Το 1953 είχαμε στην Κύπρο τον πιο καταστροφικό σεισμό και το 1996 είχαμε τον ισχυρότερο από την εποχή που καταγράφονται σεισμοί. Ωστόσο, η σεισμική δραστηριότητα στην περιοχή μας είναι καθημερινή, αλλά συνήθως ανεπαίσθητη. Μία φορά τον μήνα μπορεί να σημειωθεί δόνηση γύρω στους 3 βαθμούς Ρίχτερ.
Από το 1896 άρχισαν να συλλέγονται ακριβέστερα στοιχεία για τους σεισμούς που σημειώνονται στον κυπριακό χώρο, όταν σεισμολογικοί σταθμοί άρχισαν να λειτουργούν στις γειτονικές χώρες. Η κατάσταση έχει βελτιωθεί σημαντικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, με την ίδρυση σεισμολογικών σταθμών στην Κύπρο. Κατά τον τελευταίο αιώνα εκατοντάδες σεισμοί με επίκεντρο την Κύπρο και τη γύρω περιοχή έγιναν αισθητοί στο νησί. Από αυτούς, δεκάδες προκάλεσαν ζημιές και μερικοί θύματα.
Ιστορικοί σεισμοί στην Κύπρο
Η μελέτη των ιστορικών και των πρόσφατων σεισμών δείχνει ότι η χρονική κατανομή της σεισμικής δραστηριότητας δεν είναι κανονική, αλλά υπάρχουν περίοδοι έντονης δραστηριότητας, ακολουθούμενες από περιόδους σεισμικής ύφεσης. Για παράδειγμα, κατά τα έτη 1995-1999 παρατηρήθηκε αύξηση της σεισμικής δραστηριότητας με ισχυρούς σεισμούς μεγέθους 5,6-6,8 βαθμών στην κλίμακα Ρίχτερ, ενώ κατά τις προηγούμενες τέσσερις δεκαετίες επικρατούσε σχετική ύφεση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχει το Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης, από το 1900 μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί στην Κύπρο τέσσερις μεγάλης έντασης σεισμοί (>6 βαθμούς Ρίχτερ).
- Στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, στην περιοχή της Αμμοχώστου και ανατολικά της Κύπρου, πραγματοποιήθηκε σεισμική δόνηση 6,2 Ρίχτερ. Το επίκεντρο ήταν μεταξύ της Κύπρου και της ακτής της Λεβαντίνης, αν και έγινε αισθητός σε όλο το νησί και ιδιαίτερα στη Λάρνακα, την Αμμόχωστο, τον Λίβανο, τη Συρία και το Ισραήλ.
- Τοπικός, πολύ ισχυρός σεισμός που έγινε αισθητός σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο, ύψους 6,5 Ρίχτερ, με τη μέγιστη ένταση να γίνεται αισθητή στο Παραλίμνι, πραγματοποιήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 1941. Προκάλεσε σημαντικές καταστροφές στην επαρχία Αμμοχώστου (τραυματισμούς ανθρώπων, θανάτους ζώων και καταρρεύσεις σπιτιών σε Παραλίμνι και Αμμόχωστο), ζημιές στη Λευκωσία και Λάρνακα και προκάλεσε επίσης ένα μικρό τσουνάμι που έπληξε τις ακτές του Ισραήλ.
- Ίδιας έντασης σεισμός, 6,5, αλλά αυτή τη φορά στην Αξύλου και στη δυτική Κύπρο υπήρξε πιθανόν διπλός και καταστροφικός για την επαρχία Πάφου. Σκοτώθηκαν 40 άνθρωποι, τραυματίστηκαν 100 και 4.000 έμειναν άστεγοι. Επηρεάστηκαν 158 χωριά και πόλεις. Οι περισσότερες ζημιές προκλήθηκαν από κατολισθήσεις και επιφανειακές ρωγμώσεις. Καταστράφηκαν 1.600 σπίτια, ενώ σε άλλα 10.000 σπίτια και δημόσια κτήρια προκλήθηκαν διάφορες ζημιές. Πέντε χωριά (Στρουμπί, Κιδάσι, Λαπηθιού, Αξύλου, Φασούλα) μετατράπηκαν σε ερείπια και σε άλλα 105 προκλήθηκαν μικρότερες ζημιές.
Κατά την ώρα που σημειώθηκε ο σεισμός αυτός, στις 10 Σεπτεμβρίου 1953, πολλοί αγρότες βρίσκονταν στις υπαίθριες εργασίες τους και έτσι αποφεύχθηκαν μεγαλύτερες απώλειες. Οι σεισμοί προκάλεσαν επίσης σημαντικές ζημιές στη Λεμεσό, όπου παρατηρήθηκαν και φαινόμενα εδαφικής ρευστοποίησης. Παρατηρήθηκε επίσης ένα μικρό τσουνάμι στις ακτές της Πάφου.
Οι σεισμοί έγιναν αισθητοί σε Λίβανο, Ισραήλ, Αίγυπτο, Καστελόριζο, Ρόδο και Τουρκία. Ακολούθησαν δεκάδες αισθητοί μετασεισμοί για έναν περίπου χρόνο.
Ο ισχυρότερος μέχρι στιγμής σεισμός στην Κύπρο συντελέστηκε στις 9 Οκτωβρίου 1996, ήταν έντασης 6,8 και είχε ως επίκεντρο την επαρχία Πάφου και την περιοχή νοτιοδυτικά του νησιού. Προκάλεσε πανικό στους κατοίκους της Πάφου και της Λεμεσού, καθώς και σε ενοίκους πολυκατοικιών σε Λευκωσία, Λάρνακα και Παραλίμνι. Δύο άτομα έχασαν τη ζωή τους από δευτερογενή αίτια και 20 τραυματίστηκαν ελαφρά. Προκλήθηκαν περιορισμένες ζημιές, κυρίως σε Πάφο και Λεμεσό.
Σεισμολογικό δίκτυο
Το πρώτο δίκτυο σεισμολογικών σταθμών που κάλυπτε ολόκληρο το νησί λειτούργησε το 1997. Δεν είναι τυχαίο που αυτό έγινε λίγο μετά τον ισχυρό σεισμό του 1996 στη θαλάσσια περιοχή της Πάφου, μεγέθους 6,8 βαθμών στην κλίμακα Ρίχτερ, ο οποίος αποτελεί και τον μεγαλύτερο σε μέγεθος σεισμό που έπληξε την Κύπρο κατά τα τελευταία 120 χρόνια. Δεκαπέντε χρόνια μετά, η πρόοδος στην τεχνολογία στον τομέα των σεισμολογικών οργάνων, τηλεπικοινωνιών και μηχανογράφησης δημιούργησε την ανάγκη για πλήρη αναβάθμιση τόσο του δικτύου όσο και της σχετικής υποδομής. Έτσι, το 2014 λειτούργησε πλήρως το νέο Εθνικό, Ψηφιακό Σεισμολογικό Δίκτυο της Κύπρου με 11 σεισμολογικούς σταθμούς. Σήμερα το δίκτυο αριθμεί 28 σεισμολογικούς σταθμούς.
Σε ερώτησή μας προς τον δρα Ιορδάνη Δημητριάδη, γεωλογικό λειτουργό για τη Σεισμολογία και τη Γεωφυσική στο Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης, σχετικά με τον λόγο που η πρόβλεψη ενός σεισμού δεν είναι εφικτή από τους σταθμούς, μας απάντησε πως «σε αντίθεση με τις καιρικές προβλέψεις που μπορεί να γίνουν από τη μελέτη των στοιχείων της ατμόσφαιρας, στην περίπτωση των σεισμών δεν έχουμε τα όργανα ή τα εργαλεία ώστε να μελετήσουμε τόσο βαθιά το υπέδαφος. Ξέρουμε πού μπορεί να γίνουν σεισμοί, επειδή ξέρουμε πού βρίσκονται τα ρήγματα, αυτό που δεν ξέρουμε είναι το πότε», καταλήγει.
Η γεωλογική θέση της Κύπρου
Η Κύπρος βρίσκεται στη σεισμογόνο ζώνη των Άλπεων-Ιμαλαΐων, στην οποία εκδηλώνεται το 15% των σεισμών παγκοσμίως. Η σεισμικότητα της Κύπρου αποδίδεται κατά κύριο λόγο στο «κυπριακό τόξο», το οποίο αποτελεί το τεκτονικό όριο μεταξύ της αφρικανικής και ευρασιατικής λιθοσφαιρικής πλάκας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η αφρικανική πλάκα κινείται βόρεια προς την πλάκα της Ευρασίας, με αποτέλεσμα τη σύγκρουση των δύο πλακών και την καταβύθιση της αφρικανικής πλάκας κάτω από τη μικροπλάκα της Ανατολίας (τμήμα της ευρασιατικής πλάκας όπου βρίσκεται και η Κύπρος).
Το κυπριακό τόξο χωρίζεται κατά κύριο λόγο σε τρία τμήματα, με το δυτικό του τμήμα να βρίσκεται δυτικά της χερσονήσου του Ακάμα και να παρουσιάζει την εντονότερη δραστηριότητα με σεισμούς ενδιάμεσου βάθους (μέχρι 130 km), αφού πιθανόν, κοντά στον Κόλπο της Αττάλειας, εμφανίζεται η ζώνη καταβύθισης του ωκεάνιου φλοιού της Τηθύος, κάτω από την ηπειρωτική πλάκα της Ευρασίας. Το κεντρικό τμήμα εμφανίζεται νότια της Κύπρου και παρουσιάζει επίσης έντονη σεισμικότητα, κυρίως με επιφανειακούς σεισμούς. Τέλος, το ανατολικό τμήμα του τόξου που αναφέρεται στη βιβλιογραφία και σαν «το ρήγμα της Λατάκιας», αποτελεί ένα αριστερόστροφο ρήγμα ολίσθησης και παρουσιάζει χαμηλή σεισμικότητα με απουσία σεισμών ενδιάμεσου βάθους, πιθανόν λόγω μη ενεργής καταβύθισης.
Η πιο έντονη σεισμικότητα της Κύπρου, σύμφωνα με τον δρα Δημητριάδη, παρατηρείται στο κεντρικό - δυτικό μέρος του κυπριακού τόξου και σε χερσαία ρήγματα στην Πάφο, στη Λεμεσό (σημαντικό ρήγμα στη Γεράσα) και σε Λάρνακα και Αμμόχωστο. «Κάθε μέρα σχεδόν καταγράφονται σεισμοί στην Κύπρο, αλλά είναι ανεπαίσθητοι. Κατά μέσο όρο, μία φορά τον μήνα μπορεί να σημειωθεί σεισμική δόνηση γύρω στους 3 βαθμούς Ρίχτερ», επισημαίνει ο δρ Δημητριάδης.
Για το ενδεχόμενο η Κύπρος να κινδυνεύει με της ίδιας έντασης σεισμούς όπως αυτούς που έπληξαν τη γειτονική Τουρκία, ο δρ Δημητριάδης απαντά αρνητικά, «καθώς στην Τουρκία υπάρχουν πολύ μεγαλύτερες τεκτονικές δομές, με μήκος ρήγματος που φτάνει τα 1.000 km, κι έτσι προκύπτουν αυτοί οι καταστροφικοί σεισμοί εκεί. Επίσης, δεν σημαίνει ότι αυξάνεται σε εμάς ο κίνδυνος να προκληθούν στο νησί αυτό το διάστημα σεισμοί. Η επικινδυνότητα παραμένει η ίδια με πριν, και αξίζει να αναφέρουμε ότι η Κύπρος περιλαμβάνεται στη Μεσογειακή Ζώνη Διάρρηξης, που είναι η δεύτερη παγκόσμια ζώνη σε σεισμικότητα».
Πώς γεννιέται ο σεισμός
Η λιθόσφαιρα της Γης αποτελείται από επτά μεγάλες πλάκες (αφρικανική, ευρασιατική, ινδοαυστραλιανή, Ανταρκτική, πλάκα του Ειρηνικού, βορειοαμερικανική, νοτιοαμερικανική). Υπάρχουν όμως και αρκετές μικρότερες. Οι πλάκες κινούνται προς διαφορετικές διευθύνσεις.
Αποτέλεσμα της σχετικής κίνησης των λιθοσφαιρικών πλακών είναι η αργή παραμόρφωση των πετρωμάτων στις παρυφές τους. Για τον λόγο αυτόν, στα πετρώματα που βρίσκονται κοντά στις περιοχές αυτές συσσωρεύονται τεράστια ποσά δυναμικής ενέργειας (ενέργεια ελαστικής παραμόρφωσης πετρωμάτων) και αναπτύσσονται μεγάλες τάσεις που συνεχώς αυξάνονται. Όταν οι τάσεις αυξηθούν τόσο ώστε να υπερβούν το όριο αντοχής του λιθοσφαιρικού υλικού στο σημείο αυτό επέρχεται θραύση. Ταυτόχρονα, πραγματοποιείται απότομη σχετική κίνηση των δύο τμημάτων που έχουν προκύψει κατά μία επιφάνεια έως ότου ισορροπήσουν σε νέες θέσεις. Η επιφάνεια αυτή είναι το σεισμικό ρήγμα. Τη χρονική αυτή στιγμή γεννιέται ένας σεισμός.







