Ο Ντόναλντ Τραμπ επανέρχεται στην εκτίμηση ότι μια συμφωνία με το Ιράν βρίσκεται προ των πυλών, υποστηρίζοντας πως η λήξη της σύγκρουσης μπορεί να επιτευχθεί μέσα στις επόμενες ημέρες. Ωστόσο, ανάλυση του CNN καταγράφει ότι ο αμερικανός πρόεδρος έχει επαναλάβει πολλές φορές ανάλογες προβλέψεις τους τελευταίους μήνες, οι οποίες τελικά δεν επιβεβαιώθηκαν.
Σε δηλώσεις του την Τρίτη 9 Ιουνίου 2026, ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανέφερε ότι μια συμφωνία για τον τερματισμό της σύγκρουσης με το Ιράν θα μπορούσε να υπάρξει «σε δύο ή τρεις ημέρες». Σύμφωνα με τον ίδιο, η συμφωνία θα προβλέπει ότι η Τεχεράνη δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα, ενώ παράλληλα θα οδηγήσει σε άμεση αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
«Τα Στενά του Ορμούζ θα ανοίξουν αμέσως μετά την υπογραφή», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τραμπ, εκφράζοντας για ακόμη μία φορά την πεποίθησή του ότι η διπλωματική λύση βρίσκεται πολύ κοντά.
Οι νέες δηλώσεις ήρθαν λίγο μετά την εμφάνισή του στους τελικούς του NBA στο Madison Square Garden, όπου βρέθηκε για να παρακολουθήσει την αναμέτρηση των Νιου Γιορκ Νικς με τους San Antonio Spurs. Ο Τραμπ δέχθηκε έντονες αποδοκιμασίες από μέρος του κοινού, τις οποίες χαρακτήρισε «θαυμάσιες».
Σύμφωνα με το CNN, η σημερινή πρόβλεψη του αμερικανού προέδρου δεν είναι η πρώτη φορά που υποστηρίζει ότι μια συμφωνία με το Ιράν είναι θέμα ημερών ή εβδομάδων. Από την έναρξη της κρίσης, έχει προχωρήσει σε δεκάδες δημόσιες δηλώσεις με παρόμοιο περιεχόμενο, είτε λέγοντας ότι οι συνομιλίες βρίσκονται πολύ κοντά στην ολοκλήρωση είτε ότι η ιρανική πλευρά επιθυμεί διακαώς μια συμφωνία.
Η πρώτη σημαντική δήλωση έγινε στις 23 Μαρτίου, όταν ο Τραμπ ανέφερε πως υπήρχαν «σημαντικά σημεία σύγκλισης» σχεδόν σε όλα τα θέματα. Την ίδια περίοδο, όμως, η ιρανική πλευρά διέψευδε ότι υπήρχαν ενεργές διαπραγματεύσεις.
Την επόμενη ημέρα υποστήριξε ότι το Ιράν ήθελε απεγνωσμένα μια συμφωνία, ενώ στις 25 Μαρτίου ανέφερε πως η Τεχεράνη «θέλει τόσο πολύ να καταλήξει σε συμφωνία». Μία ημέρα αργότερα, σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, δήλωσε ότι το Ιράν «ικετεύει για συμφωνία».
Στις 29 Μαρτίου, όταν ρωτήθηκε αν θεωρεί πιθανή μια συμφωνία μέσα στην επόμενη εβδομάδα, απάντησε θετικά, λέγοντας πως «βλέπει μια συμφωνία με το Ιράν».
Στις αρχές Απριλίου, οι δηλώσεις του έγιναν ακόμη πιο αισιόδοξες. Στις 6 Απριλίου είπε ότι οι δύο πλευρές είχαν βρεθεί «πολύ κοντά» σε συμφωνία, ενώ στις 7 Απριλίου ανακοίνωσε ότι οι διαπραγματεύσεις βρίσκονταν σε «πολύ προχωρημένο στάδιο» και ότι χρειάζονταν περίπου δύο ακόμη εβδομάδες για την ολοκλήρωσή τους.
Η συμφωνία όμως δεν ήρθε. Παρ’ όλα αυτά, ο Τραμπ συνέχισε να εμφανίζεται βέβαιος. Στις 15 Απριλίου δήλωσε πως θεωρούσε ότι η κρίση πλησίαζε στο τέλος της, ενώ στις 16 Απριλίου εκτίμησε ότι μια συμφωνία ήταν «πολύ πιθανή».
Στις 17 Απριλίου προχώρησε ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας σε διαφορετικές δηλώσεις ότι το Ιράν είχε συμφωνήσει σε όλα, ότι θα υπήρχε συμφωνία μέσα σε μία ή δύο ημέρες και ότι δεν υπήρχαν σημαντικές διαφωνίες.
Ακολούθησαν και άλλες παρόμοιες εκτιμήσεις. Στις 20 Απριλίου δήλωσε πως «όλα θα συμβούν γρήγορα», ενώ στις 30 Απριλίου επανέλαβε ότι το Ιράν επιθυμούσε μια συμφωνία.
Τον Μάιο συνέχισε στο ίδιο μήκος κύματος. Στις 18 Μαΐου υποστήριξε ότι ανέβαλε στρατιωτικές ενέργειες επειδή υπήρχαν ενδείξεις πως οι δύο πλευρές βρίσκονταν πολύ κοντά σε διπλωματική λύση. Παράλληλα, αναγνώρισε ότι στο παρελθόν είχαν υπάρξει περιπτώσεις όπου μια συμφωνία φαινόταν κοντά αλλά τελικά δεν προχώρησε, επιμένοντας όμως ότι αυτή τη φορά τα δεδομένα ήταν διαφορετικά.
Οι εξελίξεις δεν επιβεβαίωσαν την αισιοδοξία του. Παρόλα αυτά, στις 23 Μαΐου υποστήριξε ότι οι συνομιλίες βρίσκονταν ακόμη πιο κοντά σε συμφωνία, ενώ στις 28 Μαΐου έκανε λόγο για μια «πολύ καλή συμφωνία» που πλησίαζε.
Ακόμη και στις 7 Ιουνίου επανέλαβε ότι οι δύο πλευρές βρίσκονταν κοντά σε τελική συμφωνία. Την επόμενη ημέρα, μιλώντας σε εκδήλωση στήριξης του γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ, δήλωσε ξανά ότι το Ιράν θέλει μια καλή συμφωνία και ότι «είναι διατεθειμένο να δώσει τα πάντα».
Το CNN σημειώνει ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις πως η κατάσταση έχει αλλάξει ουσιαστικά σε σχέση με τους προηγούμενους μήνες. Οι επαναλαμβανόμενες προβλέψεις του Τραμπ παραμένουν αντικείμενο συζήτησης, καθώς άλλοι τις ερμηνεύουν ως διπλωματική πίεση και άλλοι ως υπερβολικά αισιόδοξες εκτιμήσεις που δεν έχουν επιβεβαιωθεί.







