Σήμερα περίπου η μισή Κύπρος ψηφίζει τον καινούργιο της Πρόεδρο. Η υπόλοιπη μισή βαριέται να ασχοληθεί. Ο μεγάλος καιρός των υποσχέσεων τελειώνει. Τα φωτοτυπημένα προγράμματα που μοίραζαν οι υποψήφιοι καταλήγουν στους καλάθους, ενώ κάποιοι πιο υποψιασμένοι, συνήθως καλοί δημοσιογράφοι, φυλάνε κανένα σπίτι τους για ενθύμιο ή για να έχουν να λένε.
Το κόστος του μεγάλου σόου είναι και αυτό εξίσου βαρύ. Μιλάμε για πολλά εκατομμύρια. Πώς αλλιώς θα φωταγωγηθούν οι τεράστιες αίθουσες, τα ηχητικά συστήματα που παίζουν συρτάκι, πώς θα πληρωθούν οι αφίσες, οι βενζίνες, τα σουβλάκια στον Λυθροδόντα;
Οι μισοί λοιπόν Κύπριοι, επιδερμικά ελπίζουν για το κάτι διαφορετικό. Όταν πάει η κουβέντα στα πιο ουσιαστικά, η ελπίδα αρχίζει να ραγίζει.
Διότι δεν είναι συνηθισμένος ο τόπος σε αλλαγές. Ή διότι το συλλογικό ασυνείδητο έμαθε να το γελούν. Τη διαφορά τη φέρνουν συνήθως μερικοί άσημοι, κανένας καλός συγγραφέας που μόχθησε να βγάλει το βιβλίο του, κάποιος μουσικός που έκανε ένα ξεχωριστό λάιβ, ένας νέος και ωραίος που άνοιξε ένα διαφορετικό μπαράκι στα Λύμπια. Αυτοί οι λίγοι κάπως εξισορροπούν τον στημένο παλαιοκομματισμό, το ρουσφέτι, και τις κλίκες που η ανάσα τους μυρίζει σιεφταλιά.
Αν ρωτηθούν οι μαθητές τι σημαίνει κράτος, κανένας δεν θα μπορεί να απαντήσει. Ούτε αυτοί της τρίτης λυκείου. Διδάσκονται την «πόλη -κράτος» ήδη από την τετάρτη δημοτικού, μετά ξανά στην πρώτη γυμνασίου. Απαντούν σε ερωτήσεις στα διαγωνίσματα για τον α και β ελληνικό αποικισμό και μετά τα ξεχνούν όλα. Πολύ απλά δεν τα έμαθαν επειδή είναι τεμπέληδες και δεν διάβασαν, θα σκεφτεί εύκολα ο οποιοσδήποτε.
Ο κύριος Θάνος όμως υποστηρίζει πολλά σωστά πως δεν φταίνε οι μαθητές που δεν ένωσαν τον Αθανάσιο Διάκο με την Αλαμάνα στις εξετάσεις της τρίτης γυμνασίου. Η κυρία Τασούλα τραβούσε τα μαλλιά της γιατί δεν το βρήκαν, ενώ τους το είπε στην τάξη 5 φορές. «Αυτό μάλλον θα σας το βάλουν, μάθετέ το», έλεγε και ξανάλεγε στους μαθητές της, όπως κάνουν όλοι οι καθηγητές χρόνια τώρα που «υποπτεύονται» για τα πάντα τις κινήσεις του υπουργείου τους σαν να είναι το υπουργείο ένας ξένος κατάσκοπος.
«Ο Αθανάσιος Διάκος που ενώνεται με την Αλαμάνα είναι μια άχρηστη πληροφορία», υποστήριξε ο Θάνος, «αν αυτή δεν συνδέεται με τη μεγάλη αντίληψη του κράτους, δηλαδή τη μυρωδιά του χώματος, τη διερεύνηση μιας συγκεκριμένης εποχής, του ντυσίματος των ανθρώπων, της πίστης τους, ακόμα και της μαγειρικής τους». Και συνέχισε να μιλά για τον κύριο Γιώργο τον δάσκαλό του στο δημοτικό, που πριν τριάντα πέντε χρόνια τους έβγαζε έξω στην αυλή για να φυτέψουν τριαντάφυλλα και να τους μιλήσει για την αρμονία του σύμπαντος. Από την τρίτη δημοτικού είχαν οι μαθητές του αντιληφθεί την έννοια της αρμονίας και του σύμπαντος. Τότε και μόνο τότε κατάλαβαν και ένιωσαν θλίψη για τον απέναντι σκοτεινό Πενταδάχτυλο. Και ήταν χειμώνας και τα χέρια τους λασπώθηκαν, σε εκείνο το θρυλικό μάθημα που ονομαζόταν «πρακτικές γνώσεις» και μετά καταργήθηκε. Και ήρθε ο Αθανάσιος Διάκος από το πουθενά. Και τα ψηλά κάγκελα. Τα αληθινά των σχολείων και αυτά τα άλλα που έκλεισαν τη σκέψη.
Και έχει απόλυτο δίκαιο. Η προεκλογική εκστρατεία του τόπου (εκστρατεία λες και τον πόλεμο) ξεκίνησε ραγδαία και τέλειωσε με ένα κουμπί που πατήθηκε πριν δυο μέρες. Ο λαός-μαθητής θα ξεχάσει τις ατέλειωτες υποσχέσεις. Αυτός ο τύπος ανθρώπου κατασκευάζεται ήδη από το νηπιαγωγείο, όταν τα παιδάκια ακούνε τη δασκάλα να τους μιλά για το καμένο σώμα του Αυξεντίου και πάνε σπίτι τους γεμάτα τρόμο. Για ποια γνώση μιλούμε;







