Από τα πρώτα μου ρεπορτάζ στα δικαστήρια θυμάμαι που περιμέναμε την κλούβα της Αστυνομίας να φτάσει στον προαύλιο χώρο, τους αστυνομικούς να κατεβάζουν τον ύποπτο με χειροπέδες και τους φωτογράφους με τους κινηματογραφιστές να ορμάνε πάνω τους σαν αρπακτικά προκειμένου να απαθανατίσουν το θέαμα: να τραβήξουν την τέλεια φωτογραφία με τον ύποπτο που θα κοσμούσε πρωτοσέλιδα τις αυριανές εκδόσεις των εφημερίδων και να εξασφαλίσουν πολλές και συνάμα καλές λήψεις από τον ύποπτο που θα συνόδευαν τα βραδινά ρεπορτάζ στα κεντρικά δελτία ειδήσεων των τηλεοπτικών σταθμών. Τότε δεν ήμασταν κράτος μέλος της ΕΕ, η νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα δεν υφίστατο, ουδείς γνώριζε και ουδείς ασχολείτο με αυτό το ζήτημα.
Η διαπόμπευση των υπόπτων με τη δημοσιοποίηση των φωτογραφιών και των ονομάτων τους, επαναλαμβάνω των υπόπτων και όχι των καταδικασθέντων, ήταν καθημερινό φαινόμενο. Η ένταξή μας στην ΕΕ και η συνεπακόλουθη θέσπιση νομοθετικών εργαλείων για την προστασία των προσωπικών δεδομένων άλλαξε άρδην το σκηνικό. Αναμφίβολα, η νομοθεσία που διέπει την προστασία των προσωπικών δεδομένων διόρθωσε στρεβλώσεις και έβαλε τέλος σε κακές πρακτικές, σε λανθασμένες αντιλήψεις που επικρατούσαν για χρόνια και σε ανεπίτρεπτες συμπεριφορές που στοχοποιούσαν και διέσυραν πρόσωπα άδικα, αβάσιμα και ατεκμηρίωτα. Σήμερα, 20 χρόνια μετά την ψήφιση της πρώτης νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, κινδυνεύουμε να φτάσουμε στο άλλο άκρο. Η νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα τείνει να καταστεί το καταφύγιο του κάθε εγκληματία, μπαγαπόντη και δήθεν άμωμου και αμόλυντου σ’ αυτό τον τόπο. Πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα στα οποία έχει ή είχε ανατεθεί σημαντικό δημόσιο λειτούργημα όπως είναι οι πρόεδροι της Δημοκρατίας και της Βουλής, οι υπουργοί, οι υφυπουργοί, οι βουλευτές, οι δικαστές, οι επίτροποι, οι δήμαρχοι κ.ο.κ. καθώς και τα στενά συγγενικά τους πρόσωπα, επικαλούνται με περισσή ευκολία τον νόμο που διέπει τα προσωπικά δεδομένα προκειμένου να εμποδίσουν τον έλεγχό τους, να αποφύγουν τη δημόσια λογοδοσία, να κρύψουν τα διαπλεκόμενά τους, τη σύγκρουση συμφέροντός τους, τον αθέμιτο πλουτισμό και τη διαφθορά τους.
Ο κ. Νουρής
Ο νόμος για την προστασία των προσωπικών δεδομένων μετατρέπεται σε λάστιχο στα χέρια πολιτικών, κρατικών – αιρετών αξιωματούχων, καρεκλοκένταυρων και δικηγόρων προκειμένου να χωρέσουν όλες οι περιπτώσεις που τους βολεύουν. Ανάλογα με το πώς του συμφέρει του καθενός ερμηνεύει και τη νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα σε βάρος πάντα, όλως τυχαίως, της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Τα παραδείγματα πάμπολλα. Ένα από τα πιο πρόσφατα παραδείγματα που απασχόλησε την επικαιρότητα και αφορά εξόφθαλμη προσπάθεια απόκρυψης στοιχείων για να μην δημοσιοποιηθούν, είναι η άρνηση του υπουργού Εσωτερικών Νίκου Νουρή να καταθέσει στην Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής τον ονομαστικό κατάλογο των ελεγκτικών, λογιστικών και δικηγορικών γραφείων όπως και των γραφείων των ντιβέλοπερ που είχαν εμπλοκή στην έκδοση των «χρυσών» διαβατηρίων. Ζητήθηκε, επίσης, από τον κ. Νουρή να καταθέσει στη Βουλή τον συνολικό αριθμό των αιτήσεων που υπέβαλε το κάθε γραφείο ξεχωριστά από την ημέρα έναρξης του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος μέχρι και τον τερματισμό του. Ο κ. Νουρής επικαλέστηκε τον νόμο για τα προσωπικά δεδομένα για να μην καταθέσει τα παραπάνω στοιχεία στη Βουλή. Όταν, όμως, η επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Ειρήνη Λοϊζίδου Νικολαΐδου υπέδειξε στη Βουλή ότι δεν υφίσταται τέτοιο κώλυμα και ότι δεν προκύπτει κανένα ζήτημα προσωπικών δεδομένων, ο κ. Νουρής έκανε ότι δεν την άκουσε. Και βεβαίως, τα στοιχεία δεν κατατέθηκαν στη Βουλή.
Η λίστα Γιωρκάτζη
Μεγάλη συζήτηση γίνεται το τελευταίο διάστημα για τα προσωπικά δεδομένα των πολιτικά εκτεθειμένων προσώπων. Αιτία αποτέλεσαν οι αποφάσεις της ολομέλειας της Βουλής με βάση τις οποίες δημοσιοποιήθηκαν στο πλαίσιο της διαφάνειας και της δημόσιας λογοδοσίας, τα ονόματα των πολιτικά εκτεθειμένων προσώπων που περιλαμβάνονται στη λίστα Γιωρκάτζη καθώς και στην έκθεση του γενικού ελεγκτή με τα «κόκκινα» δάνεια στον πρώην Συνεργατισμό. Αυτά τα 22 πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα που καταγράφονται στην έκθεση του γενικού ελεγκτή και αφορούν νυν και πρώην βουλευτές και υποψήφιους βουλευτές, υπουργούς και κρατικούς αξιωματούχους, δεν έκρυψαν την ενόχλησή τους για τη δημοσιοποίηση των ονομάτων τους. Επικαλέστηκαν, μάλιστα, και τη γνωμάτευση της αρμόδιας επιτρόπου με την οποίαν εισηγήθηκε στον γενικό ελεγκτή Οδυσσέα Μιχαηλίδη να μην δημοσιοποιήσει τα ονόματά τους εφόσον δεν κατέληξε σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς το κατά πόσο έτυχαν ευνοϊκής μεταχείρισης από τον πρώην Συνεργατισμό που ήταν άλλωστε και το ζητούμενο του συγκεκριμένου ελέγχου. Και ο λόγος, βεβαίως, που δεν κατέληξε σε ασφαλή συμπεράσματα ο γενικός ελεγκτής οφείλεται στον νόμο για τα προσωπικά δεδομένα, διότι, δεν μπορούσε να εξασφαλίσει από την ΚΕΔΙΠΕΣ αντίστοιχες περιπτώσεις δανειακών συμβάσεων πολιτών που έτυχαν αναδιάρθρωσης κατά την ίδια περίοδο για σκοπούς σύγκρισης. Συνεπώς, τίθεται επί τάπητος το ερώτημα εάν η οικονομική κατάσταση και όχι μόνο, των πολιτικά εκτεθειμένων προσώπων, των όσων παίρνουν αποφάσεις, ψηφίζουν νόμους και ορίζουν την τύχη μας, μπορούν να αποτελούν προσωπικά δεδομένα τα οποία ουδείς αγγίζει, ουδείς δημοσιοποιεί. Αλήθεια, πώς διασφαλίζεται η διαφάνεια και η δημόσια λογοδοσία για τα πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα όταν όλοι μας γνωρίζουμε ότι, ουδέποτε εφαρμόστηκε ο νόμος για το «Πόθεν Έσχες» έστω και προσχηματικά στην κοινή γνώμη και ότι αυτός ο τόπος αποδεδειγμένα είναι βουτηγμένος στη διαπλοκή και στη διαφθορά; Πώς επιτυγχάνεται η διαφάνεια χωρίς δημοσιότητα;
Άριστος Δαμιανού: Η διαφάνεια αντίδοτο στη διαπλοκή
Ο βουλευτής και νομικός Άριστος Δαμιανού θέτει στο τραπέζι της συζήτησης αυτό που για πολλούς από εμάς τους απλούς πολίτες θεωρείται αυτονόητο: Ότι δηλαδή, τα πρόσωπα που αποφασίζουν να πολιτευτούν ή και που καταλαμβάνουν δημόσια αξιώματα θα πρέπει να είναι έτοιμα να απεμπολήσουν ένα κομμάτι της ιδιωτικότητάς τους. Και εφόσον δεν έχουν τίποτε να κρύψουν, δεν υπάρχει ούτε και λόγος να επικαλούνται τον νόμο για τα προσωπικά δεδομένα. Αυτό που χρειάζεται είναι αλλαγή κουλτούρας και νοοτροπίας, υποδεικνύει με έμφαση ο κ. Δαμιανού. Είναι μακρύς, όμως, ο δρόμος και ανηφορικός…
Ειδικότερα, σε δηλώσεις του στον «Π» ανέφερε τα εξής: «Το ερώτημά σας πώς διασφαλίζεται η διαφάνεια και η δημόσια λογοδοσία είναι εύλογο, διότι, συμπυκνώνει μια δημόσια συζήτηση, η οποία κορυφώθηκε με αφορμή τη δημοσιοποίηση από τη Βουλή της λίστας Γιωρκάτζη και της έκθεσης της Ελεγκτικής Υπηρεσίας. Η θέση την οποία το πολιτικό προσωπικό πρέπει να αποδεχτεί όπως και γενικότερα τα πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα είναι ότι με τη συνειδητή επιλογή μας για συμμετοχή στα κοινά και στη δημόσια ζωή πρέπει να είμαστε έτοιμοι να απεμπολήσουμε ένα κομμάτι της ιδιωτικότητάς μας. Ακόμα και αν αυτό μάς θέτει σε υποδεέστερη θέση από τους υπόλοιπους πολίτες σε σχέση με δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και πιο πρόσφατα από το Ενωσιακό Δίκαιο και ειδικότερα τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων. Αυτή η διάκριση, της χαμηλότερης προστασίας της ιδιωτικότητας των δημοσίων προσώπων καθίσταται κοινωνική αναγκαιότητα για να αντιμετωπιστεί η απαξίωση των πολιτών και για να αρχίσει η διαδικασία αποκατάστασης της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και το πολιτικό προσωπικό. Αρχές όπως η διαφάνεια και η δημόσια λογοδοσία αποτελούν το αντίδοτο στη θεσμική διαπλοκή και διαφθορά που κορυφώθηκε τα τελευταία χρόνια. Ασφαλώς, όπως υπογραμμίζει και το ΕΔΑΔ, οι αρχές της αναλογικότητας και της εξατομίκευσης πρέπει επίσης να τυγχάνουν εφαρμογής για να αποφεύγεται ο κανιβαλισμός και η ισοπέδωση. Θεωρώ ότι η Βουλή δεν υπηρέτησε αυτές τις αρχές με τη μαζική, γενικευμένη δημοσιοποίηση λανθασμένων ή ανακριβών -κατά βάση- στοιχείων χιλιάδων πολιτών. Δεν είναι λίγες οι φορές που και εμείς μέσα από την κοινοβουλευτική μας δράση, εντοπίζουμε σοβαρά κρούσματα αδιαφάνειας. Γι’ αυτό επιμένουμε σε εκσυγχρονισμό νομοθεσιών όπως είναι το ‘Πόθεν Έσχες’. Δύο προτάσεις νόμου που καταθέσαμε για την υποχρεωτική αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων από καταπιστεύματα και εταιρείες με φαινόμενους μετόχους (nominees) μέχρι κρυφούς λογαριασμούς σε φορολογικούς παραδείσους η απόκρυψη των οποίων θα οδηγεί σε δήμευση περιουσίας, εκτιμώ ότι θα ενισχύσουν σημαντικά τη διαδικασία ελέγχου. Ιδιαίτερα με την ανάθεση αυτού του ελέγχου από τη Βουλή σε ανεξάρτητους πραγματογνώμονες. Βέβαια, πάνω από νόμους και κανόνες, αυτό που προέχει είναι η αλλαγή κουλτούρας και νοοτροπίας. Και εδώ έχουμε δρόμο ακόμα να διανύσουμε».
Αχιλλεύς Κ. Αιμιλιανίδης: Η προστασία και το δημόσιο συμφέρον
Τα ζητήματα δικαιωμάτων προστασίας των προσωπικών δεδομένων πρέπει να σταθμίζονται με το δημόσιο συμφέρον για καταπολέμηση της διαφθοράς και της διαπλοκής και για δημόσια λογοδοσία που αποτελούν προϋποθέσεις για ομαλή λειτουργία της πολιτικής ζωής, τόνισε ο καθηγητής Νομικής και Κοσμήτορας της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας Αχιλλεύς Κ. Αιμιλιανίδης. Συγκεκριμένα, δήλωσε επί λέξει: «Ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικών Δεδομένων όπως και η νομολογία του ΕΔΑΔ και του ΔΕΕ, προβλέπουν για στάθμιση μεταξύ της προστασίας των προσωπικών δεδομένων από τη μια και του δικαιώματος στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης από την άλλη. Αυτό περιλαμβάνει και ειδικές εξαιρέσεις για επεξεργασία που διενεργείται για δημοσιογραφικούς σκοπούς ή για σκοπούς ακαδημαϊκής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης ή για άλλους συναφείς σκοπούς. Η διαφάνεια και η δημόσια λογοδοσία είναι κατ’ εξοχήν σημαντικός σκοπός και η επεξεργασία μπορεί να είναι σύννομη εάν είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση δημόσιου καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Η επίκληση επομένως ή ερμηνεία της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα ως καταφύγιο συγκάλυψης της παρανομίας είτε γίνεται από θεσμικά όργανα είτε από δικαστικές αρχές είτε άλλως, με βρίσκει εντελώς αντίθετο. Εκείνο που έχει κυρίως σημασία είναι να διασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας που είναι γνωστή έννοια και αφορά τη στάθμιση του βαθμού της επέμβασης στα προσωπικά δεδομένα με το ενδεχόμενο όφελος που θα προκύψει από τη δημοσιοποίηση και κατά συνέπεια κατά πόσο αυτή είναι αναγκαία. Από τη μια, δηλαδή, έχουμε την ελευθερία στην πληροφόρηση και στη διαφάνεια και από την άλλη τα προσωπικά δεδομένα και κανένα από τα δύο δεν υπερέχει αυτόματα του άλλου. Ζητήματα δικαιωμάτων προστασίας των προσωπικών δεδομένων θα πρέπει να σταθμίζονται με το δημόσιο συμφέρον για καταπολέμηση της διαφθοράς/διαπλοκής και για δημόσια λογοδοσία που είναι προϋποθέσεις για ομαλή λειτουργία της πολιτικής ζωής. Όλα επομένως είναι θέμα στάθμισης και η άνευ κριτηρίων επίκληση των προσωπικών δεδομένων ως ‘απόλυτης’ απαγόρευσης για δημοσιοποίηση στοιχείων δεν συμβιβάζεται ούτε με τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικών Δεδομένων, ούτε γενικότερα με το ευρωπαϊκό και εθνικό συνταγματικό πλαίσιο σύγκρουσης μεταξύ δικαιωμάτων».
Ζαχαρίας Κοντονικόλα: Η διαφάνεια καταπολεμά τη διαφθορά
Ζητήσαμε την άποψη και ενός ενεργού πολίτη που ενημερώνεται, σκέφτεται, προβληματίζεται με αυτά που βλέπει και ακούει να συμβαίνουν γύρω του και που σύντομα θα κληθεί να πάει στην κάλπη να ψηφίσει. Ο Ζαχαρίας Κοντονικόλα, δάσκαλος στο επάγγελμα καταθέτει τη δική του θέση για το κρυφτούλι πίσω από τα προσωπικά δεδομένα καθώς και για τη διαφάνεια που θα πρέπει να διέπει τα πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα που σήμερα ζητούν την ψήφο μας.
Συγκεκριμένα, δήλωσε τα εξής: «Η συζήτηση για τα προσωπικά δεδομένα που προέκυψε αναφορικά με τις λίστες ‘κόκκινων’ δανείων πολιτικά εκτεθειμένων προσώπων με την αποκάλυψη των ονομάτων τους και τη δημοσιοποίηση των δανειακών τους υποχρεώσεων ήταν αναμενόμενη. Μερικοί, μάλιστα, επιφύλαξαν τα νόμιμα δικαιώματά τους απειλώντας με αγωγές! Προκύπτει, λοιπόν, εύλογα το ερώτημα αν ο νόμος που διέπει τα προσωπικά δεδομένα μπορεί να λειτουργήσει ως ασπίδα προστασίας, να τύχει εκμετάλλευσης και να γίνει σημείο αναφοράς για όποιο δημόσιο πρόσωπο επιθυμεί να αποκρύψει οικονομικά και άλλα στοιχεία που τον αφορούν αποφεύγοντας να λογοδοτήσει για σκοπούς διαφάνειας. Η απάντηση είναι όχι και εξηγώ: Το κλειδί εδώ είναι η φράση ‘δημόσιο συμφέρον’. Από τη στιγμή που τα άτομα αυτά εκούσια αναλαμβάνουν δημόσια αξιώματα εκθέτουν ταυτόχρονα τους εαυτούς τους σε έναν ευρύτερο έλεγχο της ιδιωτικής αλλά και οικονομικής τους ζωής συναινώντας έτσι σε περιορισμό των δικαιωμάτων τους που αφορούν τα προσωπικά δεδομένα. Ο περιορισμός αυτός στην προκειμένη επιτρέπεται με βάση την αρχή της αναλογικότητας καθώς προάγει τη διαφάνεια του δημόσιου βίου και υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον ενώ είναι σύμφωνος και σε αντιστοιχία µε τη νομολογία του ΕΔΑΔ. Τα άτομα αυτά διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα, ψηφίζουν νόμους και διαδραματίζουν τέτοιο ρόλο στη δημόσια πολιτική και οικονομική ζωή, που ο περιορισμός αυτός εξυπηρετεί πρώτιστα τη διαφάνεια και περιορίζει το ενδεχόμενο εκμετάλλευσης της θέσης που βρίσκονται καταπολεμώντας, συνεπώς, τη διαφθορά. Αυτό που χρειάζεται να γίνει κατά την άποψή μου είναι να ενισχυθεί νομοθετικά ο νόμος του ‘Πόθεν Έσχες’ δημοσίων προσώπων και αξιωματούχων ώστε να περιλαμβάνει την κατάσταση των δανειακών τους υποχρεώσεων και των εταιρειών στις οποίες μετέχουν. Και επειδή ότι είναι νόμιμο δεν είναι κατ’ ανάγκη και ηθικό ας θυμηθούμε τα λόγια του Ισοκράτη (436-338 π.Χ.) που είπε ότι οι πόλεις δεν διοικούνται σωστά με τους νόμους αλλά με την ηθική συμπεριφορά των πολιτών».
Επίτροπος Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων: Το δικαίωμα στην προστασία δεν είναι απόλυτο.
Πότε δημοσιοποιούνται προσωπικά δεδομένα πολιτικά εκτεθειμένων προσώπων χωρίς να παραβιάζεται η κείμενη νομοθεσία; Η πλέον αρμόδια, η επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Ειρήνη Λοϊζίδου Νικολαΐδου απαντά στον «Π»: «Σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ) η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να προορίζεται να εξυπηρετεί τον άνθρωπο. Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν είναι απόλυτο δικαίωμα. Πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Κάθε άτομο έχει δικαίωμα στην προστασία της ιδιωτικής του ζωής και των προσωπικών του δεδομένων ακόμη και τα πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα. Ωστόσο, είναι νομολογιακά αποδεκτό ότι τα πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα δεν θα πρέπει να αναμένουν ένα επίπεδο προστασίας αντίστοιχο με αυτό που απολαμβάνουν άλλοι πολίτες. Όταν εγείρεται θέμα δημοσίευσης προσωπικών δεδομένων των πολιτικά εκτεθειμένων προσώπων αυτά τα δικαιώματα πρέπει να σταθμίζονται έναντι του δημοσίου συμφέροντος. Ο ΓΚΠΔ και ο εφαρμοστικός νόμος επιβάλλουν όπως τα δικαιώματα προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων συμβιβάζονται με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Πρόσωπα που συνειδητά θέτουν τον εαυτό τους στη δημόσια ζωή πρέπει να αναμένουν, ότι το κοινό θα έχει αυξημένο ενδιαφέρον να ενημερωθεί για πτυχές του δημόσιου τους βίου που δυνατό ταυτόχρονα να εμπίπτουν και στη σφαίρα του ιδιωτικού τους βίου. Τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση και στη βάση των ιδιαίτερών τους περιστατικών λαμβάνοντας υπόψη σχετικές αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων, του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΕΔΑΔ. Με βάση τη νομολογία, καθοριστικά κριτήρια είναι η συμβολή σε διάλογο δημοσίου ενδιαφέροντος, ο βαθμός εμπλοκής, ευθύνης και οι προηγούμενες πράξεις του επηρεαζόμενου πολιτικά εκτεθειμένου προσώπου, το αντικείμενο, το περιεχόμενο και οι συνέπειες της δημοσίευσης και οι συνθήκες λήψης των πληροφοριών που πρόκειται να δημοσιευθούν. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η στάθμιση των δικαιωμάτων γίνεται πάντοτε από την οντότητα που προτίθεται να δημοσιεύσει τις πληροφορίες. Εν κατακλείδι, όταν τίθεται θέμα δημοσίευσης κάποιων πληροφοριών, πρέπει να γίνεται η νομολογημένη στάθμιση των δικαιωμάτων ακόμα και όταν οι πληροφορίες αφορούν πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα».








