Το πρώτο ζήτημα που οφείλει να εξετάσει η νέα Βουλή και ειδικότερα οι Επιτροπές Οικονομικών και Νομικών, είναι κατά πόσον οι νέες νομοθεσίες που ψήφισε η απελθούσα Βουλή για τους πολυσυνταξιούχους νυν και πρώην κρατικούς και αιρετούς αξιωματούχους, εφαρμόζονται στην πράξη. Όπως πληροφορείται η στήλη, έχουν ανακύψει διάφορα ζητήματα, τα οποία καλείται να διαχειριστεί το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας.
Η νομοθετική ρύθμιση των πολυσυνταξιούχων κρίθηκε επιβεβλημένη, καθώς επί σειρά ετών παρατηρείτο το εξής προκλητικό φαινόμενο: αξιωματούχοι να λαμβάνουν ταυτόχρονα παχυλούς μισθούς, επιδόματα και πολλαπλές συντάξεις από το δημόσιο. Πρόσωπα που υπηρέτησαν ως δημόσιοι υπάλληλοι, υπουργοί, βουλευτές, δήμαρχοι ή σε άλλες κρατικές θέσεις και αξιώματα, κατέληγαν να εισπράττουν σωρευτικά περισσότερες από μία συντάξεις, την ίδια ώρα που κατείχαν δημόσιο αξίωμα ή θέση. Σήμερα, πέραν των 30 αξιωματούχων λαμβάνουν, εκτός από τον μισθό τους, τουλάχιστον μία σύνταξη από το δημόσιο.
Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό όσο παρουσιάζεται στον δημόσιο διάλογο. Η σύνταξη στην Κυπριακή Δημοκρατία έχει αναγνωριστεί νομολογιακά ως κεκτημένο δικαίωμα και περιουσιακό στοιχείο. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αφαιρεθεί, να αποκοπεί ή να ανασταλεί αυθαίρετα από το κράτος.
Οι συντάξεις προστατεύονται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Με απλά λόγια, ούτε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης και οι υπουργοί του, ούτε οι επίτροποι και οι νεοεκλεγέντες βουλευτές μπορούν να εξαναγκαστούν από οποιονδήποτε να αποποιηθούν τις συντάξεις που ήδη λαμβάνουν από το δημόσιο.
Η αποποίηση
Η αποποίηση μπορεί να γίνει μόνο οικειοθελώς, βάσει της διαδικασίας που θεσμοθετήθηκε με τον περί της Δυνατότητας Αποποίησης Σύνταξης Νόμο, τον οποίο ψήφισε η ολομέλεια της Βουλής στις 10 Ιουλίου 2025, κατόπιν πρότασης νόμου των κομμάτων ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ, και τέθηκε σε ισχύ στις 30 Ιουλίου 2025.
Οι βασικές πρόνοιες του υπό αναφορά νόμου έχουν ως εξής:
1 Αξιωματούχος που εκλέγεται ή διορίζεται σε δημόσιο αξίωμα, λειτούργημα ή θέση στη Δημοκρατία ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δύναται να αποποιηθεί την παροχή σύνταξης για τη χρονική περίοδο που λαμβάνει μισθό, αντιμισθία ή αποζημίωση συνεπεία της εκλογής ή του διορισμού του, υποβάλλοντας στον υπουργό Οικονομικών Δήλωση Αποποίησης Σύνταξης.
2 Η Δήλωση Αποποίησης Σύνταξης υπογράφεται και υποβάλλεται αμέσως μετά την εκλογή ή τον διορισμό του αξιωματούχου ή το αργότερο εντός 15 ημερών από την εκλογή ή τον διορισμό αυτού και ο υπουργός Οικονομικών προβαίνει σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου. Νοείται ότι, η καταβολή της σύνταξης στον αξιωματούχο επαναρχίζει αμέσως μετά τον τερματισμό της θητείας αυτού στο αξίωμα, λειτούργημα ή θέση που υπηρετούσε.
3 Αξιωματούχος δύναται να επιλέξει να μην υποβάλει τη Δήλωση Αποποίησης Σύνταξης και, εν τοιαύτη περιπτώσει, ο υπουργός Οικονομικών ενημερώνει σχετικά τον πρόεδρο της Βουλής γραπτώς, μετά την παρέλευση 15 ημερών από την εκλογή ή τον διορισμό του εν λόγω αξιωματούχου.
4 Αξιωματούχος δύναται οποτεδήποτε να αναιρέσει τη Δήλωση Αποποίησης Σύνταξης, με επιστολή προς τον υπουργό Οικονομικών και κοινοποίησή της στον πρόεδρο της Βουλής.
Ας τις δωρίσουν…
Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι μόνο το νομικό σκέλος. Είναι και το ηθικό. Με αφορμή τις δημόσιες τοποθετήσεις των βουλευτών Οδυσσέα Μιχαηλίδη και Σάβιας Ορφανίδου, ότι θα αποποιηθούν τη σύνταξη που λαμβάνουν από το δημόσιο, αξίζει να αναδειχθεί και μια διαφορετική προσέγγιση.
Ο ιδρυτής του ιδρύματος «Αλκίνοος Αρτεμίου», Αρτέμης Αρτεμίου, εισηγήθηκε δημόσια κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: αντί οι συντάξεις να αποποιούνται και να επιστρέφουν απλώς στα κρατικά ταμεία, να δωρίζονται σε φιλανθρωπικά ιδρύματα και οργανισμούς κοινής ωφελείας που στηρίζουν μη προνομιούχους συμπολίτες μας.
Πρόκειται για μια πρόταση με σαφές κοινωνικό αποτύπωμα, η οποία βρίσκει ήδη εφαρμογή εδώ και χρόνια στην πράξη, από τον πρώην πρόεδρο του ΔΗΣΥ, Αβέρωφ Νεοφύτου, και τον γενικό γραμματέα του ΑΚΕΛ, Στέφανο Στεφάνου. Οι δύο πολιτικοί, αντί να αποποιηθούν τις συντάξεις τους, έχουν επιλέξει όπως αυτές κατατίθενται σε συγκεκριμένα φιλανθρωπικά ιδρύματα.
Το προκλητικό φαινόμενο των πολυσυνταξιούχων μπορεί να μετατραπεί σε πράξη κοινωνικής ευθύνης. Να στηρίξει παιδιά με σοβαρές ασθένειες, οικογένειες που δοκιμάζονται, άτομα με αναπηρίες, ηλικιωμένους, σχολεία, θεραπευτικά προγράμματα και κοινωνικές δομές που καθημερινά ασφυκτιούν από την έλλειψη πόρων.
Όπως εύστοχα ανέφερε σε ανάρτησή του ο Αρτέμης Αρτεμίου, «η κοινωνία δεν έχει ανάγκη μόνο από συμβολισμούς, έχει ανάγκη από πράξεις με αποτέλεσμα». Και πράγματι, σε μιαν εποχή όπου το κράτος πρόνοιας συχνά απουσιάζει, τέτοιες πρωτοβουλίες αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα.







