Γράφει ο Φάνος Κουρουφέξης
Πίσω από τη συζήτηση των ημερών για τη στήριξη της Άμεσης Δημοκρατίας στην εκλογή της Προέδρου της Βουλής κρύβεται ένα ερώτημα πολύ μεγαλύτερο από μια ψηφοφορία. Τι κάνει μια δημοκρατία με τις ομάδες πολιτών που η πλειοψηφία θεωρεί γραφικές, ενοχλητικές ή ανάξιες διαλόγου; Τους κλείνει την πόρτα ή τους δίνει θέση στο τραπέζι;
Η Κύπρος έχει απαντήσει σε αυτό το ερώτημα με τον πιο ακριβό τρόπο που μπορεί να φανταστεί κανείς. Στα χρόνια πριν από το 1974, η πολιτική ζωή του τόπου λειτουργούσε με όρους φανατισμού και διχασμού. Ολόκληρα κομμάτια της κοινωνίας βρέθηκαν εκτός θεσμών, η πολιτική διαφωνία μετατράπηκε σε έχθρα και η έχθρα σε βία. Το πού κατέληξε αυτός ο δρόμος το ξέρουμε όλοι: στο πραξικόπημα και στην εθνική τραγωδία. Δεν χρειάζεται εδώ να ξαναμοιράσουμε ευθύνες. Χρειάζεται όμως να κρατήσουμε το δίδαγμα, γιατί πληρώθηκε πανάκριβα: όταν ομάδες του πληθυσμού ζουν εκτός των τειχών της δημοκρατίας, χωρίς θεσμική φωνή και χωρίς λόγο ύπαρξης μέσα στο σύστημα, η οργή τους δεν εξατμίζεται. Συσσωρεύεται, ριζοσπαστικοποιείται και κάποια στιγμή ξεσπά πάνω σε όλους.
Ο Γλαύκος Κληρίδης το κατανόησε όσο λίγοι. Στις 4 Ιουλίου 1976, μέσα σε ένα τοπίο εθνικής καταστροφής και βαθύτατου διχασμού, ίδρυσε τον Δημοκρατικό Συναγερμό και έδωσε δημοκρατική στέγη σε έναν ολόκληρο κόσμο που μετά την τραγωδία βρέθηκε στιγματισμένος και πολιτικά περιθωριοποιημένος. Πλήρωσε γι' αυτό βαρύ προσωπικό και πολιτικό κόστος. Δέχθηκε τον χλευασμό, την απομόνωση, τις ρετσινιές. Επέμεινε, γιατί πίστευε κάτι απλό και συνάμα βαθύ: η Δημοκρατία, για να σταθεί όρθια, πρέπει να χωράει όλους, και όποιος αφήνεται μόνιμα απέξω γίνεται αργά ή γρήγορα κίνδυνος για όλους. Η ιστορία τον δικαίωσε με τον πιο πανηγυρικό τρόπο. Ο κόσμος εκείνος, μέσα από τη συμμετοχή, την ευθύνη και τη λογοδοσία, έγινε ο κορμός του μεγαλύτερου κόμματος του τόπου. Ενός κόμματος σταθερά δημοκρατικού, ευρωπαϊκού, μεταρρυθμιστικού, που κυβέρνησε τη χώρα στις πιο κρίσιμες στιγμές της.
Αυτό που έκανε ο Κληρίδης με ένστικτο και θάρρος, η πολιτική επιστήμη το έχει σήμερα καταγράψει ως κανόνα: η συμμετοχή μετριάζει. Όταν κινήματα θυμού και διαμαρτυρίας αποκτούν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, αναγκάζονται να μετρηθούν με την πραγματικότητα. Να ιεραρχήσουν, να διαπραγματευτούν, να ψηφίσουν, να λογοδοτήσουν για ό,τι υποσχέθηκαν. Είτε ωριμάζουν και γίνονται χρήσιμα, είτε εκτίθενται στους ίδιους τους ψηφοφόρους τους και ξεφουσκώνουν. Και στις δύο περιπτώσεις, η δημοκρατία κερδίζει.
Η περιθωριοποίηση κάνει το ακριβώς αντίθετο: κρατά τα κινήματα αυτά «αγνά», ανεύθυνα και μονίμως οργισμένα, ιδανικά για να μεγαλώνουν τροφοδοτούμενα από την απόρριψη. Το βλέπουμε σε όλη την Ευρώπη: κινήματα που ξεκίνησαν ως κραυγή κατέληξαν είτε σοβαροί συνομιλητές είτε πολιτική υποσημείωση, ανάλογα με το πώς τα αντιμετώπισε το σύστημα και πώς διαχειρίστηκαν τα ίδια την ευθύνη της εκπροσώπησης.
Σήμερα, η Άμεση Δημοκρατία εκπροσωπεί δεκάδες χιλιάδες συμπολίτες μας, σε μεγάλο βαθμό νέους, που για χρόνια απείχαν, δεν εμπιστεύονταν κανέναν και εξέφραζαν τον θυμό τους έξω από κάθε θεσμό.
Η είσοδός τους στη Βουλή δεν είναι απειλή για τη δημοκρατία μας. Είναι ευκαιρία. Σημαίνει ότι ο θυμός απέκτησε διεύθυνση, διαδικασία και υποχρέωση λογοδοσίας. Η χειρότερη απάντηση που θα μπορούσαμε να δώσουμε είναι να τους πούμε ότι η ψήφος τους είναι αστεία και ο εκπρόσωπός τους ανάξιος να του μιλήσει κανείς. Σε ανθρώπους που ήδη πιστεύουν ότι το σύστημα τους περιφρονεί, η περιφρόνηση δεν είναι επιχείρημα. Είναι επιβεβαίωση, και στρατολογεί καλύτερα από κάθε σύνθημα.
Χρειάζεται, βεβαίως, μια διάκριση που δεν επιτρέπεται να θολώνει. Ένταξη δεν σημαίνει ισοπέδωση. Με όσους σέβονται τους δημοκρατικούς κανόνες και θέλουν να λύσουν προβλήματα, συνομιλούμε και συγκλίνουμε όπου υπάρχει ουσία, όπως κάναμε τώρα. Όσοι υπονομεύουν την ίδια τη δημοκρατία αντιμετωπίζονται με δημοκρατικό ανταγωνισμό και με σαφή απόσταση από τις πρακτικές τους, όχι με συνδιαλλαγή. Αλλά κανένας πολίτης, καμία ομάδα, δεν κηρύσσεται εκ των προτέρων ανάξια εκπροσώπησης επειδή κάποιοι από εμάς, ή και οι περισσότεροι από εμάς, τη βρίσκουν γελοία ή γραφική. Αυτή την πολυτέλεια η Κύπρος την πλήρωσε ήδη μια φορά.
Σε λίγες εβδομάδες συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από την ίδρυση του Δημοκρατικού Συναγερμού. Το ερώτημα του 1976 είναι, με άλλα πρόσωπα, και ερώτημα του 2026. Η απάντηση του ιδρυτή μας παραμένει η ίδια και παραμένει επίκαιρη: η δημοκρατία νικά όταν χωράει όλους. Και αυτή η απάντηση δεν υπήρξε ποτέ ένδειξη αδυναμίας. Ήταν, και παραμένει, η πιο ώριμη μορφή ισχύος.
Μέλος Εκτελεστικού Γραφείου, Δημοκρατικού Συναγερμού







