Η Ευρώπη μπαίνει στον χειμώνα του 2026 με το Brent ξανά κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι και τη μέση τιμή του ντίζελ στην ΕΕ σε νέο ιστορικό υψηλό, με ρεκόρ σε δώδεκα από τα είκοσι επτά κράτη-μέλη, μεταξύ αυτών το Βέλγιο, η Ιταλία, η Ρουμανία και η Πολωνία. Ταυτόχρονα, η Κομισιόν συζητά με το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ιρλανδία το ενδεχόμενο αποδέσμευσης στρατηγικών αποθεμάτων ντίζελ, ενώ η Ουάσιγκτον ασκεί ανοιχτή πίεση στο Παρίσι και στο Βερολίνο προς την ίδια κατεύθυνση, απειλώντας με περιορισμούς στις εξαγωγές.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο η τιμή. Είναι ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα κοινό εξωτερικό σοκ με είκοσι επτά διαφορετικές απαντήσεις, με δημοσιονομικούς κανόνες που δεν προσαρμόζονται στον χρόνο που απαιτεί η κρίση, και με ένα κοινωνικό κόστος που κατανέμεται άνισα, τόσο μεταξύ των χωρών όσο και μέσα σε κάθε κοινωνία.
Κατακερματισμός
Η εικόνα των εθνικών παρεμβάσεων θυμίζει ψηφιδωτό χωρίς σχέδιο. Η Γερμανία μειώνει από την 1η Οκτωβρίου τον φόρο στα καύσιμα κατά 17 λεπτά το λίτρο. Η Ιταλία εφαρμόζει μειώσεις φόρων ήδη από τον Απρίλιο, τις οποίες παρατείνει διαρκώς. Η Γαλλία, με περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο, απέφυγε τη γενική μείωση και επέλεξε στοχευμένη στήριξη, με ρυθμιζόμενα τιμολόγια μειωμένα κατά 10% για τα νοικοκυριά και παράταση των επιδοτήσεων σε αγρότες, αλιείς και κατασκευαστικό κλάδο. Η Ουγγαρία και η Κροατία κινούνται με επιδοτήσεις, ενώ παρεμβάσεις στη φορολογία των καυσίμων έχουν κάνει επίσης η Σουηδία, η Ιρλανδία, η Ρουμανία, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Λετονία, η Λιθουανία και η Κύπρος. Λουξεμβούργο, Κύπρος, Σλοβακία και Μάλτα έχουν προχωρήσει και πέρα από τα καύσιμα, σε ηλεκτρισμό, φυσικό αέριο και θέρμανση.
Η οικονομική συνέπεια αυτού του κατακερματισμού δεν είναι αμελητέα. Όταν μια χώρα με ισχυρό ισολογισμό, όπως η Γερμανία, μειώνει τον ειδικό φόρο κατά 17 λεπτά, οι επιχειρήσεις της αποκτούν πλεονέκτημα κόστους έναντι ανταγωνιστών σε χώρες που δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο. Η ενιαία αγορά λειτουργεί έτσι με διαφορετικό ενεργειακό κόστος ανά σύνορο, και η κρίση μετατρέπεται σιωπηρά σε μηχανισμό απόκλισης ανταγωνιστικότητας μέσα στην Ένωση.
Τα δημόσια οικονομικά
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται ο δημοσιονομικός χώρος. Η Επιτροπή δεν επιθυμεί, προς το παρόν, νέα επέκταση των εθνικών ρητρών διαφυγής από το Σύμφωνο Σταθερότητας, ενώ ο επίτροπος Ενέργειας και Στέγασης, Νταν Γιόργκενσεν, προτείνει ως βασική απάντηση τη μείωση της κατανάλωσης. Τεχνοκρατικά, η θέση έχει λογική: οι γενικευμένες επιδοτήσεις διατηρούν τη ζήτηση υψηλά και συντηρούν τις τιμές. Πολιτικά και κοινωνικά, όμως, η εξοικονόμηση δεν αποτελεί πολιτική εισοδήματος για ένα νοικοκυριό που ήδη θερμαίνεται στο ελάχιστο.
Η ενεργειακή κρίση είναι, πριν από οτιδήποτε άλλο, ζήτημα διανομής. Η ενέργεια είναι αγαθό χαμηλής ελαστικότητας. Τα νοικοκυριά δεν μπορούν να σταματήσουν να θερμαίνονται, να μαγειρεύουν ή να μετακινούνται προς την εργασία τους. Επειδή τα χαμηλότερα εισοδήματα δαπανούν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε ενέργεια και τρόφιμα, κάθε αύξηση των τιμών λειτουργεί ως έμμεσος και βαθιά αντιστρεπτικός φόρος.
Το πιο ευάλωτο σημείο, ωστόσο, είναι η μεσαία τάξη. Τα φτωχότερα νοικοκυριά καλύπτονται, έστω μερικώς, από κοινωνικά επιδόματα, ενώ τα εύπορα απορροφούν το σοκ από αποταμιεύσεις. Ο μισθωτός με μεσαίο εισόδημα, στεγαστικό δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο και καθημερινή μετακίνηση με αυτοκίνητο βρίσκεται συχνά πάνω από τα όρια επιλεξιμότητας και ταυτόχρονα χωρίς επαρκές απόθεμα. Για αυτή την ομάδα, η ενεργειακή κρίση συνδυάζεται με το ακριβότερο χρήμα και τη συνεχιζόμενη πίεση στο κόστος στέγασης, διαβρώνοντας το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και την αποταμίευση.
Υπάρχει και μια δεύτερη κοινωνική γραμμή διαχωρισμού, μεταξύ των χωρών. Ένας πολίτης στη Γερμανία και ένας σε χώρα του ευρωπαϊκού Νότου αντιμετωπίζουν την ίδια διεθνή τιμή του πετρελαίου, αλλά πολύ διαφορετικό επίπεδο προστασίας, επειδή η προστασία εξαρτάται από το βάθος του εθνικού ταμείου. Αυτή η «λοταρία της ιθαγένειας» υπονομεύει την αίσθηση κοινής ευρωπαϊκής ιδιότητας και τροφοδοτεί την πολιτική δυσαρέσκεια που ήδη εκφράζεται σε πολλές χώρες.
Ο ίδιος ο πρόεδρος του Eurogroup παραδέχθηκε δημόσια ότι οι αποφάσεις στις Βρυξέλλες αργούν, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι, αν η κατάσταση επιδεινωθεί, η κοινή λογική θα επιβάλει μεγαλύτερη ευελιξία. Η παραδοχή έχει σημασία, γιατί δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη διάγνωσης, αλλά η αρχιτεκτονική λήψης αποφάσεων.
Οι λόγοι είναι δομικοί. Η ενεργειακή πολιτική παραμένει σε μεγάλο βαθμό εθνική αρμοδιότητα, ενώ η φορολογία απαιτεί ομοφωνία. Οι δημοσιονομικοί κανόνες, όπως αναθεωρήθηκαν, βασίζονται σε πολυετείς διαδρομές δαπανών που δεν σχεδιάστηκαν για σοκ τα οποία εξελίσσονται σε εβδομάδες. Και πάνω απ' όλα, τα κράτη-μέλη έχουν αντίθετα συμφέροντα: οι χώρες με δημοσιονομικό χώρο δεν θέλουν κοινό δανεισμό, οι χώρες με υψηλό χρέος δεν μπορούν να κινηθούν χωρίς αυτόν, και οι χώρες με διαφορετικό ενεργειακό μείγμα δεν βιώνουν καν την κρίση με την ίδια ένταση.
Το συμπέρασμα είναι ότι η Ευρώπη δεν χρειάζεται απλώς περισσότερα μέτρα, αλλά καλύτερη αρχιτεκτονική. Απαιτούνται τρία πράγματα: ένας προκαθορισμένος μηχανισμός δημοσιονομικής ευελιξίας που να ενεργοποιείται αυτόματα με αντικειμενικά κριτήρια τιμών, ώστε να μην εξαρτάται από πολιτικές διαπραγματεύσεις κάθε φορά· η μετάβαση από τις γενικευμένες επιδοτήσεις σε στοχευμένη εισοδηματική στήριξη, με ειδική πρόνοια για τη μεσαία τάξη που σήμερα πέφτει στο κενό και η επιτάχυνση των διασυνδέσεων και της αποθήκευσης, που είναι η μόνη μόνιμη ασπίδα απέναντι σε τέτοια σοκ.
Αν ο φετινός χειμώνας αποδειχθεί βαρύς, οι δημοσιονομικές διαβεβαιώσεις που δίνονται σήμερα προς τις Βρυξέλλες θα δοκιμαστούν σκληρά. Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι μόνο οικονομικό, αλλά πολιτικό. Αν η Ένωση μπορεί να προστατεύσει τους πολίτες της ως ενιαίο σύνολο ή αν θα αφήσει την προστασία στη δημοσιονομική τύχη του καθενός.







