Όπως είναι γνωστό σε πολλούς από εσάς, για την αυριανή επαναληπτική εκλογή στήριξα με θέρμη την υποψηφιότητα Ανδρέα Μαυρογιάννη. Στις επαφές που έκανα σε όλη την Κύπρο, συνάντησα και αρκετούς φίλους και γνωστούς που απογοητευμένοι από την πολιτική και κομματική ζωή του τόπου εξέφρασαν την πρόθεση να μην ψηφίσουν. «Δεν έχουμε υπόθεση», ήταν μια κουβέντα που άκουσα από πολλούς. Κατανοώ την απογοήτευση αυτών των συμπατριωτών μας. Όμως, αν όλοι υιοθετήσουμε την άποψη ότι «δεν έχουμε υπόθεση» και τα διπλώσουμε, τα πράγματα δεν πρόκειται να καλυτερεύσουν. Και τότε είναι που πράγματι δεν θα έχουμε υπόθεση. Εκτός τούτου, ναι μεν έχουμε σοβαρά ελλείμματα στην πολιτική και κομματική ζωή του τόπου, αλλά υπάρχουν και πολλές θετικές επιδόσεις που οφείλουμε να μην τις παραγνωρίζουμε: Στην πολιτική υπήρξαν –σε όλα τα κόμματα– υγιείς δυνάμεις, εμπνευσμένοι, ικανοί, έντιμοι, αποτελεσματικοί και αφοσιωμένοι στην πατρίδα πολιτικοί που έκαναν εξαιρετικές πολιτικές και τις υλοποίησαν με υπευθυνότητα, συνέπεια και αποτελεσματικότητα. Το να πετύχει η μοιρασμένη Κύπρος ένταξη στην ΕΕ είναι ένας άθλος, για να δώσω ένα μόνο παράδειγμα!
Υπήρξαν πολιτικοί –στα κόμματα, στις κυβερνήσεις, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και σε άλλους τομείς– που έδωσαν όλες τους τις δυνάμεις, το μυαλό και την ψυχή τους για να υπηρετήσουν το κοινό καλό και τα συμφέροντα της χώρας. Στην οικονομία, αναπτύχθηκαν εξαιρετικές επιχειρήσεις που κέρδισαν διεθνή καταξίωση χωρίς να είναι κρατικοδίαιτες. Επιχειρήσεις που στηρίχθηκαν στις δικές τους δυνάμεις, στα δικά τους πόδια, σε αξίες στην κοινωνική ευθύνη, στην επιχειρηματικότητα, στην καινοτομία και στην ανταγωνιστικότητα. Επιχειρήσεις που δημιουργούν πλούτο και θέσεις εργασίας στην πατρίδα μας, που υποκαθιστούν εισαγωγές και κάνουν εξαγωγές, μεταφέροντας πλούτο από άλλες χώρες προς τη δική μας μικρή Κύπρο. Επιχειρήσεις, μικρές και μεσαίες και σχετικά μεγάλες με τα δικά μας μεγέθη, με σύγχρονο μάνατζμεντ και ιδιοκτήτες που έχουν συνείδηση εθνικής αστικής τάξης. Στο κράτος, σε όλους τους τομείς –την Παιδεία, την Υγεία, τη Δικαιοσύνη, την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τη Δημόσια Διοίκηση, την Αστυνομία, την Εθνική Φρουρά, την Εκκλησία– υπάρχουν οργανωτικές ομάδες, ομάδες ή μεμονωμένα άτομα που έχουν επιτύχει εξαιρετικές επιδόσεις, αξιοποιώντας το μυαλό και τις ικανότητές τους, δουλεύοντας με κέφι, μεράκι, πάθος, αφοσίωση, ακόμη και με αυτοθυσία. Υπάρχουν αρκετές φιλανθρωπικές οργανώσεις, κινήσεις πολιτών και ομάδων που συμβάλλουν ουσιαστικά στην κοινωνική αλληλεγγύη, στην κοινωνική συνοχή και στον πολιτισμό. Όλες αυτές οι επιδόσεις, που συνιστούν τη θετική πορεία της χώρας μας μετά την καταστροφή του ’74, δεν έχουν να κάνουν μόνο με απόδοση ευγνωμοσύνης και δίκαιη αξιολόγηση των όσων τις πέτυχαν. Πρωτευόντως, έχουν να κάνουν με τη συλλογική μνήμη που είναι απαραίτητη για τη μάθηση και τις σωστές επιλογές για το μέλλον. Δυστυχώς, όλα αυτά αποτελούν τη «μια Κύπρο», η οποία δεν αναδείχθηκε, δεν αναγνωρίζεται, δεν επιβραβεύεται. Αποτελούν τη «μικρή» Κύπρο που συγκρούστηκε με και –νικήθηκε από μια άλλη Κύπρο, που δυστυχώς αποδείχθηκε αριθμητικά υπέρμετρη και ισχυρότερη.
Αυτή η άλλη, η «μεγάλη» Κύπρος, είναι που επί δεκαετίες ακολούθησε αρνητική πορεία, αυτή είναι που μας οδήγησε στη χρεοκοπία το 2013, στα πρόθυρα της διχοτόμησης, στη διεθνή ανυποληψία, στην ντροπή, στη μελαγχολία και στην κατάθλιψη. Στα δικά μας λάθη, στη δική μας συμμετοχή, στη δική μας ευθύνη για τη «μεγάλη» Κύπρο, γράφω από τη στήλη αυτή εδώ και πολλά χρόνια. Σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία, «οι ρίζες του κακού», προφανώς και εντοπίζονται κυρίως στην πολιτική εξουσία, στο κράτος, στους θεσμούς, στο πολιτικό σύστημα και σε όσους κατέχουν τη δύναμη να καθορίζουν τις μεγάλες επιλογές, τις στρατηγικές παραμέτρους, την πορεία της χώρας, το είναι και το γίγνεσθαι της κοινωνίας. Η αναγνώριση των υπευθύνων και η απόδοση ευθυνών για τα κακά που μαστίζουν τον τόπο είναι αναγκαία, αφού, ως πολίτες μιας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, έχουμε υποχρέωση μιας, όσο γίνεται πιο αντικειμενικής, αξιολόγησης των κομμάτων και των πολιτικών προσώπων, των πολιτικών επιλογών και της πολιτικής συμπεριφοράς τους, ώστε με βάση αυτήν την αξιολόγηση να κάνουμε τις δικές μας πολιτικές επιλογές. Καλούμαστε αύριο να ασκήσουμε το εκλογικό μας δικαίωμα κατόπιν προσεκτικής και υπεύθυνης αξιολόγησης των δύο υποψηφίων. Ποιος από τους δύο έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να αγωνιστεί επιτυχώς προς την κατεύθυνση να γίνει η «μικρή» Κύπρος μεγαλύτερη και ισχυρότερη και η «μεγάλη» μικρότερη και λιγότερο ισχυρή; Και σε αυτόν να δώσουμε την ψήφο μας;
Του Χρήστου Πουργουρίδη







