μπορεί να εκφράσει πλήρως αυτό που είναι. Πολλοί είναι εκείνοι που του λέγανε  κατά καιρούς, στη διάρκεια των μετατοπίσεων του, πως καλά θα έκανε να εγκαταλείψει την πολιτική και να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην μουσική. Πώς θα μπορούσε όμως να γίνει κάτι τέτοιο; ΟΙ συνεχείς περιπλανήσεις του εκφράζουν ακριβώς αυτό που είναι: ένα ανήσυχο πνεύμα, γι’ αυτό ακριβώς δεν αντιμετωπίζει τον κίνδυνο του σταλώματος. Είχε πάντοτε την ικανότητα να προσπερνά γρήγορα το σήμερα, ακόμα και τις πικρίες που τον πότιζε και να ανοίγει την πόρτα προς το αύριο»



 

Να όμως τι λέει και ο ίδιος ο Μίκης σε μια επιστολή που στέλνει στον Πανίκο, τον Μάιο του 2006.

«Αλήθεια, Πάνο,  πώς μπορέσαμε και τα ζήσαμε όλα αυτά; Πώς χώρεσαν τόσα πολλά γεγονότα, ιδέες, πόθοι και πάθη μέσα στη μικρή ζωή μας; Και τι ήταν τελικά αυτό το πέρασμα από τη ζωή; Ένα όνειρο, ένας εφιάλτης ή κάποιο καπρίτσιο κάποιων μυστικών δυνάμεων  που παίζουν μαζί μας σαν νάμαστε μαριονέτες  ; Έχουμε φτάσει κι οι δυο μας στην ίδια κορυφογραμμή μπορούμε να δούμε τα πράγματα από ψηλά και από μακριά, όμως αυτό που απέχει από εμάς μια αναπνοή, την ψυχή μας, δεν μπορέσαμε και δεν μπορούμε να την δούμε κι ούτε θα την δούμε ποτέ. Δεν θα μάθουμε λοιπόν ποτέ το πώς και το γιατί, και τελικά πιστεύω ότι με τις πράξεις και τα έργα μας το μόνο που κάνουμε είναι να ξεφύγουμε από αυτό το καταθλιπτικό ερώτημα για να μην συντριβούμε. …

Όμως ας αφήσουμε τις γκρίνιες  και ας φυλάξουμε τις κακές σκέψεις για εμάς που ούτως ή άλλως τα βάσανα μας δεν θα αργήσουν να τελειώσουν. Ναι πράγματι, υπάρχουν και οι χαρές ,που στα κάτω κάτω  τι μας νοιάζει αν ήταν αυταπάτες; Εμείς πάντως ήπιαμε το ποτήρι της ζωής ως τον πάτο. Πιστέψαμε, παλέψαμε, αγαπήσαμε, μισήσαμε, παθιαστήκαμε, μετανιώσαμε, δεν μετανιώσαμε, σκοντάψαμε, πέσαμε, σηκωθήκαμε, και πάντα πάλι από την αρχή, χωρίς ανάσα. Ξέρεις, όταν αρρώστησες ένιωσα μέσα μου ένα κομμάτι να μουδιάζει. Ήσουν  πάντοτε φίλος πραγματικός, σύντροφος, με την ιερότητα αυτής της λέξης, πρόθυμος να πιστέψεις και να τα δώσεις όλα, όπως εγώ. Άλλωστε μοιάζαμε, θέλαμε το ίδιο πράγμα. Κι όμως, ορισμένες φορές βρισκόμαστε σε αντίθετες θέσεις. Λες και χορεύαμε καντρίλιες… Δεν ξέρεις πόση χαρά και ανακούφιση ένιωσα όταν έμαθα ότι είσαι καλά. Έτσι ένιωσα κι εγώ καλύτερα για τον εαυτό μου. Πέρασα κι εγώ δυσκολίες, και να σου πω, φοβήθηκα. Όμως τώρα προσέχω και το μόνο που ζητώ είναι να περνώ καλά, στα όρια των δυνάμεων μου. Αυτός ο δαίμονας που μας κουρδίζει και μας ξεκουρδίζει φαίνεται πως προς το παρόν μας αγαπά. Προσοχή λοιπόν, να μην τον κάνουμε να θυμώσει, γιατί η ζωή είναι ωραία…»

Αυτή η επιστολή γράφτηκε όπως είπα, το 2006. 15 χρόνια αργότερα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2021 η ώρα 9 το πρωί έφυγαν και οι δυο μαζί, για να μην στενοχωρήσει  ο ένας τον άλλο.

Το έργο του Μίκη είναι ποταμός. Ένας  ποταμός όμως που δεν έχει μέσα ούτε ίχνος σκουπίδια. Διάβαζα κάπου ότι οι θαυμαστές του ανακάλυψαν κάπου 1000 τραγούδια του που τα κατέθεσαν στην ιστοσελίδα του. Ο ίδιος ποτέ δεν ασχολείτο με λεπτομέρειες όπως το να κρατήσει αρχείο. Ο καλός του ο πατέρας, όσο ζούσε και έχοντας επίγνωση της αξίας του Μίκη, έκανε αυτή τη δουλειά. Μας έλεγε ό Μίκης ότι ο καλός κυρ Γιώργης μάζευε το κάθε δημοσίευμα, το κάθε απόκομμα εφημερίδας, και έτσι στήθηκε η βάση του Αρχείου Θεοδωράκη. Στη συνέχεια βέβαια τα τελευταία χρόνια με την εξέλιξη της τεχνολογίας, και με την φροντίδα των ανθρώπων που τον φρόντιζαν ολοκληρώθηκε το πλουσιότατο αρχείο του, που φυλάσσεται στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Ένα παράπονο του Μίκη ήταν ότι στην Ελλάδα λίγοι γνώριζαν το κλασσικό του έργο. Φυσικά κλασσικές είναι πιά και οι μεγάλες του συνθέσεις οι στηριγμένες στη αθάνατη ελληνική ποίηση, Άξιον Εστί, Επιφάνεια, Επιτάφιος Μαουντχάουζεν  και τόσα και τόσα άλλα που μας συντροφεύουν, τουλάχιστον τις γενιές τις δικές μας, αλλά και τα σημερινά παιδιά που έχουν κάποιες ανησυχίες. Αυτά τα έργα, τα γνωρίζουν οι έλληνες. Το καθαρά κλασσικό του έργο όμως, το συμφωνικό, που στο εξωτερικό τιμάται όσο και τα έργα των κορυφαίων συνθετών μόλις άρχισε δειλά δειλά να προβάλλεται στην Ελλάδα, και σχεδόν καθόλου σε εμάς εδώ στην Κύπρο.

Προσωπικά ως βιβλιολάτρις ασχολήθηκα με τα γραπτά κείμενα και βιβλία του Θεοδωράκη. Σας βεβαιώνω ότι τόσο τον όγκο, είναι πάνω από 30 μόνο τα εκδομένα βιβλία,  όσο και την ποιότητα θα τα ζήλευαν κορυφαίοι συγγραφείς μας. Συστήνω σε όποιον δεν το έχει κάνει ακόμη, να διαβάσει το δίτομο βιβλίο του Θεοδωράκη, το βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών, Οι Δρόμοι Του Αρχάγγελου.  Είναι ένα συναρπαστικό λογοτεχνικό ανάγνωσμα όπου η πραγματικότητα βυθίζεται μέσα στην γοητευτική μαγεία της φαντασίας. Γιατί αν κάτι χαρακτηρίζει τον Μίκη είναι αυτή η καλπάζουσα φαντασία αλλά και το καυστικό χιούμορ και ο σαρκασμός. Στις ιστορίες που συχνά διηγήτο στις συναναστροφές δεν ήσουν ποτέ σίγουρος που σταματούσε η αλήθεια και που άρχιζε το πείραγμα,  σαν ένα παιγνίδι μικρού παιδιού.



Θυμάται και πάλι ο Πανίκος στο Οδοιπορικό του:

Το σπίτι του Μίκη στο Βραχάτι  ήταν ένας ιδεώδης χώρος για συζητήσεις, που δεν άφηναν τίποτα εκτός. Κτισμένο σαν κρητικός πύργος, δημιουργούσε από μόνο του μια ατμόσφαιρα που προδιέθετε κουβέντα μέχρι πρωίας. Καθόμασταν στη βεράντα, στις μεγάλες, άνετες ψάθινες πολυθρόνες και ατενίζαμε αντικρύ, στην αντίπερα όχθη τις βουνοκορφές, όπου αραιά-πυκνά άναβαν το καλοκαίρι πυρκαγιές. Κι ο Μίκης, με το μαγιό, τις επεσήμανε με τα κιάλια κι ήξερε ακριβώς σε ποια τοποθεσία αναπτύσσεται η κάθε καινούργια εστία. Κάτω, στον γιαλό, μπροστά μας, ο Ηλίθιος,  το σκάφος του, που πήρε την ονομασία του σε στιγμές όπου έσμιγε το χιούμορ με την οργή, και την διάθεση για αυτοσαρκασμό. Και η Μυρτώ εκεί, να συμμετέχει ενεργά σε όλα, να έχει άποψη για όλα, και σε ένα πράγμα να παραμένει βράχος. Να μην θέλει να συγχωρέσει εκείνους που κτυπούσαν πισώπλατα. Δεν εννοούσε να ξεχάσει η Μυρτώ. Γι αυτό και πολλές φορές έδινε την εικόνα ενός σκληρού ανθρώπου. Ενώ στο βάθος ήταν τόσο γλυκιά, τόσο έτοιμη να θυσιαστεί για τους τριγύρω της, την Μαργαρίτα, τον Γιώργο…»

Η Μυρτώ ήταν η πιο μεγάλη έγνοια του Μίκη τα τελευταία χρόνια, η Μυρτώ που πάλευε με την γεροντική άνοια στο διπλανό δωμάτιο. Την τελευταία φορά που τον είδαμε μας έλεγε: Δεν θέλω να μου φύγει η Μυρτώ, αλλά ούτε και θέλω να φύγω εγώ πρώτος και να την αφήσω μόνη…

Την Κύπρο, όπως έλεγε την ένιωθε για τρείς λόγους. Σαν αγωνιστής, σαν καλλιτέχνης και σαν κρητικός. Εκείνες τις πρώτες συναυλίες που έδωσε το 1974 για τους πρόσφυγες, εκείνο το πρώτο σάλπισμα αντίστασης όπου κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει πόσες χιλιάδες λαού είχαν εισορμήσει στο στάδιο, μιας και είχαν ανοίξει οι πύλες, και όρμησε ακάθεκτος ο κόσμος,  εκείνες τις συναυλίες, εκείνα τα δάκρυα έμειναν ανεξίτηλα στη μνήμη του λαού μας. Κι όμως, κάποιοι, κάποια στιγμή, λίγο καιρό πρίν, επί χούντας,  είχαν το θράσος να βεβηλώσουν το όνομα του με το επίθετο προδότης, επειδή έκανε ανοίγματα προς τον τουρκικό λαό, για την ειρήνη. Κι αυτοί οι κάποιοι κατόρθωσαν να επιβάλουν στον τότε Πρόεδρο Μακάριο να απαγορεύσει στον Θεοδωράκη να εισέλθει στο κυπριακό έδαφος  «για να μην προκληθούν ταραχές» όταν χρειάστηκε να περάσει από την Κύπρο για την Βυρηττό, όπου είχε προγραμματισμένες συναυλίες.

Θυμάμαι τότε είχαμε πάει μια μικρή ομάδα φίλων του Μίκη στο αεροδρόμιο όπου ήταν αποκλεισμένος με την ορχήστρα του, να τον χαιρετίσουμε, και σε μια απόφαση τελευταίας στιγμής τον συνοδεύσαμε στην Βυρηττό. Οι συναυλίες θα γίνονταν στο θέατρο του Καζίνο. Ήταν μια Βηρυτός άλλου καιρού, του καιρού των ολβίων βέβαια. Και μέσα εκεί, στον χώρο του βελούδου και του κρυστάλλου, μπροστά σε κυρίες της υψηλής κοινωνίας του Λιβάνου, βουτηγμένες στα διαμαντικά και στο μετάξι, και σε κυρίους που κάπνιζαν στο φουαγιέ  αυθεντικά κουβανέζικα πούρα, η μικρή παρέα των Κυπρίων κάθισε με αγωνία και περίμενε. Με τις πρώτες νότες άρχισε η ατμόσφαιρα να χαλαρώνει, η νεαρή τότε Μαρία Φαραντούρη, με το μακρύ μεξικάνικο φόρεμα σαν ιέρεια  σε αρχαία τελετουργία , κοιτώντας τον Μίκη κατάματα  άρπαζε και μετέδιδε τον σπινθήρα της δημιουργίας.  Κι ο Μίκης με απλωμένες τις φτερούγες του αγκάλιαζε όχι μονάχα την ορχήστρα αλλά ολόκληρο το θέατρο, ολόκληρη την πόλη και την χώρα. Κι όταν πια φτάσαμε στο τελευταίο τραγούδι του πρώτου μέρους κι άρπαξε ο Μίκης το μικρόφωνο με τη βραχνή φωνή του « την Ρωμιοσύνη μην την κλαίς…» για πότε έγινε όλο εκείνο το πλήθος ένας άνθρωπος, ένας φανατισμένος οπαδός της ελληνικής μουσικής,  της Ελλάδας, της Δημοκρατίας, και κτυπούσε ρυθμικά τα χέρια του και χειροκροτούσε όρθιο… Στο δεύτερο μέρος δεν τους μάζευες πιά, βροχή τα λουλούδια στη σκηνή, μπράβο, κι ένα γειά σου Μίκη, μέσα στη μαγνητοταινία όπου είχαμε ηχογραφήσει και φέραμε στην Κύπρο για πρώτη φορά στην Κύπρο τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας».

Εμείς συνέχεια παραπονιόμαστε για τον χρόνο μας, που δεν μας φτάνει. Ο Θεοδωράκης σε μια ζωή πρόλαβε και συνέθεσε  χιλιάδες τραγούδια, όπερες, ορατόρια, συμφωνικά έργα, γύρισε όλο τον κόσμο με την ορχήστρα του, έγραψε δεκάδες τόμους βιβλίων για τη μουσική, για την τέχνη, εκατοντάδες άρθρα, συνεντεύξεις, ήταν πάντοτε μέχρι το τέλος ενήμερος για την πολιτική, για το περιβάλλον, για την ειρήνη, και  έτοιμος να ορμήσει στην μάχη έστω και με το αναπηρικό. Η Ελλάδα θα είναι ες αεί περήφανη που γέννησε μια τέτοια οικουμενική μορφή, ισάξια των αρχαίων. Και η Κύπρος μας,  θα είναι ες αεί, ευγνώμων για την συμπαράσταση και την στήριξη εκείνου του υπέροχου γίγαντα. Σας ευχαριστώ.

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2021, ΜΑΡΤΙΟΣ 2022

  • Συγγραφέας - Ποιήτρια

  • Η ομιλία της Έλλης Παιονίδου, έγινε  σε εκδήλωση των εκπαιδευτικών οργανώσεων ΟΕΛΕΜΚ ΠΟΕΔ και ΟΛΤΕΚ με τίτλο:  Μίκης Θεοδωράκης Το μεγαλειώδες συναπάντημα  Μουσικής και Γραμμάτων,  την Τετάρτη 9 Μαρτίου 2022

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα