Της δρος Ευφροσύνης Χαραλάμπους*
Στις καθημερινές μας συζητήσεις τείνουμε συχνά να διαχωρίζουμε τη λογική από το συναίσθημα, μιλώντας για μια εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στην «ψυχρή» λογική και τα «πρωτόγονα» συναισθήματα. Η εικόνα αυτή είναι τόσο διαδεδομένη, ώστε μοιάζει αυτονόητη. Ο διαχωρισμός αυτός συνδέεται στενά με μια εξίσου ισχυρή αντίληψη: ότι η νόηση αποτελεί λειτουργία ενός απομονωμένου εγκεφάλου, ανεξάρτητου από το σώμα. Ότι η σκέψη συμβαίνει κάπου «μέσα στο κεφάλι», ενώ το σώμα περιορίζεται σε έναν παθητικό ρόλο. Ωστόσο, σύγχρονες επιστημονικές προσεγγίσεις αμφισβητούν τις αυστηρές διαχωριστικές γραμμές. Τα δεδομένα δείχνουν ότι πρόκειται λιγότερο για μια βιολογική πραγματικότητα και περισσότερο για ένα βολικό σχήμα λόγου, που απλοποιεί την περιγραφή της ανθρώπινης νόησης.
Συναίσθημα και σκέψη
Για δεκαετίες κυριάρχησε η άποψη ότι κάθε βασικό συναίσθημα, όπως η χαρά ή ο θυμός, αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου. Σύγχρονες έρευνες που εξετάζουν το σύνολο των διαθέσιμων ευρημάτων δείχνουν ότι αυτή η απλή αντιστοίχιση δεν ισχύει. Αντί για μεμονωμένες εγκεφαλικές περιοχές, τα συναισθήματα φαίνεται να προκύπτουν από τη συνεργασία εκτεταμένων δικτύων, τα οποία ρυθμίζουν την προσοχή, την αξιολόγηση των γεγονότων και τη σωματική κατάσταση του οργανισμού. Σύμφωνα με νεότερες προσεγγίσεις, κάθε συναίσθημα ξεκινά από μια βασική σωματική κατάσταση διέγερσης, η οποία χαρακτηρίζεται από το επίπεδο έντασης, από το αν βιώνεται ως ευχάριστη ή δυσάρεστη, και από έναν βαθμό αίσθησης ελέγχου. Η κατάσταση αυτή αποκτά συγκεκριμένο νόημα μέσα από την εμπειρία, τη μνήμη και τη γλώσσα. Έτσι, τα συναισθήματα λειτουργούν σε στενή αλληλεπίδραση με γνωστικές διεργασίες που αξιολογούν τη σημασία των γεγονότων και καθοδηγούν την προσπάθεια του οργανισμού να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στο περιβάλλον του.
Συναίσθημα και δράση
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραματίζει το σώμα. Το συναίσθημα δεν αποτελεί απλώς μια εσωτερική νοητική εμπειρία, αλλά έναν τρόπο προετοιμασίας για δράση. Οι αλλαγές στο σώμα, στην αναπνοή, στον καρδιακό ρυθμό και στη μυϊκή ένταση, καθώς και στις ορμονικές και νευροχημικές διεργασίες, μπορούν να ιδωθούν ως μοτίβα ετοιμότητας για δράση. Ο οργανισμός βρίσκεται διαρκώς σε αλληλεπίδραση με ένα περιβάλλον γεμάτο δυνατότητες για δράση, οι οποίες επηρεάζουν την προσοχή, τη μνήμη και τη σκέψη. Ορισμένες ξεχωρίζουν επειδή μας ωθούν να πλησιάσουμε ή να αποφύγουμε κάτι, με στόχο να βελτιώσουμε τη σχέση μας με το περιβάλλον. Οι σωματικές αλλαγές αντανακλούν έτσι μια άμεση αξιολόγηση του περιβάλλοντος ως περισσότερο ή λιγότερο ευνοϊκού για τη διατήρηση της ισορροπίας του οργανισμού. Σκέψη, συναίσθημα και δράση μεταβάλλονται ταυτόχρονα και προκύπτουν από τη δυναμική σχέση εγκεφάλου, σώματος και περιβάλλοντος.
Συναισθήματα και περιβάλλον
Η μελέτη της συναισθηματικής και γνωστικής λειτουργίας απαιτεί, επομένως, ένα πλαίσιο που λαμβάνει σοβαρά υπόψη τόσο το σώμα όσο και το περιβάλλον. Οι σωματικές δεξιότητες, οι αισθήσεις και οι τρόποι δράσης επηρεάζουν το τι αντιλαμβανόμαστε, τι θεωρούμε σημαντικό και πώς οργανώνεται η εμπειρία μας. Αν και η βιολογική διάσταση των συναισθημάτων βασίζεται σε φυσιολογικούς μηχανισμούς, ο τρόπος με τον οποίο τα κατανοούμε, τα αξιολογούμε και τα εκφράζουμε διαμορφώνεται μέσα από την κοινωνική αλληλεπίδραση και το ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο. Οι δεξιότητες και οι εμπειρίες που έχουμε αποκτήσει μας προετοιμάζουν να αξιολογούμε καταστάσεις και να δρούμε με τρόπους που βελτιώνουν τη σχέση μας με τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Οι δυνατότητες δράσης που προσφέρει το περιβάλλον είναι, επομένως, σχετικές με τις ανάγκες, την εμπειρία και τις ικανότητές μας. Αυτό εξηγεί γιατί το ίδιο περιβάλλον μπορεί να σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους ή ακόμη και για το ίδιο άτομο σε διαφορετικές στιγμές.
Ο συντονισμός εγκεφάλου-σώματος-περιβάλλοντος
Συνεπώς, οι συναισθηματικές και γνωστικές μας ικανότητες δεν αναπτύσσονται ανεξάρτητα από το σώμα και το περιβάλλον. Διαμορφώνονται μέσα από τη σωματική δράση, τις δεξιότητες που αποκτούμε με την εμπειρία και τον συνεχή συντονισμό με τον κόσμο γύρω μας. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν, για παράδειγμα, ότι κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας οι ακροατές τείνουν να συγχρονίζουν την αναπνοή, τον καρδιακό ρυθμό και την κίνησή τους, ιδιαίτερα όταν η μουσική τους συγκινεί. Το συναίσθημα, έτσι, δεν βιώνεται μόνο ατομικά, αλλά αναδύεται ως μια συλλογική εμπειρία, σε στενή σχέση με το περιβάλλον.
Παρόμοιοι μηχανισμοί λειτουργούν και στον δομημένο χώρο. Οι ρυθμοί της πόλης, ο φωτισμός και οι ροές κίνησης μπορούν να επηρεάσουν τη συναισθηματική και σωματική μας κατάσταση. Ο χώρος λειτουργεί έτσι ως ενεργός παράγοντας της εμπειρίας, ικανός να μεταβάλει τη συναισθηματική μας κατάσταση. Με αυτή την έννοια, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός, ως πρακτική που παρεμβαίνει ουσιαστικά στη διαμόρφωση της ανθρώπινης εμπειρίας, έχει συνέπειες όχι μόνο αισθητικές, αλλά και βαθιές συναισθηματικές και κοινωνικές επιδράσεις.
Σε αυτό το ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο της μελέτης των συναισθημάτων εντάσσεται η πρόσφατη δημοσίευση στο Frontiers in Built Environment από τη δρα Ευφροσύνη Χαραλάμπους, τον καθηγητή Γιώργο Σπανούδη και τον καθηγητή Τιμόθεο Παπαδόπουλο, του Κέντρου Εφαρμοσμένης Νευροεπιστήμης του Πανεπιστημίου Κύπρου. Η εργασία αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου διεπιστημονικού προγράμματος (Horizon 2020), το οποίο, σε συνεργασία με την καθηγήτρια Σταυρούλα Κωνσταντίνου (Ερευνητική Μονάδα Μεσαιωνικών Τεχνών και Τελετουργιών), προσεγγίζει τα μεσαιωνικά συναισθήματα -τόσο σε λεκτικό όσο και σε χωρικό επίπεδο- μέσα από το πρίσμα της σύγχρονης νευροεπιστήμης. Ενήλικες που επιθυμούν να συμμετέχουν στα σχετικά πειράματα, μπορούν να επικοινωνήσουν με τη δρα Χαραλάμπους (charalambous.efrosini@ucy.ac.cy).
*Μεταδιδακτορικής ερευνήτριας στο Κέντρο Εφαρμοσμένης Νευροεπιστήμης Πανεπιστημίου Κύπρου (ONISILOS MSCA COFUND)





