Ο προϋπολογισμός του 2019 θα είναι για ακόμη μια χρονιά πλεονασματικός, αλλά η συζήτησή του στη Βουλή των Αντιπροσώπων φανέρωσε για ακόμη μια φορά σε τι ελλειμματικό πολιτικό κόσμο καλούμαστε να λειτουργήσουμε.
Με δεδομένους τους περιορισμούς που έχουμε στα δημόσια οικονομικά από τη συμμετοχή μας στην ΕΕ, από τους δανειστές που μας διέσωσαν όταν χρεωκοπήσαμε το 2013, αλλά και τις περιορισμένες δυνατότητες που έχουμε ως κράτος, ο προϋπολογισμός του 2019 θα έπρεπε να είναι αντικείμενο διαλόγου, συνδιαμόρφωσης και εξορθολογισμού. Μάλιστα, όσα πολιτικά κόμματα δεν θεωρούν πως είναι κόμματα διαμαρτυρίας θα έπρεπε να είχαν δοκιμάσει, μέσω του διαλόγου, να εξασφαλίσουν τουλάχιστον μέρος αυτών που οι ίδιοι θεωρούν σημαντικά για την κοινωνία. Θα έπρεπε, επίσης, να έχουν και το θάρρος να υποδείξουν και από πού θα γίνουν οι περικοπές για να το πετύχουν. Πόσα από αυτά που θα ήθελε να δει η αντιπολίτευση να δαπανώνται σε συγκεκριμένους τομείς διεκδίκησε πραγματικά, όταν η απόφαση για καταψήφιση μοιάζει ειλημμένη; Τι θα γίνει με την οικονομία της χώρας αν πραγματικά δεν περάσει ο προϋπολογισμός; Έχουμε και εμείς την πολυτέλεια που έχουν οι ΗΠΑ, όπου οι γερουσιαστές κατέβασαν τον διακόπτη σε Ομπάμα το 2013 και Τραμπ το 2018; Ακόμη και στις ΗΠΑ, όμως, οι γερουσιαστές καταψήφισαν τον προϋπολογισμό ζητώντας κάτι πολύ συγκεκριμένο. Υπάρχει κάτι που η αντιπολίτευση το ζήτησε και το πήρε; Μόνο το ΔΗΚΟ ζήτησε και πήρε κάτι και είναι σίγουρο πως αυτό θα το εξαργυρώσει και εκλογικά στις επικείμενες ευρωεκλογές. Σε ό,τι αφορά τα υπόλοιπα κόμματα, να θεωρήσουμε πως αν κυβερνήσουν θα ανατρέψουν το κατεστημένο; Πόσο διαφορετικός θα ήταν, δηλαδή, ο προϋπολογισμός αν εκλεγόταν ο Σταύρος Μαλάς, δεδομένων των περιορισμών που έχουμε; Θα κάναμε και εμείς την ανταρσία μας αλά ιταλικά ή να θεωρήσουμε πως έναν παρόμοιο προϋπολογισμό θα τον ψήφιζε και το ΑΚΕΛ, κάνοντας την καρδιά του πέτρα;
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που η «συζήτηση» του προϋπολογισμού εξελίχθηκε σε έναν μονόλογο του παραλόγου των βουλευτών σε μισοάδειες αίθουσες και σε απευθείας μετάδοσή του από την κρατική τηλεόρασή μας. Η πολιτική μας παρακμή στο κουτί της τηλεόρασης. Άντε μετά να πείσεις σοβαρό άνθρωπο να ασχοληθεί με την πολιτική ή τους ξένους πως υπάρχουν σοβαροί άνθρωποι μέσα στη Βουλή. Μα, είναι πραγματικά δυνατόν να διαβάζουν ομιλίες χωρίς να μπαίνουν σε στοιχειώδη διάλογο; Ο αναποτελεσματικότερος τρόπος με τον οποίο οι βουλευτές ενημερώνουν για τις θέσεις τους αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο χάσιμο χρόνου και κατασπατάληση φαιάς ουσίας στη Βουλή μας.
Αντιλαμβάνονται πως το όλο σκηνικό είναι τουλάχιστο πεπαλαιωμένο; Τους ενδιαφέρει να το αλλάξουν ή βολεύονται με την ανεπάρκειά του, καλύπτοντας έτσι και τις δικές τους ανεπάρκειες; Σίγουρα ξέρουν πως κανείς δεν πρόκειται να τους ακούσει. Ποιος πραγματικά μπορεί να ακούει 56 ανθρώπους να μιλάνε για τρεις μέρες ασταμάτητα με μονολόγους, χωρίς διάλογο και επιχειρήματα, χωρίς να μπορούν να στριμώξουν με ερωτήσεις τους υπουργούς και χωρίς να μπορούν να πάρουν την απάντηση που τους αξίζει σε διάφορες «τσιόφτες» και άλλα ωραία που μπορεί να λεχθούν; Όλοι εκεί, ισοπεδωμένοι από τον μονόλογο, στην ασφάλεια των θέσεών τους, χωρίς σύνθεση απόψεων και συμβιβασμό που χρειάζονται σε μια προεδρική δημοκρατία. Αν έχουμε δεχτεί πως η αντιπολίτευση απλώς θα καταψηφίζει, ας αλλάξουμε το σύστημα σε κοινοβουλευτική δημοκρατία ώστε να πέφτει και η κυβέρνηση αν δεν κερδίζει την πλειοψηφία και να παίρνουν την ευθύνη της διακυβέρνησης αυτοί που τόσο έντονα διαφωνούν.
Το θέμα δεν είναι απλώς διαδικαστικό. Η έλλειψη διαλόγου στερεί από τους πολίτες το δικαίωμα να έχουν ολοκληρωμένη εικόνα για την ψήφιση του κρατικού προϋπολογισμού, της κορυφαίας στιγμής της δημοκρατίας μέσα στη χρονιά. Είναι η στιγμή που κράτος και νομοθέτες θέτουν τις προτεραιότητές μας. Μας λένε πόσα θα πάρουν από τις τσέπες μας για φόρους (6,6 δις) και πόσα από αυτά θα ξοδευτούν (6,25 δις). Το πιο σημαντικό όμως είναι το πού θα ξοδευτούν αυτά τα χρήματα, ποιοι θα ωφεληθούν και ποιοι θα μείνουν στην απ’ έξω. Είναι, αν θέλετε, η στιγμή που οι πολίτες αντιλαμβάνονται πόσα στοίχισε η «δωρεάν» υπηρεσία του κράτους και αν αξίζει τα λεφτά της. Παράδειγμα: το 1 δις που ξοδεύουμε για την παιδεία και τον πολιτισμό, που θεωρητικά θα μας καθιστούσε κράτος διανοουμένων. Είναι αρκετά τα 2 εκατ. ευρώ περισσότερα που παίρνει φέτος το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων για να δούμε βελτίωση υποδομών και ποιότητας ζωής για εμάς και τις επόμενες γενιές; Θα κάνουν τη διαφορά τα επιπλέον 35 εκατ. ευρώ που παίρνει το Υπουργείο Υγείας στην ποιότητα της περίθαλψης και στην εφαρμογή του ΓεΣΥ; Όλα αυτά τέθηκαν και συζητήθηκαν στις επιτροπές της Βουλής και χάνονται στους μονολόγους της ολομέλειας.








