«Δεν είναι το μεταναστευτικό το πρόβλημα και ξέρουμε πολύ καλά ποιοι εμπλέκονται σε αυτά τα πράγματα». Η φράση αυτή ανήκει στον Πρόεδρο όπως ακούστηκε από το βίντεο που το ίδιο το Προεδρικό διέρρευσε όταν συγκάλεσε την πρώτη σύσκεψη για τα επεισόδια της Λεμεσού. Η φράση του δεν είχε βεβαίως συνέχεια, δεν τόλμησε στην πραγματικότητα να πει δημοσίως ποιοι είναι «αυτοί που εμπλέκονται σε αυτά τα πράγματα». Και το φυσιολογικό ερώτημα: Δεν έχουν όνομα, δεν έχουν ιδεολογικές αφετηρίες, δεν έχουν κίνητρα;
Όλη την προηγούμενη βδομάδα η πλειοψηφία των κομμάτων ακόμη και το ΕΛΑΜ προσπάθησαν να αποσείσουν τόσο την οργανωτική όσο και την πολιτική τους σχέση με τους ταραξίες και ακροδεξιούς που έφεραν ακόμη πιο κοντά την Κύπρο στην «πόρτα του φρενοκομείου». Μπορεί να έχουν δίκαιο. Ωστόσο, τα εξτρεμιστικά στοιχεία της Λεμεσού εκφράζουν και είναι ενσωματωμένα σε όλες «τις φυλές των ακροδεξιών», οι οποίοι βρίσκονται όχι μόνο στο ΕΛΑΜ αλλά και στους άλλους κομματικούς σχηματισμούς του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου.
Τα ερείσματα
Ποιες είναι οι φυλές των ακροδεξιών στην Κύπρο; Πόσο έχουν ενσωματωθεί στην κυπριακή κοινωνία; Και γιατί τώρα ωρίμασαν οι συνθήκες ώστε να έχουν την άνεση να βγαίνουν στους δρόμους και να βιοπραγούν; Τα ερωτήματα δεν είναι ρητορικά δυστυχώς.
Η Ακροδεξιά έχει σοβαρά ερείσματα πρώτα και πάνω απ’ όλα στο μεγάλο κόμμα της Δεξιάς. Ο ιδρυτής του Γλαύκος Κληρίδης επιχείρησε και πέτυχε την πολιτική ενσωμάτωση των κατάλοιπων της Ακροδεξιάς, αναγνωρίζοντας ότι δεν θα ήταν επωφελής μια εξωτερική κόντρα με αυτά τα στοιχεία. Αυτή η πολιτική υπεκφυγή της απευθείας σύγκρουσης του κληριδικού ΔΗΣΥ με τους ακραίους για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα λειτούργησε ως ενοποιητικό στοιχείο για το κόμμα. Στην πραγματικότητα όλα τα ακραία στοιχεία που συμμετείχαν στην καταστροφή του ’74 βρήκαν καταφύγιο στη θαλπωρή της οργανωμένης μητρικής Δεξιάς η οποία συγχώρησε όλα τα εγκλήματά τους. Στην πορεία ωστόσο των χρόνων, ένα κομμάτι της Ακροδεξιάς εντός του ΔΗΣΥ και όχι μόνον αναζήτησε την πολιτική τους χειραφέτηση με αποτέλεσμα να έρθει στο προσκήνιο το ΕΛΑΜ ως το τέκνο του νεοναζιστικού μορφώματος της ελληνικής «Χρυσής Αυγής». Στην πραγματικότητα, τα παιδιά και εγγόνια πολλών εκ των υποστηρικτών του ΔΗΣΥ, τους οποίους ο ιδρυτής του κόμματος με την προσωπικότητά του κρατούσε στο κόμμα, «ξέφυγαν» από την κομματική επίδραση και εισήλθαν στη δίνη μιας αυτόνομης δράσης με τους δικούς τους πλέον κανόνες.
Οι λεγόμενοι «κεντρώοι»
Στη σύγχρονη πολιτική σκηνή συναντούμε τις φυλές των ακροδεξιών στοιχείων όχι μόνο στον ΔΗΣΥ και στο ΕΛΑΜ, αλλά χωρίς υπερβολή σε όλα τα κόμματα του λεγόμενου κέντρου χώρου και Κεντροδεξιάς. Τους συναντούμε στις δομές των εθνικοφρόνων σωματείων, στους οργανωμένους οπαδούς, σε μεγάλους ποδοσφαιρικούς συλλόγους ή και εταιρείες ποδοσφαίρου, στο εκκλησιαστικό σχήμα, στην εκπαίδευση, ακόμη και στον στρατό. Μπορεί να μην είναι η κυρίαρχη γραμμή σε όλες τις δράσεις είτε του ΔΗΚΟ είτε της ΕΔΕΚ, αν και στο κόμμα αυτό τείνουν να κυριαρχήσουν σταδιακά οι οραματισμοί του ΕΛΑΜ. Ωστόσο οι δυνάμεις των ακραίων κάνουν αισθητή την παρουσία τους σε αυτά τα κόμματα και σταδιακά καθορίζουν την πολιτική τους ανάγνωση επί βασικών ζητημάτων. Είτε αυτή αφορά την αντίληψη για το Κυπριακό, είτε την έκφραση των θέσεών τους με φοβικά σύνδρομα, μισαλλοδοξίας και ρατσιστικής ρητορικής για τους μετανάστες, είτε για τη μόνιμη κατασκευή εχθρών και προδοτών, αν δεν συμφωνεί κάποιος με τις απόψεις τους. Όχι μόνο επιχειρούν να βρεθούν σε αντιπαλότητα με ακροδεξιές αντιλήψεις και τον φασισμό, αλλά στην ουσία προσφέρουν πολιτική κάλυψη.
Όταν επομένως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο οποίος -και δεν το αμφισβητούμε- θορυβήθηκε από τη δράση των ακραίων στη Λεμεσό, έχει υποχρέωση και θα πρέπει να ερμηνεύσει τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Έχει υποχρέωση να αποφεύγει να αντιδρά με επικοινωνιακά τερτίπια στα οποία αποδεδειγμένα είναι εθισμένος. Αν βεβαίως επιθυμεί πραγματικά να διαπιστώσει το εύρος της ακρότητας που επικρατεί στην κυπριακή κοινωνία, μπορεί να απευθυνθεί στους νουνεχείς, στη δική του κυβέρνηση και στο περιβάλλον του, αφού υπάρχουν άτομα για να του περιγράψουν την ακριβή εικόνα μιας σημερινής πραγματικότητας: ότι σημερινή εξουσία απολαμβάνει την αποδοχή των πλέον ακραίων στοιχείων της κοινωνίας. Ποτέ στο παρελθόν δεν υπήρξε κάτι παρόμοιο. Γι' αυτό το επικοινωνιακό παιχνίδι του Προέδρου, ειδικά τώρα, είναι παιγνίδι με τη φωτιά και αν πάρει διαστάσεις, θα κάψει όλους, οριζοντίως και καθέτως.







