Κάθε Ιούνιο, με το τελευταίο κουδούνι της σχολικής χρονιάς, για τα παιδιά αρχίζουν οι καλοκαιρινές διακοπές. Για χιλιάδες εργαζόμενους γονείς, όμως, ξεκινά ένας ετήσιος αγώνας δρόμου. Πού θα μείνουν τα παιδιά μέχρι να ανοίξουν ξανά τα σχολεία τον Σεπτέμβριο;
Το ερώτημα επανέρχεται κάθε χρόνο, κυρίως για οικογένειες με παιδιά νηπιαγωγείου και δημοτικού. Πρόκειται για ηλικίες στις οποίες τα παιδιά δεν μπορούν να μείνουν μόνα στο σπίτι και χρειάζονται καθημερινή επίβλεψη, φροντίδα και ασφαλές περιβάλλον. Την ίδια ώρα, οι γονείς συνεχίζουν να εργάζονται κανονικά, με τις σχολικές διακοπές να διαρκούν πολύ περισσότερο από τις ημέρες άδειας που μπορεί να διαθέτει ένας εργαζόμενος.
Έτσι, για πολλές οικογένειες το καλοκαίρι δεν είναι μόνο περίοδος ξεκούρασης. Είναι περίοδος οργάνωσης, αναζήτησης λύσεων και οικονομικής πίεσης. Άλλοι καταφεύγουν σε καλοκαιρινά σχολεία, άλλοι σε ιδιωτικά νηπιαγωγεία που λειτουργούν για κάποιο διάστημα μέσα στο καλοκαίρι, ενώ αρκετοί συνδυάζουν διαφορετικές λύσεις, ανάλογα με τις ημέρες που πρέπει να καλύψουν, το διαθέσιμο εισόδημα και το αν υπάρχουν άνθρωποι στο οικογενειακό περιβάλλον που μπορούν να βοηθήσουν.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν υπάρχουν καθόλου επιλογές. Είναι ότι οι επιλογές είναι αποσπασματικές, περιορισμένες χρονικά, συχνά ακριβές και όχι πάντα διαθέσιμες για όλες τις ηλικίες. Όποιος έχει συγγενείς που μπορούν να βοηθήσουν, ευέλικτη εργασία ή οικονομική δυνατότητα να πληρώσει ιδιωτικό πρόγραμμα, μπορεί να καλύψει μέρος του κενού. Για τους υπόλοιπους, κάθε καλοκαίρι γίνεται άσκηση προγραμματισμού και αντοχής.
Παππούδες ή άδεια
Η πρώτη λύση για πολλές οικογένειες είναι το άτυπο δίκτυο φροντίδας. Παππούδες, γιαγιάδες, θείοι και θείες επιστρατεύονται για να καλύψουν ημέρες ή εβδομάδες κατά τις οποίες δεν υπάρχει σχολείο ή άλλη δομή απασχόλησης. Σε αρκετές περιπτώσεις οι γονείς φυλάνε μέρος της ετήσιας άδειάς τους ειδικά για τους καλοκαιρινούς μήνες, ενώ όταν υπάρχουν δύο γονείς προσπαθούν να μοιράσουν τις ημέρες άδειας, ώστε να κερδίσουν περισσότερο χρόνο.
Ούτε αυτή η λύση, όμως, είναι δεδομένη. Υπάρχουν οικογένειες χωρίς συγγενείς οι οποίοι μένουν κοντά, μονογονεϊκές οικογένειες, γονείς που εργάζονται σε θέσεις χωρίς ευελιξία, αλλά και εργαζόμενοι που δεν μπορούν να πάρουν άδεια την περίοδο που την χρειάζονται. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, όταν πολλοί εργαζόμενοι ζητούν να απουσιάσουν ταυτόχρονα, η πίεση μεταφέρεται και στους χώρους εργασίας, δημιουργώντας ζητήματα οργάνωσης και λειτουργικότητας.
Για τους γονείς, η άδεια που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν χρόνος ξεκούρασης, συχνά μετατρέπεται σε μηχανισμό κάλυψης ενός κενού. Και όταν οι ημέρες δεν φτάνουν, η αναζήτηση λύσης μεταφέρεται στα καλοκαιρινά σχολεία, δημόσια και ιδιωτικά, με το ερώτημα να παραμένει: πόσο από το καλοκαίρι καλύπτεται πραγματικά και με ποιο κόστος;
Τι καλύπτει το δημόσιο
Μέρος του κενού που δημιουργείται με το κλείσιμο των σχολείων επιχειρούν να καλύψουν τα Θερινά Δημόσια Σχολεία. Το πρόγραμμα, ωστόσο, έχει συγκεκριμένη διάρκεια, συγκεκριμένο αριθμό σχολικών μονάδων και δεν απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες παιδιών που χρειάζονται φροντίδα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Για το καλοκαίρι του 2026, τα Θερινά Δημόσια Σχολεία λειτουργούν από τις 22 Ιουνίου μέχρι τις 24 Ιουλίου, δηλαδή για 25 εργάσιμες ημέρες. Αυτό σημαίνει ότι η δημόσια κάλυψη δεν ξεκινά αμέσως μετά το κλείσιμο των σχολείων, αλλά λίγες ημέρες αργότερα, ενώ ολοκληρώνεται στα τέλη Ιουλίου. Από εκεί και πέρα, μέχρι την επαναλειτουργία των σχολείων τον Σεπτέμβριο, οι γονείς καλούνται να βρουν άλλες λύσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας, το πρόγραμμα εφαρμόζεται φέτος σε 64 σχολικές μονάδες παγκύπρια: 39 δημοτικά σχολεία και 25 νηπιαγωγεία. Πρόκειται για μια σημαντική παροχή για τις οικογένειες που καταφέρνουν να εξασφαλίσουν θέση, όμως σε σχέση με το σύνολο του δημόσιου σχολικού δικτύου η κάλυψη παραμένει περιορισμένη.
Ενδεικτικά, με βάση τα στοιχεία για τη σχολική χρονιά 2023-2024, στη δημόσια δημοτική και προδημοτική εκπαίδευση λειτουργούσαν 329 δημοτικά σχολεία και 274 νηπιαγωγεία. Σε αυτή τη βάση, τα 39 θερινά δημοτικά αντιστοιχούν περίπου στο 11,9% των δημόσιων δημοτικών σχολείων, ενώ τα 25 θερινά νηπιαγωγεία αντιστοιχούν περίπου στο 9,1% των δημόσιων νηπιαγωγείων. Συνολικά, δηλαδή, το πρόγραμμα καλύπτει περίπου μία στις δέκα δημόσιες σχολικές μονάδες δημοτικής και προδημοτικής εκπαίδευσης.
Η περιορισμένη αυτή κάλυψη έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το πρόβλημα αφορά κυρίως τις ηλικίες στις οποίες τα παιδιά δεν μπορούν να μείνουν χωρίς επίβλεψη. Στα δημοτικά σχολεία, οι ανάγκες αφορούν παιδιά που έχουν ολοκληρώσει τη σχολική χρονιά, αλλά δεν έχουν ακόμη την ηλικία ή την αυτονομία για να μείνουν μόνα στο σπίτι για πολλές ώρες. Στα νηπιαγωγεία, το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο, αφού πρόκειται για μικρότερα παιδιά, που χρειάζονται πιο σταθερό πλαίσιο φροντίδας.
Την ίδια στιγμή, πρέπει να σημειωθεί ότι τα δημόσια νηπιαγωγεία δεν καλύπτουν όλες τις μικρές ηλικίες. Δεν μιλάμε, για παράδειγμα, για βρέφη ή πολύ μικρά παιδιά που φοιτούν σε βρεφοπαιδοκομικούς σταθμούς ή ιδιωτικά νηπιαγωγεία. Για αυτές τις οικογένειες, το πρόβλημα μπορεί να είναι ακόμη πιο δύσκολο, καθώς οι διαθέσιμες δημόσιες επιλογές είναι λιγότερες ή ανύπαρκτες και η αναζήτηση λύσης μεταφέρεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στον ιδιωτικό τομέα ή στο οικογενειακό περιβάλλον.
Το βασικό ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει δημόσιο πρόγραμμα, αλλά πόσο από το πραγματικό καλοκαιρινό κενό μπορεί να καλύψει. Με διάρκεια μόλις 25 εργάσιμων ημερών και με συμμετοχή περιορισμένου αριθμού σχολικών μονάδων, τα Θερινά Δημόσια Σχολεία λειτουργούν περισσότερο ως μια μερική ανάσα για ορισμένες οικογένειες, παρά ως συνολική απάντηση στο πρόβλημα της καλοκαιρινής φροντίδας των παιδιών.
Το μεγαλύτερο κενό ανοίγει μετά τις 24 Ιουλίου. Από εκείνη τη στιγμή και μέχρι την επιστροφή των παιδιών στα σχολεία, οι γονείς βρίσκονται ξανά μπροστά στο ίδιο ερώτημα: ποιος θα κρατήσει τα παιδιά, για πόσες ώρες την ημέρα και με ποιο κόστος;
Η ιδιωτική λύση
Όταν το δημόσιο πρόγραμμα τελειώνει ή όταν δεν υπάρχει διαθέσιμη θέση κοντά στην περιοχή όπου ζει ή εργάζεται μια οικογένεια, η αναζήτηση λύσης μεταφέρεται σχεδόν αναγκαστικά στον ιδιωτικό τομέα. Καλοκαιρινά σχολεία, ιδιωτικά νηπιαγωγεία, λέσχες και οργανωμένα προγράμματα δημιουργικής απασχόλησης λειτουργούν για ένα μέρος του καλοκαιριού, καλύπτοντας κυρίως παιδιά νηπιαγωγείου και δημοτικού. Ωστόσο, η ύπαρξη επιλογών δεν σημαίνει πάντα ότι αυτές είναι διαθέσιμες, οικονομικά προσιτές ή επαρκείς χρονικά.
Στο πλαίσιο του ρεπορτάζ, έγινε δειγματοληπτική έρευνα σε ιδιωτικές δομές, καλοκαιρινά σχολεία και νηπιαγωγεία σε διαφορετικές επαρχίες, ώστε να καταγραφεί μια ενδεικτική εικόνα της αγοράς. Από την έρευνα προκύπτει ότι οι τιμές διαφέρουν ανάλογα με την επαρχία, το ωράριο, την ηλικία του παιδιού, το αν περιλαμβάνεται φαγητό και το χρονικό διάστημα φοίτησης. Σε πιο οικονομικές περιπτώσεις, το κόστος μπορεί να ξεκινά από περίπου 60-70 ευρώ την εβδομάδα. Συχνά, όμως, οι τιμές κινούνται υψηλότερα, κοντά στα 110-150 ευρώ την εβδομάδα, ενώ υπάρχουν και προγράμματα που μπορεί να ξεπερνούν τα 250-400 ευρώ την εβδομάδα, ιδιαίτερα όταν αφορούν διευρυμένο ωράριο, περισσότερες δραστηριότητες ή μικρότερες ηλικίες.
Η εβδομαδιαία χρέωση, όμως, δεν αποτυπώνει πάντα το πραγματικό βάρος για μια οικογένεια. Όταν το κόστος υπολογιστεί σε μηνιαία βάση, η επιβάρυνση γίνεται πολύ πιο εμφανής:
- πρόγραμμα με κόστος 70 ευρώ την εβδομάδα, σημαίνει περίπου 280 ευρώ για τέσσερις εβδομάδες, για ένα παιδί,
- πρόγραμμα με κόστος 120 ευρώ την εβδομάδα, ανεβάζει το ποσό στα 480 ευρώ τον μήνα,
- πρόγραμμα με κόστος 150 ευρώ την εβδομάδα, φτάνει τα 600 ευρώ τον μήνα,
- για δύο παιδιά, ακόμη και με μικρές εκπτώσεις για αδέλφια, τα ποσά μπορούν να πλησιάσουν ή και να ξεπεράσουν τα 1.000 ευρώ για έναν μήνα,
- για οικογένειες με τρία παιδιά, ή με ένα παιδί στο νηπιαγωγείο και ένα στο δημοτικό, το κόστος και η οργάνωση γίνονται ακόμη πιο σύνθετα.
Το ποσό αυτό προστίθεται σε έναν ήδη επιβαρυμένο οικογενειακό προϋπολογισμό. Οι βασικές υποχρεώσεις δεν σταματούν το καλοκαίρι: ενοίκια ή δόσεις, λογαριασμοί, τρόφιμα, καύσιμα και καθημερινές ανάγκες συνεχίζουν να υπάρχουν, ενώ η ανάγκη φύλαξης και απασχόλησης των παιδιών δημιουργεί μιαν επιπλέον δαπάνη, η οποία συχνά δεν μπορεί να αποφευχθεί. Για γονείς που εργάζονται και δεν έχουν συγγενείς να βοηθήσουν, η επιλογή καλοκαιρινού προγράμματος δεν είναι πάντα πραγματική επιλογή, αλλά αναγκαστική λύση.
Πέραν του κόστους, κρίσιμο ζήτημα είναι και η διαθεσιμότητα. Σε καλοκαιρινό σχολείο στη Λεμεσό, το οποίο ζητούσε 480 ευρώ για τέσσερις εβδομάδες με ωράριο από το πρωί μέχρι το απόγευμα, στις αρχές Ιουνίου είχε απομείνει μόλις μία διαθέσιμη θέση. Σε άλλες περιπτώσεις, γονείς ενημερώθηκαν ότι οι θέσεις είχαν καλυφθεί ήδη δύο ή τρεις μήνες νωρίτερα και ότι υπήρχε λίστα αναμονής. Αυτό δείχνει ότι ακόμη και όσοι μπορούν να πληρώσουν, δεν είναι βέβαιο ότι θα βρουν θέση όταν τη χρειαστούν.
Υπάρχει, επιπλέον, και το ζήτημα της ηλικίας. Δεν δέχονται όλα τα καλοκαιρινά σχολεία παιδιά κάτω των πέντε ετών, ενώ αρκετά προγράμματα απευθύνονται σε παιδιά από τριών ετών και πάνω ή κυρίως σε παιδιά δημοτικού. Αυτό αφήνει εκτός ένα σημαντικό κομμάτι οικογενειών με μικρότερα παιδιά, τα οποία κατά τη διάρκεια της χρονιάς φοιτούν σε ιδιωτικά νηπιαγωγεία ή βρεφοπαιδοκομικούς σταθμούς. Όταν αυτές οι δομές κλείνουν για κάποιες εβδομάδες, είτε από τα μέσα ή τα τέλη Ιουλίου είτε για μεγάλο μέρος του Αυγούστου, οι γονείς παιδιών λίγων μηνών έως και τεσσάρων ετών βρίσκονται με ακόμη λιγότερες εναλλακτικές.
Το κενό του Αυγούστου
Ο μεγαλύτερος μπελάς, ωστόσο, παραμένει ο Αύγουστος. Πολλά καλοκαιρινά σχολεία και ιδιωτικά προγράμματα λειτουργούν μέχρι τα τέλη Ιουλίου, ή σε ορισμένες περιπτώσεις μέχρι τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου. Λιγότερες είναι οι επιλογές που καλύπτουν τις δύο πρώτες εβδομάδες του Αυγούστου και ακόμη λιγότερες εκείνες που λειτουργούν μετά τον Δεκαπενταύγουστο. Έτσι, ενώ οι γονείς μπορεί να καταφέρουν να καλύψουν τις πρώτες εβδομάδες μετά το κλείσιμο των σχολείων, βρίσκονται ξανά μπροστά στο ίδιο πρόβλημα μέσα στον Αύγουστο.
Από τη δειγματοληπτική έρευνα σε ιδιωτικές δομές, εντοπίστηκαν περιπτώσεις όπου η κάλυψη των δύο πρώτων εβδομάδων του Αυγούστου κόστιζε περίπου 250-300 ευρώ. Σε άλλη περίπτωση, νηπιαγωγείο που λειτουργούσε για συγκεκριμένες ημέρες του Αυγούστου ζητούσε 150 ευρώ την εβδομάδα. Ακόμη και αυτές οι επιλογές, όμως, δεν κάλυπταν ολόκληρο τον μήνα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις αφορούσαν περιορισμένες θέσεις ή συγκεκριμένες ηλικίες.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι η ιδιωτική αγορά καλύπτει μέρος του κενού, αλλά όχι με τρόπο καθολικό ή ισότιμο. Η πρόσβαση εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα της οικογένειας, από την περιοχή στην οποία διαμένει, από την ηλικία του παιδιού, από το αν οι γονείς πρόλαβαν να κάνουν κράτηση εγκαίρως και από το αν υπάρχει πρόγραμμα που λειτουργεί την περίοδο που το χρειάζονται. Για οικογένειες με περισσότερα από ένα παιδιά, το κόστος μπορεί να γίνει απαγορευτικό. Για γονείς χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, η έλλειψη διαθέσιμων θέσεων μπορεί να ανατρέψει όλο τον καλοκαιρινό προγραμματισμό.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Αύγουστος παραμένει το μεγάλο κενό του συστήματος. Είναι ο μήνας κατά τον οποίο οι δημόσιες επιλογές έχουν ήδη ολοκληρωθεί, οι ιδιωτικές επιλογές μειώνονται αισθητά και οι γονείς καλούνται να βρουν λύση σχεδόν μόνοι τους. Άλλοι επιστρέφουν στις άδειες, άλλοι στους παππούδες και στις γιαγιάδες, άλλοι πληρώνουν ό,τι διαθέσιμο υπάρχει και άλλοι απλώς προσπαθούν να «μπαλώσουν» τις ημέρες μέχρι να ανοίξουν ξανά τα σχολεία.
Γονείς σε «summer mode»
Το πρόβλημα της φύλαξης των παιδιών κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών αποτυπώνεται και μέσα από τις ίδιες τις εμπειρίες των γονέων. Μετά από σχετικό κάλεσμα στα social media προς γονείς να περιγράψουν πώς διαχειρίζονται την περίοδο από το κλείσιμο των σχολείων μέχρι την επαναλειτουργία τους, οι μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν αναδεικνύουν κοινές αγωνίες: την ανάγκη για άδειες από τη δουλειά, την εξάρτηση από παππούδες και γιαγιάδες, το υψηλό κόστος των ιδιωτικών επιλογών και κυρίως το μεγάλο κενό του Αυγούστου. Πηνελόπη: «Για τους γονείς που εργάζονται είναι αρκετά δύσκολη η περίοδος του Αυγούστου, όταν τα σχολεία και τα περισσότερα summer schools κλείνουν. Αν η δουλειά των γονιών δεν κλείνει τον Αύγουστο, συνήθως αναγκαζόμαστε να παίρνουμε εναλλάξ άδεια για να καλύπτουμε τη φύλαξη των παιδιών. Θα βοηθούσε σημαντικά η λειτουργία περισσότερων καλοκαιρινών προγραμμάτων ή σχολείων και κατά τον Αύγουστο». Μαρία: «Επιχορήγηση στις επιχειρήσεις νηπιαγωγείων και summer schools για να μένουν ανοιχτά και να βοηθάνε τους γονείς! Η παιδεία και το parenting για την κυβέρνηση της Κύπρου είναι ό,τι χειρότερο. Από μεριάς επιχειρήσεων, για να μένουν ανοιχτά πρέπει να χρεώνουν πολλά για summer school, γιατί όλοι θέλουν να πάνε διακοπές, και το προσωπικό και ο επιχειρηματίας, και για να βρει κόσμο να εργαστεί καλοκαίρι πρέπει να πληρώνεις και τίμια! Πόσον μάλλον τις νηπιαγωγούς σου, που κάνουν τεράστιο αγώνα! Έχω νηπιαγωγείο και γνωρίζω πολύ καλά τα θέματα! Η κυβέρνηση είναι το πρόβλημα που δεν κάνει support το parenting life! Είμαστε χρόνια πίσω σε αυτό!». Ιωάννης: «Συνδυασμός άδειας και babysitter μέχρι τις 14 Σεπτεμβρίου, όχι μόνο Αύγουστο! Το σύστημα δεν είναι σχεδιασμένο για εργαζόμενους γονείς!». Έλενα: «Πολύ δύσκολο θέμα και πολυεπίπεδο. Το πρόβλημα είναι ακόμα μεγαλύτερο, γιατί ακόμα και τα summer schools κλείνουν 2 βδομάδες τον Αύγουστο. Επομένως, όσοι έχουν μικρά παιδιά ή δεν έχουν βοήθεια από γιαγιάδες-παππούδες, ζητάνε όλοι άδεια από τη δουλειά εκείνες τις εβδομάδες του Αυγούστου, με αποτέλεσμα τσακωμούς και στη δουλειά». Παναγιώτης: «Αναγκαστικά άδεια ή πολυδάπανες διακοπές εκείνες τις μέρες που δεν υπάρχει καμιά άλλη επιλογή». Μαριάννα: «Ένα μεγάλο άγχος. Μοιράζουμε τις άδειές μας κι έτσι δεν έχουμε ποτέ διακοπές μαζί! Και ούτε μπορούμε να πάμε κάπου! Και μέχρι 14/9 που ανοίγουν τα σχολεία και ακόμα 2 βδομάδες πιο μετά να ξεκινήσει το απογευματινό, οπότε κι άλλο πρόβλημα. Και να παρακαλάς να μην σε απολύσουν. Όλα χάλια με το σύστημά μας!». Κατερίνα: «Είναι ένα δράμα! Πληρώνεις διπλά λεφτά για το summer school τον Αύγουστο! Δεν υπάρχει καμία άλλη επιλογή αν δεν υπάρχουν παππούς-γιαγιά να βοηθήσουν. Μπορούμε να πάρουμε κάποιες μέρες άδεια, αλλά δεν μπορούμε να πάρουμε άδεια για όλο τον Αύγουστο!». Nίκη: «Το πρόβλημα (και ακόμη μεγαλύτερο) είναι και τον Σεπτέμβριο, αφού εκεί έχουμε 2 βδομάδες μέχρι να ανοίξουν τα σχολεία. Επίσης, το ολοήμερο σχολείο ξεκινά τέλη Σεπτεμβρίου, άρα ακόμα 2 βδομάδες με πρόβλημα στη φύλαξη το μεσημέρι».







