Ένα σώμα που σέρνεται χωρίς ψυχή και υπόσταση και ένα μυαλό που προφανώς μία και μόνο σκέψη το βαραίνει: Το πώς και πού θα βρει τα χρήματα για την επόμενη δόση. Αυτή ήταν η εμφάνιση της 34χρονης Παλαιστίνιας που συνελήφθη σε σχέση με το άλλο έγκλημα που συγκλονίζει την Κύπρο, δηλαδή τη δολοφονία της 80χρονης Ανδριανής Βανέζη την περασμένη Δευτέρα 23 Απριλίου στο σπίτι της στην Αγλαντζιά. Κατά την προσαγωγή της χθες στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, η ύποπτη έμοιαζε με ζωντανή νεκρή, σε σημείο που ζήτησε να καθίσει γιατί αδυνατούσε να σταθεί στα πόδια της.
Μάλιστα η σύλληψή της έγινε όταν η ίδια έκανε οτοστόπ σε αστυνομικούς προκειμένου να τη μεταφέρουν στο σπίτι της στην Αγλαντζιά, ενώ όταν ο λοχίας του ΤΑΕ Αρχηγείου που την παρουσίασε στο δικαστήριο ανέφερε ότι παρόλο που αρνήθηκε να εξεταστεί ιατροδικαστικά ώστε να διαπιστωθούν τυχόν τραύματα στο σώμα της, φέρει εμφανή σημάδια στον λαιμό, η ίδια έδωσε την εξήγηση ότι αφορούν ενέσεις που βάζει μέχρι και στο συγκεκριμένο σημείο. Η ύποπτη δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, όταν δε ρωτήθηκε από τη δικαστή εάν έχει ένσταση στην κράτησή της για 8 ημέρες, απάντησε ότι «είναι πολλές». Διερωτήθηκε επίσης γιατί τη συνέλαβαν «αφού στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης δεν φαίνεται η ίδια»…
Της σύλληψης της 34χρονης είχε προηγηθεί εκείνη του 29χρονου Ε/Κ από τον Στρόβολο, με τον οποίο έψαχναν μαζί αγοραστή ώστε να πωλήσουν τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που είχαν κλέψει από το σπίτι του θύματος. Όπως ανέφερε ο αστυνομικός μάρτυρας, η ύποπτη συνελήφθη το βράδυ του Σαββάτου και αφού νωρίτερα, ενώ περπατούσε στην οδό Λουκή Ακρίτα στο Γέρι, έκανε σήμα σε μέλη του ΤΑΕ Λευκωσίας που εκείνη την ώρα βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία χωρίς το όχημα να φέρει διακριτικά να τη βοηθήσουν, ώστε να μεταβεί στην Αγλαντζιά. Όταν της επέστησαν την προσοχή στον νόμο, διερωτήθηκε «τι έκανα;».
Λόγω του προχωρημένου της ώρας δεν είχαν λάβει γραπτή κατάθεση από την ύποπτη, με την ίδια να δηλώνει ότι ήταν πολύ κουρασμένη και ότι δεν ήθελε να πει οτιδήποτε ή να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση. Υπενθυμίζεται ότι η Αστυνομία οδηγήθηκε στα ίχνη του πρώτου υπόπτου, δηλαδή του 29χρονου, όταν πληροφοριοδότης της Αστυνομίας ανέφερε ότι το βράδυ της ίδιας ημέρας που διεπράχθη το έγκλημα είχε συναντήσει και τους δύο στο σπίτι της 34χρονης και εκεί του είπαν ότι είχαν πωλήσει τον υπολογιστή και αγόρασαν 3 γρ. κοκαΐνη για το ποσό των 100 ευρώ το ένα, τα οποία έκαναν ενέσιμη χρήση.








