Για τη μελετήτρια της κυπριακής παράδοσης Άννα Τσέλεπου, το κυπριακό καλοκαίρι δεν είναι απλώς μια εποχή του χρόνου.
Είναι μια ολόκληρη μνήμη, γεμάτη εικόνες, μυρωδιές και γεύσεις που κουβαλούν μέσα τους την οικογένεια και τον τόπο.
Είναι οι αυλές που βρέχονται με το λάστιχο για να δροσίσουν τη ζέστη, οι τόνενες καρέκλες κάτω από τα δέντρα, οι κληματαριές με το τραπέζι στρωμένο για το φαγητό.
Είναι τα τζιτζίκια που «χαλάζουν τον κόσμο», το γιασεμί και το αγιόκλημα, το καρπούζι με το χαλούμι, το ζελέ με την κρέμα. Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι τα γεμιστά της μάνας.
Η Άννα Τσέλεπου θυμάται μια φωτογραφία, τραβηγμένη πριν από περίπου πέντε χρόνια, στην οποία φαίνεται το «ευλογημένο χέρι» της μητέρας της να σερβίρει τα γεμιστά.
Ένα απλό οικογενειακό στιγμιότυπο που, με το πέρασμα του χρόνου, απέκτησε για εκείνη βαθύτερη σημασία.
Η μητέρα της είχε τον πρώτο λόγο στη μοιρασιά του φαγητού. Και η μοιρασιά αυτή δεν αφορούσε μόνο τους ανθρώπους που κάθονταν γύρω από το οικογενειακό τραπέζι.
Για δέκα ολόκληρα χρόνια, όταν η Άννα Τσέλεπου επέστρεψε από την Αθήνα και έζησε μαζί της, υπήρχε ένα καθημερινό τελετουργικό που δεν άλλαξε ποτέ. Πριν ακόμη φάνε οι ίδιοι ή πριν καθίσουν στο τραπέζι οι ξένοι τους, η μητέρα της έβαζε σε ένα πιάτο φαγητό για τον Αντρέα, έναν γείτονα που ζούσε μόνος και είχε λίγα χρήματα.
Και το σημαντικότερο ήταν πως δεν του έδινε ποτέ από το περίσσευμα. Του έδινε πάντα το πρώτο πιάτο. Για δέκα ολόκληρα χρόνια, κάθε μεσημέρι, η ίδια κίνηση. Με αγάπη και ευχαρίστηση. Χωρίς δεύτερη σκέψη.
Για την Άννα Τσέλεπου, αυτή η καθημερινή πράξη της μητέρας της συμπυκνώνει το μεγαλείο της ψυχής της. Μια γυναίκα που αντιλαμβανόταν την προσφορά όχι ως υποχρέωση, αλλά ως αυτονόητη πράξη αγάπης.
Και ίσως μέσα σε αυτό το πρώτο πιάτο να κρύβεται ένα μεγάλο κομμάτι της κυπριακής παράδοσης. Μια παράδοση που δεν βρίσκεται μόνο στις συνταγές, στα υλικά και στις γεύσεις.
Βρίσκεται στην αυλή, στο κοινό τραπέζι, στη σχέση με τον γείτονα, στην έγνοια για τον άνθρωπο που έχει ανάγκη.
Τα γεμιστά της μάνας της Άννας Τσέλεπου δεν είναι, τελικά, μόνο μια γεύση του κυπριακού καλοκαιριού. Είναι μια ανάμνηση αγάπης, προσφοράς και ανθρωπιάς. Μια εικόνα από μια Κύπρο που ήξερε να μοιράζεται.
Και ένα πιάτο φαγητό που, πριν ακόμη φτάσει στο οικογενειακό τραπέζι, είχε ήδη βρει τον άνθρωπο που το είχε ανάγκη.






