Ζούμε περισσότερο, αλλά όχι πιο υγιεινά

ΠΟΛΙΤΗΣ NEWS

Header Image

Αυτό το χάσμα αποτελεί πλέον τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία

Του John Deanfield

 Καθηγητή Καρδιολογίας, University College London

Τον τελευταίο αιώνα, το προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε με ρυθμό που παλαιότερα με ρυθμό που κάποτε ήταν αδιανόητος.  Ένα παιδί που γεννιέται σήμερα έχει πιθανότητα άνω του 50% να ζήσει πέρα από τα  95 έτη. Αυτή η επιτυχία ανέδειξε μια θεμελιώδη πρόκληση για τα συστήματα υγείας, καθώς η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής συνοδεύεται όλο και περισσότερο από παρατεταμένες περιόδους κακής υγείας, ασκώντας συνεχή πίεση στις υπηρεσίες και στα δημόσια οικονομικά. Παρότι οι άνθρωποι ζουν περισσότερο, δεν σημαίνει ότι περνούν περισσότερα από αυτά τα χρόνια με καλή υγεία.

 Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής συνεπάγεται ολοένα και μεγαλύτερη έκθεση σε χρόνιες ασθένειες. Οι καρδιαγγειακές παθήσεις, ο διαβήτης, η παχυσαρκία και η άνοια αναπτύσσονται συνήθως σταδιακά, σε διάστημα πολλών ετών. Η εξέλιξή τους είναι συχνά ασυμπωματική και καθορίζεται από την παρατεταμένη  έκθεση σε έναν μικρό αριθμό καλά τεκμηριωμένων παραγόντων κινδύνου. Όταν η νόσος τελικά εκδηλωθεί κλινικά, οι ασθενείς έχουν ήδη υποστεί αποτρέψιμη απώλεια υγείας, ενώ η κοινωνία αντιμετωπίζει αυξανόμενο κόστος, μέσω υψηλότερων δαπανών υγείας, μειωμένης παραγωγικότητας και μεγαλύτερης μακροχρόνιας εξάρτησης.

 

Η μείωση της βλάβης ως στρατηγική πρόληψης

Η συνεχής έμφαση στη θεραπεία της νόσου μόνο όταν αυτή εκδηλωθεί κλινικά θα επιβαρύνει αναπόφευκτα όλο και περισσότερο τα συστήματα υγείας. Μια πιο αποτελεσματική προσέγγιση είναι η έγκαιρη παρέμβαση για τη μείωση της βλάβης πριν η νόσος εδραιωθεί. Σε αυτό το πλαίσιο, η μείωση της βλάβης αντιπροσωπεύει μια αναγκαία και τεκμηριωμένη αλλαγή στη στρατηγική πρόληψης. Συχνά  παρερμηνεύεται ως παραχώρηση, ενώ στην πραγματικότητα αντανακλά μια ρεαλιστική προσέγγιση για τη μείωση του κινδύνου σε πραγματικούς πληθυσμούς μέσω τεκμηριωμένων παρεμβάσεων που μπορούν να εφαρμοστούν σε μεγάλη κλίμακα.

 Στον τομέα της καρδιαγγειακής υγείας, η βασική λογική είναι καλά καθιερωμένη. Η παρατεταμένη έκθεση σε αυξημένα επίπεδα υψηλής χοληστερόλης, υψηλή αρτηριακή πίεση, κάπνισμα και υπερβολικό βάρος οδηγεί στην ανάπτυξη της νόσου. Η μείωση αυτής της έκθεσης, έστω και μερικώς,  μειώνει τον μακροπρόθεσμο κίνδυνο. Όταν εφαρμόζονται έγκαιρα και σε μεγάλη κλίμακα, σχετικά μικρές αλλαγές μπορούν να αποφέρουν σημαντικά οφέλη για τον πληθυσμό και να μειώσουν τη μακροπρόθεσμη πίεση στα συστήματα υγείας.

 Η παχυσαρκία αποτελεί μία από τις ταχύτερα αυξανόμενες απειλές για τα συστήματα υγείας παγκοσμίως. Αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο για καρδιαγγειακών παθήσεων, διαβήτη τύπου 2, διαφόρων μορφών καρκίνου και αναπηρίας σε μεγαλύτερη ηλικία. Ωστόσο, η επίδρασή της δεν περιορίζεται στην μεγαλύτερη ηλικία. Η παχυσαρκία υπονομεύει την υγεία, τη λειτουργική ικανότητα και την παραγωγικότητα σε όλη τη διάρκεια του εργασιακού βίου, με σημαντικές επιπτώσεις τόσο για υγειονομική περίθαλψη όσο και για την οικονομική συμμετοχή.

 Για πολλά χρόνια, οι πολιτικές αντιμετώπισης της παχυσαρκίας βασίζονταν κυρίως σε συμβουλές για τον τρόπο ζωής, με περιορισμένη επιτυχία  σε επίπεδο πληθυσμού. Αν και η αλλαγή συμπεριφοράς παραμένει απαραίτητη, η εμπειρία έχει δείξει ότι σπάνια αρκεί από μόνη της για να αλλάξει τη μακροπρόθεσμη πορεία της νόσου σε ευρεία κλίμακα. Αυτό οδήγησε σε  επανεκτίμηση του τρόπου με τον οποίο ορίζεται και εφαρμόζεται η πρόληψη.

 Οι πρόσφατες εξελίξεις σε φαρμακευτικές θεραπείες, συμπεριλαμβανομένων των φαρμάκων (αγωνιστών  των υποδοχέων GLP-1), που αρχικά αναπτύχθηκαν για τον διαβήτη και τα οποία  μειώνουν την όρεξη και το σωματικό βάρος, αποτελούν σημαντική εξέλιξη. Αυτές οι θεραπείες έχουν αποδείξει ότι η διαρκής απώλεια βάρους μπορεί να επιτευχθεί με ασφάλεια και, κυρίως, ότι συνοδεύεται από ουσιαστική μείωση σοβαρών καρδιαγγειακών επεισοδίων. Τα στοιχεία από κλινικές δοκιμές  μεγάλης κλίμακας υποδηλώνουν οφέλη που υπερβαίνουν τη μείωση του βάρους, υποδεικνύοντας επιδράσεις σε υποκείμενες βιολογικές οδούς που συνδέονται με τη γήρανση και τις χρόνιες παθήσεις.

 Για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, το κεντρικό ερώτημα δεν είναι πλέον αν αυτές οι θεραπείες είναι αποτελεσματικές, αλλά πώς θα εφαρμοστούν υπεύθυνα και στρατηγικά στα συστήματα υγείας. Η αξία τους εξαρτάται λιγότερο από την ύπαρξή τους και περισσότερο από τον τρόπο ενσωμάτωσής τους στις διαδρομές περίθαλψης. Δεν πρέπει να πλαισιώνονται ως αισθητικές ή προαιρετικές παρεμβάσεις, αλλά να ενσωματώνονται σε δομημένα πλαίσια πρόληψης, να στοχεύουν σε άτομα με τον υψηλότερο  κίνδυνο κατά την διάρκεια της ζωής και να υποτρίζονται από κατάλληλη κλινική παρακολούθηση και υποστήριξη συμπεριφοράς. Χρησιμοποιούμενες με αυτό τον τρόπο, λειτουργούν ως εργαλεία μείωσης της βλάβης σε ευρεία κλίμακα και όχι ως μεμονωμένες θεραπευτικές λύσεις.

 Παρόμοιες αρχές μείωσης της βλάβης έχουν  διερευνηθεί στον έλεγχο του καπνίσματος, αν και οι πολιτικές απαντήσεις διαφέρουν ανά χώρα. Το γενικότερο δίδαγμα είναι ότι η μείωση της έκθεσης στους πιο επιβλαβείς παράγοντες κινδύνου μπορεί να μειώσει το φορτίο της νόσου, ακόμη και όταν τα ιδανικά αποτελέσματα δεν επιτυγχάνονται αμέσως.

 Τα παραδείγματα αυτά απεικονίζουν μια ευρύτερη αρχή. Η μείωση της βλάβης δεν αντικαθιστά την πρόληψη. Προσφέρει έναν πρακτικό τρόπο μείωσης του κινδύνου, μειώνοντας τη συσσωρευμένη έκθεση σε βασικούς παράγοντες κινδύνου με την πάροδο του χρόνου, ακόμη και όταν τα ιδανικά αποτελέσματα δεν είναι άμεσα εφικτά.

 

Εφαρμογή μείωσης της βλάβης σε μικρότερα συστήματα υγείας

Σε ένα σύστημα υγείας όπως της Κύπρου, οι παράγοντες αυτοί είναι ιδιαίτερα σημαντικοί. Τα μικρότερα συστήματα συχνά επωφελούνται από τον στενότερο συντονισμό μεταξύ πρωτοβάθμιας περίθαλψής, ειδικών υπηρεσιών και αρχών δημόσιας υγείας, γεγονός που επιτρέπει την εφαρμογή πιο στοχευμένων και συνεκτικών στρατηγικών πρόληψης. Αυτό δημιουργεί την ευκαιρία να εισαχθούν νέες θεραπείες με πιο συντονισμένο τρόπο, με σαφή κριτήρια χρήσης, κλινική παρακολούθηση και υποστηρικτικά μέτρα συμπεριφοράς.

 Η Κύπρος αντιμετωπίζει προκλήσεις κοινές με πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Το κάπνισμα παραμένει διαδεδομένο, τα ποσοστά παχυσαρκίας συνεχίζουν να αυξάνονται και οι καρδιαγγειακές παθήσεις παραμένουν κύριες αιτίες θνησιμότητας. Αυτά δεν είναι μεμονωμένα προβλήματα. Έχουν κοινούς βιολογικούς παράγοντες και ανταποκρίνονται σε παρόμοιες προληπτικές παρεμβάσεις.

 Μια εξατομικευμένη προσέγγιση μείωσης της βλάβης επιτρέπει στα συστήματα υγείας να ξεπεράσουν τα βραχυπρόθεσμα όρια  και να στραφούν προς τη διαχείριση του δια βίου κινδύνου. Επιτρέπει την έγκαιρη διάγνωση ατόμων υψηλού κινδύνου, την σαφέστερη  επικοινωνία αυτού του κινδύνου και την χρήση αναλογικών παρεμβάσεων που μειώνουν τη βλάβη στο παρόν, αντί να περιμένουμε την εκδηλωθεί η νόσος.

 

Κοινωνικός και οικονομικός αντίκτυπος

Το οικονομικό επιχείρημα υπέρ της έγκαιρης παρέμβασης είναι εξίσου ισχυρό με το κλινικό. Η κακή υγεία του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας μειώνει την παραγωγικότητα, αυξάνει την απουσία και συμβάλλει στην πρόωρη αποχώρηση από το εργατικό δυναμικό. Οι χρόνιες παθήσεις που μπορούν να προληφθούν δεν αποτελούν πλέον μόνο ζήτημα για τα συστήματα υγείας. Αποτελούν αυξανόμενο περιορισμό για την εθνική οικονομική απόδοση.

 Η επένδυση στην πρόληψη πρέπει να αντιμετωπίζεται με τους ίδιους όρους όπως η επένδυση σε υποδομές ή εκπαίδευση. Η απόδοση της προκύπτει με την πάροδο του χρόνου, αλλά είναι σημαντική. Η καθυστέρηση της εμφάνισης χρόνιων ασθενειών ακόμη και κατά πέντε έως δέκα χρόνια μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα ζωής, ενώ παράλληλα ανακουφίζει τη μακροπρόθεσμη πίεση στα δημόσια οικονομικά.

 Οι κοινωνίες έχουν ήδη προσαρμοστεί στη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής μέσω οικονομικού προγραμματισμού, συντάξεων και αποταμιεύσεων. Τώρα απαιτείται μια αντίστοιχη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουμε την υγεία σε όλη τη διάρκεια της ζωής, με μεγαλύτερη έμφαση στη διατήρηση της λειτουργικότητας και της ικανότητας με την πάροδο του χρόνου.

 Τα επιστημονικά στοιχεία που υποστηρίζουν την έγκαιρη παρέμβαση είναι όλο και πιο ισχυρά και το φάσμα των αποτελεσματικών εργαλείων συνεχίζει να επεκτείνεται. Ωστόσο, αυτό που συνεχίζει να αυξάνεται είναι το κόστος της καθυστέρησης, το οποίο μετράτε όχι μόνο στις δαπάνες για την υγειονομική περίθαλψη, αλλά και στην απώλεια παραγωγικότητας, στη μειωμένη ποιότητα ζωής και στην αυξανόμενη πίεση στα δημόσια οικονομικά.

 Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του περασμένου αιώνα. Η διασφάλιση ότι αυτά τα επιπλέον χρόνια θα τα ζούμε με καλή υγεία και ποιότητα ζωής πρέπει να αποτελέσει πλέον προτεραιότητα του αιώνα που διανύουμε.

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα