«Μπορεί να χρειαστούν ριζικές νέες επιλογές για το έργο εισαγωγής LNG» του Δρος Χαράλαμπου Έλληνα

«Τίποτα από όσα έχω ακούσει μέχρι τώρα δεν μου δίνει σιγουριά ότι τα προβλήματα που έχω ήδη θέσει θα ξεπεραστούν».
Η συζήτηση, αυτή την εβδομάδα, σχετικά με τις περιπλοκές του έργου εισαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ/LNG) έχει πάρει φωτιά. Όλες οι επιλογές σχετικά με την πορεία προς τα εμπρός είναι δύσκολες. Αλλά ίσως τώρα να είναι η ώρα να κάνουμε τις δύσκολες επιλογές προτού μπούμε τόσο πολύ στα βαθιά που όχι μόνο δεν θα μπορούμε να βγούμε από αυτό το μπλέξιμο αργότερα, αλλά τελικά θα καταλήξουμε να πληρώνουμε για τις συνέπειες των υπερβάσεων κόστους και χρονοδιαγράμματος την επόμενη δεκαετία.
Τίποτα από όσα έχω ακούσει μέχρι τώρα δεν μου δίνει σιγουριά ότι τα προβλήματα που έχω ήδη θέσει θα ξεπεραστούν. Γενικευμένες, αισιόδοξες, μη τεκμηριωμένες δηλώσεις ότι όλα πάνε καλά, και προσωρινές διορθώσεις, δεν είναι η λύση.
Με τις εργασίες επί τόπου στον Βασιλικό να μην έχουν καν ξεκινήσει πραγματικά και τον μηχανολογικό σχεδιασμό να μην έχει ακόμη ολοκληρωθεί – πόσο μάλλον καθυστερήσεις με τη μετατροπή της πλωτής μονάδας επαναεροποίησης ΥΦΑ (FSRU) – η ολοκλήρωση έως τον Ιούλιο του 2023 μπορεί να θεωρηθεί μόνο αισιόδοξη, με το 2024 να είναι περισσότερο από πιθανό. Η ΔΕΦΑ και ο ανάδοχός της, CPPE, δεν φαίνεται να έχουν πραγματικό έλεγχο για την ολοκλήρωση και το κόστος του έργου.
Η αναφερόμενη υπέρβαση κόστους των €100 εκατομμυρίων ευρώ είναι πιθανό να είναι πραγματική, λόγω της υπέρβασης του χρονοδιαγράμματος, του αυξανόμενου κόστους υλικών και εξοπλισμού, καθώς και προβλημάτων εφοδιασμού. Κάποιος θα τα πληρώσει. Αμφιβάλλω ότι ο ανάδοχος θα απορροφήσει το σύνολο ή ακόμα και ένα μεγάλο μέρος του.
Η CPPE φαίνεται να κατηγορεί την ΕΤΥΦΑ και την πανδημία για τις περισσότερες καθυστερήσεις, αρνούμενη ευθύνη για το πρόσθετο κόστος. Οποιαδήποτε εσπευσμένη διευθέτηση που ίσως επιτευχθεί τώρα είναι απίθανο να είναι οριστική έως ότου γίνει σαφέστερη η πλήρης έκταση του προβλήματος, πιθανότατα πολύ αργότερα το 2022, οπότε οι αξιώσεις είναι πιθανό να κλιμακωθούν αλλά θα είναι πολύ αργά – ο χρόνος και ο έλεγχος της κατάστασης δεν θα να είναι πια στα χέρια μας.
Ως αποτέλεσμα, τελικά, η ΑΗΚ μπορεί να βρεθεί στην δυσάρεστη θέση να μην έχει άλλη επιλογή παρά να αγοράσει ακριβό φυσικό αέριο από τη ΔΕΦΑ, οδηγώντας σε υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ – εάν η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ανοίξει πραγματικά στον ανταγωνισμό τον Οκτώβριο – θα πρέπει να ανταγωνίζεται τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) χαμηλού κόστους με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη της. Υπό αυτές τις συνθήκες, όχι μόνο το μερίδιο αγοράς της θα μειωθεί, αλλά το μέλλον της μπορεί να υπονομευθεί από τις μη ανταγωνιστικές, υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Ακόμα περισσότερο, αν δεν επιτρέπεται στην εταιρεία να ανταγωνίζεται για μερίδιο της αγοράς ΑΠΕ και αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας.
Η αναμενόμενη μείωση κατά 25% των εκπομπών, με τη μετατροπή της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας σε φυσικό αέριο, δεν αποτελεί πανάκεια εάν το κόστος ανά μονάδα αυτού του φυσικού αερίου αυξηθεί σημαντικά ως αποτέλεσμα της ανάγκης ανάκτησης του υψηλού, τελικού κόστους του έργου εισαγωγής ΥΦΑ – παρά την επιχορήγηση €101,5 εκατομμυρίων ευρώ από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επιπλέον, δεδομένων των καθυστερήσεων του έργου, το κόστος αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών –που αναμένεται να ξεπεράσει τα €100 ευρώ/τόνο φέτος– θα είναι πολύ υψηλότερο, διαβρώνοντας τυχόν πιθανά οφέλη από αυτό το έργο. Οι δηλώσεις ότι αυτό το έργο θα αποφέρει ετήσια οφέλη €1,5 δισεκατομμυρίων ευρώ στο κράτος είναι, το λιγότερο παραπλανητικές και δεν βασίζονται σε τεκμηριωμένα γεγονότα.
Αυτές είναι δυσάρεστες εξελίξεις. Πρέπει τώρα να εξεταστούν ριζικές νέες επιλογές.
Ως πρώτο βήμα, η κυβέρνηση πρέπει να διορίσει έναν διεθνή εμπειρογνώμονα, ή εμπειρογνώμονες, στις μετατροπές FSRU και στα τερματικά εισαγωγής ΥΦΑ, για να πραγματοποιήσει μια ταχεία ανεξάρτητη επανεξέταση του έργου και να συμβουλεύσει σχετικά με την ανάκτηση του έργου και του χρονοδιαγράμματος και τις ενέργειες που απαιτούνται για την επίτευξή τους.
Πιθανές επιλογές στην πορεία προς τα εμπρός περιλαμβάνουν τα ακόλουθα.
Το πρώτο, και προτιμότερο, βήμα θα πρέπει να είναι η επίτευξη σταθερής συμφωνίας με τον ανάδοχο για ένα αναθεωρημένο, αλλά σταθερό, χρονοδιάγραμμα και προϋπολογισμό του έργου - εάν είναι δυνατόν - χωρίς να διακυβεύονται τα συμφέροντα του κράτους. Οποιεσδήποτε περαιτέρω καθυστερήσεις, παραλείψεις ή πρόσθετες δαπάνες θα πρέπει στη συνέχεια ο ανάδοχος να δεσμευτεί να αποκαταστήσει με δικά του έξοδα. Ωστόσο, παρά τις διαβεβαιώσεις που δόθηκαν ότι «θα καταβληθούν προσπάθειες για να παραδοθεί το έργο ακόμη και νωρίτερα από τον Ιούλιο του 2023», είναι αμφίβολο εάν η CPPE θα συμφωνούσε σε μια τέτοια συμβατική δέσμευση.
Γίνεται λόγος ότι η κυβέρνηση εξετάζει το ενδεχόμενο αλλαγής, και ίσως αποδυνάμωσης, των όρων και προϋποθέσεων της σύμβασης προς όφελος του αναδόχου, αλλά αυτό πιθανότατα θα θέσει σε κίνδυνο τη θέση της – ειδικά όταν πρόκειται για την αντιμετώπιση αξιώσεων στο τέλος του έργου – και θα πρέπει να απορριφθεί. Ένας άλλος λόγος είναι ότι μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να αμφισβητηθεί νομικά από τις αποκλεισμένες κοινοπραξίες - στις οποίες δεν δόθηκε η ίδια ευκαιρία στο στάδιο του διαγωνισμού - ζητώντας αποζημίωση.
Μια άλλη επιλογή, ανάλογα με τη σύμβαση μεταξύ ΔΕΦΑ και CPPE, είναι να αναγκαστεί ο ανάδοχος να δεσμεύσει μια ομάδα διαχείρισης έργων με αποδεδειγμένη εμπειρία στην παράδοση τέτοιων έργων με βάση το αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα και τον προϋπολογισμό.
Ως έσχατη λύση –αν δεν λειτουργεί τίποτα άλλο– η κυβέρνηση θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο να «μειώσει τις απώλειές της» εγκαταλείποντας εντελώς αυτό το έργο, επιλέγοντας τη μίσθωση ενός FSRU, με τον ίδιο τρόπο που έκανε η Αίγυπτος με μεγάλη επιτυχία το 2015 για να ξεπεράσει τα προβλήματα έλλειψης φυσικού αερίου.
Εάν ληφθεί απόφαση να προχωρήσει σε μια τέτοια επιλογή κατά το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, οι παραδόσεις ΥΦΑ θα μπορούσαν να αρχίσουν πριν το τέλος του 2022. Η συμφωνία μίσθωσης θα μπορούσε να είναι για περίοδο δέκα ετών, με δυνατότητα ανανέωσης ετησίως. Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε επίσης να αφήσει ανοιχτή την πόρτα για την ανάπτυξη του Αφροδίτη για τις περιφερειακές αγορές, συμπεριλαμβανομένων και φθηνών, άμεσων, προμηθειών φυσικού αερίου στην Κύπρο.
Μια συγκριτική αξιολόγηση του συνολικού κόστους της εγκατάλειψης του έργου τώρα – προτού προκύψουν πρόσθετες δαπάνες – σε σύγκριση με την επιλογή μίσθωσης FSRU θα δείξει ότι η τελευταία είναι μια λογική λύση.
Αβάσιμες, βιαστικές, αποφάσεις που οδηγούνται από πολιτικές σκοπιμότητες και δεν υποστηρίζονται από τεχνοοικονομικά δεδομένα, κινδυνεύουν να καταλήξουν δαπανηρές και, στο τέλος, χωρίς τα αναμενόμενα οφέλη.
Αυτό το έργο έχει μακρύ και πιθανότατα δαιδαλώδη δρόμο. Οι βιαστικοί συμβιβασμοί σε αυτό το στάδιο θα μπορούσαν να αφήσουν το κράτος εκτεθειμένο σε μελλοντικά αυξανόμενα προβλήματα που θα είναι λιγότερο ικανό να ελέγξει, εάν ο Ιούλης του 2023 δεν επιτευχθεί και το κόστος αυξηθεί περαιτέρω. Ελπίζουμε ότι το έργο θα προχωρήσει καλά, αλλά η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει προσοχή. Δεν μπορούμε να το αφήσουμε στην ελπίδα.
*Ο Δρ Χαράλαμπος (Charles) Έλληνας είναι Ανώτερος Συνεργάτης του Παγκόσμιου Κέντρου Ενέργειας του Ατλαντικού Συμβουλίου.
Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων
Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.







