Ανδρέας Μαυρογιάννης και Νίκος Χριστοδουλίδης διεκδικούν σήμερα την προεδρία. Είτε ο ένας είτε ο άλλος, θα αναλάβουν με το τέλος της ημέρας το πρόσταγμα της διακυβέρνησης της χώρας για την επόμενη πενταετία. Ο πρώτος κουβαλά τα βαρίδια του ΑΚΕΛ και δικά του προσωπικά βαρίδια μιας ολόκληρης προεκλογικής. Ο δεύτερος, 10 μήνες μετά την εξαγγελία του, αποτελεί σχεδόν μυστήριο αφού καθ’ όλη τη διάρκεια του προεκλογικού, πορεύτηκε με μόνο όπλο τη δημοφιλία του. Δεν αποτελεί όμως μυστήριο ο κύκλος που τον περιβάλλει. Ένας κύκλος με ξεκάθαρες στοχεύσεις στο Κυπριακό και τεράστια ερωτηματικά όσον αφορά την οικονομία και την ετοιμότητά του για αλλαγή. Σε αυτή τη συζήτηση για το τι πρεσβεύει ο κάθε υποψήφιος, ήρθε την τελευταία βδομάδα να προστεθεί η απόφαση του ΔΗΣΥ και οι τοποθετήσεις στελεχών. Κάποιοι πρόταξαν την ανάγκη για λύση, άλλοι ανέσυραν τον μπαμπούλα του ΑΚΕΛ στην οικονομία και άλλοι τοποθετήθηκαν όπως είπαν με γνώμονα τον προσανατολισμό της χώρας. Στην εξίσωση, ο Πρόεδρος έβαλε και το μεταναστευτικό. Και την έμμεση δική του στήριξη. Ποιο όμως είναι τελικά το διακύβευμα αυτών των εκλογών; Τι κρίνουν οι σημερινές εκλογές και τι θα τις κρίνει;
Κυπριακό
Ο Ανδρέας Μαυρογιάννης μπήκε σε αυτές τις εκλογές κουβαλώντας τo βαρίδι του διαπραγματευτή του Νίκου Αναστασιάδη και την πορεία του Κυπριακού. Και είναι γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της προεκλογικής και ο ίδιος δημιούργησε σύγχυση και περαιτέρω αμφιβολίες ως προς το τι πρεσβεύει. Όχι μόνο επειδή τοποθετήθηκε (χωρίς μάλιστα να ερωτηθεί) με σθένος ενάντια στο Σχέδιο Ανάν, αλλά και διότι εξέφρασε αρκετές φορές την άποψη πως ουδέποτε υπήρξε πραγματική ευκαιρία για λύση, θέτοντας εν αμφιβόλω την κρίση του για το τι αποτελεί ευκαιρία στο Κυπριακό και δημιουργώντας σοβαρά ερωτηματικά για το κατά πόσο θα μπορέσει να αξιοποιήσει ενδεχόμενη ευκαιρία για λύση, όταν αδυνατεί να την αντιληφθεί. Είναι όμως ο υποψήφιος ο οποίος έχει ξεκάθαρα τοποθετηθεί ως προς τις στοχεύσεις του. Έχει επανειλημμένα πει ότι προτεραιότητά του είναι η συζήτηση από εκεί που μείναμε στο Κραν Μοντανά και ότι αποδέχεται το Πλαίσιο Γκουτέρες.
Απέναντί του βρίσκονται ο Νίκος Χριστοδουλίδης και μια σκιώδης πολιτική. Υπηρέτησε την πολιτική Αναστασιάδη, υπερασπίστηκε τη διαχείριση που έγινε στο Κραν Μοντανά, ενώ, μετά και τις δηλώσεις Κασουλίδη και Πετρίδη με τις οποίες στήριξαν Μαυρογιάννη, ταυτίστηκε απόλυτα με την πολιτική που ακολουθήθηκε τα τελευταία πέντε χρόνια. Στο Μον Μπελεράν, λέχθηκε από τον Ανδρέα Μαυρογιάννη ότι του είχε αποκαλύψει πως δεν ήταν διατεθειμένος να θυσιάσει πολιτικό κεφάλαιο για να προδίδει τη χώρα, χωρίς ποτέ ο πρώην υπουργός Εξωτερικών να το διαψεύσει, δημιουργώντας τεράστιες αμφιβολίες για το κατά πόσον μπορεί ή θέλει να αναλάβει το βάρος της λύσης, αλλά και τι συμβιβασμούς είναι διατεθειμένος να κάνει για να φτάσει σε αυτήν.
Οι τοποθετήσεις του περί «διεκδικητικής» πολιτικής, η πρόταξη συνέχισης της ίδιας πολιτικής, καθώς και οι δηλώσεις του κάποιες φορές για εξ υπαρχής συζήτηση και άλλες για συζήτηση του Πλαισίου Γκουτέρες για να πετύχει σημαντικές βελτιώσεις, δημιουργούν ξεκάθαρες συνθήκες παραπομπής της διαπραγμάτευσης και επιδίωξης λύσης σε βάθος χρόνου. Την ίδια στιγμή, κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι έχει λάβει τη στήριξη όλων των απορριπτικών κομμάτων και προσωπικοτήτων (με τους Προδρόμου, Ρότσα, Θεμιστοκλέους ακόμα και την οικογένεια του Αρχιεπισκόπου Χρυσόστομου Β’, να συμπεριλαμβάνονται σε αυτούς). Αυτό, πέρα από το ότι παραπέμπει στο τι πρεσβεύει ο υποψήφιος, πιθανόν να αποτελέσει και καθοριστικό παράγοντα σε ενδεχόμενο νέας ευκαιρίας στο Κυπριακό. Οποιοσδήποτε μπορεί να αντιληφθεί ότι διαφορετικές θα είναι οι πιέσεις και η κατεύθυνση των πιέσεων αυτών, εφόσον στο τραπέζι υπάρχει ένα σχέδιο, που προφανώς θα είναι προϊόν συμβιβασμού, από ΑΚΕΛ και ίσως τον ΔΗΣΥ, και διαφορετικές όταν γύρω από τον επόμενο Πρόεδρο θα βρίσκονται οι Παπαδόπουλος, Σιζόπουλος και Θεοχάρους.
Οικονομία
Στην οικονομία, ο Νίκος Χριστοδουλίδης θεωρητικά διατηρεί πλεονέκτημα έναντι του Μαυρογιάννη ο οποίος, πέραν του ότι δεν έχει να προτάξει σοβαρά δείγματα γραφής στον συγκεκριμένο τομέα, κουβαλά και το τεράστιο βαρίδι της στήριξής του από το ΑΚΕΛ. Είναι ένα βαρίδι που υπερτονίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής, τόσο από τους ανθυποψήφιους του όσο και τα κόμματα που τους στήριζαν. Επιπλέον, δημιούργησε σκιές με αρκετές από τις θέσεις που έθεσε, όπως βέβαια και για την αντίληψή του για την οικονομία. Σκιές τις οποίες επέτεινε και με σειρά επιλογών που έκανε. Όπως ήταν η επιλογή του να καταστήσει κεντρικό κομμάτι της προεκλογικής του, άτομα όπως η Άννα Θεολόγου, η οποία διαχρονικά χειρίστηκε μ’ έναν ανορθόδοξο και οπορτουνιστικό τρόπο τα ζητήματα της οικονομίας. Μετρίασε τις ανησυχίες με την ανακοίνωση των συμβούλων του στην οικονομία, καθώς και με τις επιλογές Προύτζου και Μάριου Κληρίδη, αλλά δεν τις εξανέμισε.
Oι διαχωριστικές γραμμές στην οικονομία μεταξύ των δύο υποψηφίων, όμως, δεν είναι τόσο ξεκάθαρες, ούτε η εκλογή Νίκου Χριστοδουλίδη διασφαλίζει μια πορεία σταθερότητας και ανάπτυξης όπως επανέλαβε στο τελευταίο debate. Όπως και ο Μαυρογιάννης, δεν έχει σημαντικές παραστάσεις (δεν δοκιμάστηκε η ικανότητά του να διαχειριστεί την οικονομία), ενώ, μπορεί να επικαλείται φορτικά τη δημοσιονομική πειθαρχία, κινήθηκε όμως σε αυτήν την προεκλογική με τρόπο που κάθε άλλο παρά τη διασφαλίζει. Η εικόνα της μιας μετά την άλλη ομάδας συμφερόντων να τάσσονται στο πλευρό του, προφανώς και δημιουργεί αμφιβολίες, κατά πόσο θέλει και μπορεί. Την ίδια στιγμή, δεν δείχνει ικανός να απεγκλωβιστεί από τα μεγάλα συμφέροντα. Ουδέποτε διαφοροποιήθηκε από μια κυβέρνηση η οποία συνειδητά και με συνέπεια κατεύθυνε τον πλούτο προς συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων και εξυπηρέτησε όσο λίγες στο παρελθόν μεγάλα συμφέροντα. Όπως και στην περίπτωση Ανδρέα Μαυρογιάννη, δίπλα του βρίσκονται κόμματα που μπορεί να προτάσσουν τη σοβαρότητά τους στην οικονομία, επέδειξαν όμως στο παρελθόν την ίδια λαϊκίστικη συμπεριφορά με το ΑΚΕΛ. Η ΕΔΕΚ, με εξαίρεση τον τελευταίο, ήταν πάντα στην πλευρά όσων καταψήφιζαν τον προϋπολογισμό, ενώ το ΔΗΚΟ καταψήφισε τον προϋπολογισμό εν μέσω πανδημίας για να σκοράρει ο Νικόλας Παπαδόπουλος κάποιους πόντους στην προσπάθεια για στήριξη από το ΑΚΕΛ.
Ευρωπαϊκός προσανατολισμός
Σημαντικό διακύβευμα σε αυτές τις εκλογές αποτελεί και ο προσανατολισμός της χώρας που συνδέεται άμεσα και με την ασφάλειά της. Και ήταν λογικό κάποιοι να σπεύσουν να αναδείξουν τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό ανάμεσα στους παράγοντες που καθόρισαν την επιλογή τους, αξιοποιώντας κυρίως τις αγκυλώσεις του ΑΚΕΛ, αλλά και την κάκιστη εικόνα που έβγαλε το κόμμα μετά τη Ρωσική εισβολή. Εικόνα που επιβεβαίωσε την αδυναμία του να λειτουργήσει με όρους του σήμερα. Τις ίδιες όμως δικαιολογημένες ανησυχίες δημιουργεί και η υποψηφιότητα Χριστοδουλίδη. Κυρίως σε αυτή τη συγκυρία, που ως αποτέλεσμα της εισβολής, έχουν σχηματιστεί ξεκάθαρα στρατόπεδα. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών διαχρονικά υπερασπίστηκε τις στενές σχέσεις με τη Ρωσία. Έδειξε επίσης αδυναμία να αντιληφθεί τα όρια μέσα στο οποία μπορεί να κινηθεί μια χώρα του μεγέθους της Κύπρου, προτάσσοντας για ένα μεγάλο διάστημα την απειλή των κυρώσεων, ενώ η διαχείριση από τον ίδιο και τον Αναστασιάδη των λευκορωσικών κυρώσεων αποτέλεσε μια από τις πιο άβολες στιγμές της ευρωπαϊκής μας παρουσίας. Ανάμεσα στους υποστηρικτές του, υπάρχει κόμμα το οποίο έτρεχε poll για να δοθούν βάσεις στη Ρωσία χωρίς καν να μας ζητηθούν, και κόμμα του οποίου η αναπληρωτής πρόεδρος διερωτάτο τι κερδίσαμε από τη σχέση μας με την Αμερική και καλούσε να μελετήσουμε την πιθανότητα αλλαγής στρατοπέδων, ενώ και τα δύο κόμματα ηγήθηκαν του ψηφίσματος στη Βουλή, μετά την εισβολή, με το οποίο καλείτο η κυβέρνηση να διαφυλάξει τις σχέσεις με τη Ρωσία.
Διαφθορά και μεταναστευτικό
Κανείς δεν αμφισβητεί την τιμιότητα του Ανδρέα Μαυρογιάννη. Ελάχιστοι θεωρούν τον Νίκο Χριστοδουλίδη διεφθαρμένο. Την ίδια όμως στιγμή, ενώ ο Ανδρέας Μαυρογιάννης έχει αναφερθεί σε έκταση στα θέματα διαφθοράς και έχει εκφράσει την ετοιμότητα για καταπολέμησή της, ο Νίκος Χριστοδουλίδης (ο οποίος έχει επανειλημμένα δηλώσει πως αυτή η κυβέρνηση δεν είναι διεφθαρμένη) έχει περιοριστεί σε περίεργες αναφορές ως προς το τι είναι διαφθορά, καθώς και γενικόλογες προτάσεις για το πώς θα την αντιμετωπίσει. Διαφορές καταγράφονται και στο μεταναστευτικό, κυρίως στον τρόπο διαχείρισης των αιτητών ασύλου. Ο Ανδρέας Μαυρογιάννης έχει υπάρξει -έστω και συγκρατημένα- επικριτικός έναντι πολιτικών της κυβέρνησης, τη στιγμή που ο Νίκος Χριστοδουλίδης έχει επανειλημμένα συγχαρεί τον Νίκο Νουρή για την εξαιρετική δουλειά που κάνει. Ουδέποτε διαφώνησε με ενέργειες που έφεραν συνθήκες εξαθλίωσης στα κέντρα υποδοχής και πρακτικές που δημιούργησαν μια πολύ κακή εικόνα για τη χώρα και σύγκρουση με θεσμούς για τα δικαιώματα των προσφύγων.
Αβέρωφ ή Αναστασιάδης
Στην τελική, όπως έγραψα και την προηγούμενη Κυριακή, η κάθε υποψηφιότητα κουβαλά τα δικά της βαρίδια. Διαφορές προσέγγισης όμως υπάρχουν. Όπως υπάρχουν και διαφορετικές στοχεύσεις. Πέραν θέσεων, τις υποψηφιότητες διαχωρίζει η έξωθεν καλή μαρτυρία και η ετοιμότητα για αλλαγές. Των ιδίων και των όσων τους περιτριγυρίζουν. Όσο κι αν Μαυρογιάννης και Χριστοδουλίδης αυτοπροσδιορίζονται ως ανεξάρτητοι, είναι προφανές ότι η στήριξη που λαμβάνουν από τα κόμματα δείχνει, ίσως περισσότερο και από τα ίδια τα προγράμματα, τι πρεσβεύει ο κάθε υποψήφιος, κυρίως όμως το πώς θα κυβερνήσει. Σε αυτά έρχεται πλέον να προστεθεί η εσωκομματική κόντρα εντός ΔΗΣΥ. Από τη μια, ο Αβέρωφ Νεοφύτου και η πλειοψηφία των μετριοπαθών στελεχών του κόμματος και από την άλλη ο Νίκος Αναστασιάδης, στενοί συνεργάτες του και στελέχη κυρίως της σκληρής γραμμής. Μια κόντρα η οποία πέρα από μια μάχη επικράτησης, προφανώς έχει να κάνει και με το τι η κάθε ομάδα εκφράζει. Και δημιουργεί συνολικά ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές.
Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, αυτές οι εκλογές δεν αφορούν πλέον πρωτίστως τους δύο υποψήφιους. Αφορούν τις θέσεις και αξιοπιστία των κομμάτων και των προσωπικοτήτων που τους στηρίζουν. Είναι γι΄ αυτό που το δίλημμα Μαυρογιάννης ή Χριστοδουλίδης θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ΑΚΕΛ ή ΕΔΕΚ και Θεοχάρους, Αβέρωφ ή Αναστασιάδης.
Οι πρώτοι θα καθορίσουν σε σημαντικό βαθμό τις πολιτικές των υποψηφίων και οι δεύτεροι (και) την έκβαση των εκλογών. Μαζί και την πορεία της χώρας την επόμενη τουλάχιστον πενταετία.







