Ο αριθμός των ορατών αστεριών συνεχίζει να μειώνεται (κατά 6,5% στην Ευρώπη και 10,4% στη Β. Αμερική) λόγω της αυξανόμενης φωτορύπανσης, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Γερμανικού Ερευνητικού Κέντρου Γεωεπιστημών του Πότσνταμ / Deutsches Geoforschungszentrum «GFZ»).
Εκτός όμως από αυτό υπάρχουν και αρνητικές επιπτώσεις στον ίδιο τον άνθρωπο, σε άλλους ζώντες οργανισμούς και στη φύση εν γένει. Η φωτεινότητα του νυχτερινού ουρανού αλλοιώνεται σε μεγάλο βαθμό από κακώς σχεδιασμένες ή αναποτελεσματικές τεχνητές πηγές φωτός και βέβαια από την αλόγιστη χρήση τους.
Δύο από τις σημαντικότερες γερμανικές οικολογικές οργανώσεις τις περιγράφουν αναλυτικά -και επί τη βάσει σχετικών ερευνών του φημισμένου Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ- κρούοντας ταυτόχρονα τον κώδωνα των κινδύνων.
«Τα ζώα προσανατολίζονταν μόνο στο φεγγάρι και στα αστέρια για πολλά εκατομμύρια χρόνια. Εδώ και εκατό χρόνια, ωστόσο, η εκβιομηχάνιση και η τεχνολογία έκαναν τη νύχτα πιο φωτεινή. Αυτό έχει εκτεταμένες συνέπειες για την άγρια ζωή», τόνισε ο Ράινερ Μιχάλσκι, εμπειρογνώμονας της «Ομοσπονδίας Προστασίας της Φύσης Γερμανίας» (Naturschutzbund Deutschland/NABU) σε συνέντευξή του στο δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο ARD.
«Η φυσική εναλλαγή ημέρας και νύχτας έχει οδηγήσει κατά τη διάρκεια της εξέλιξης σε ένα ευρύ φάσμα προσαρμογών στο ζωικό και φυτικό βασίλειο. Για παράδειγμα, υπάρχουν ημερόβια ζώα, και νυκτόβια ζώα, ενώ άλλα είναι δραστήρια κατά το λυκόφως», πρόσθεσε.
Τα ημερόβια, όπως και οι άνθρωποι, χρησιμοποιούν το σκοτάδι της νύχτας για να ξεκουραστούν και να αναγεννηθούν, είπε.
«Ο αυξανόμενος νυχτερινός φωτισμός διαταράσσει το βιολογικό ρολόι των ανθρώπων και άλλων ζώντων οργανισμών (θηλαστικών ή νυκτόβιων εντόμων), καταστέλλει την παραγωγή της μελατονίνης, της «ορμόνης του ύπνου» και μπορεί να προκαλέσει διαταραχές ύπνου», σύμφωνα με την «Ομοσπονδία Προστασίας του Περιβάλλοντος και της Φύσις Γερμανίας» (Bund für Umwelt und Naturschutz Deutschland / BUND).







