Την τακτική των fake news και των ψεύτικων προφίλ, αναλύουν, σε συνέντευξή τους στον «Π», η επίκουρη καθηγήτρια Πειραματικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Neapolis Πάφου και αρχισυντάκτρια στο Fact Check Cyprus, Λουκία Ταξιτάρη, και ο Θάνος Σιτίστας, ιδρυτής του Greece Fact Check και σύμβουλος του Fact Check Cyprus. Δεν πρόκειται για νέο φαινόμενο, υποδεικνύουν και σχολιάζουν με ποιον τρόπο αλλοιώνεται ο δημόσιος διάλογος και ποιες ομάδες πολιτών επηρεάζονται όταν τα θέματα που βρίσκονται στη σφαίρα της παραπληροφόρησης δεν είναι μόνο πολιτικά. Οι δύο διεισδύουν στις πρακτικές του ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου και τον τρόπο που επηρεάζει την κοινή γνώμη.
Η παραπληροφόρηση έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας. Έρχονται βουλευτικές εκλογές, ακολουθούν οι προεδρικές και η διάχυση πληροφορίας και παραπληροφόρησης ταλαντεύεται σε λεπτές ισορροπίες.
Πράγματι, η παραπληροφόρηση είναι πια αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Δεν είναι ένα καινούργιο φαινόμενο, υπήρχε ανέκαθεν. Το διαφορετικό σήμερα είναι η ταχύτητα και η ένταση με την οποία διαδίδεται. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι αλγόριθμοι που ενισχύουν το συγκρουσιακό περιεχόμενο και η μεγάλη κατανάλωση ειδήσεων από κινητά τηλέφωνα έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου η ψευδής πληροφορία διαδίδεται πιο γρήγορα από την αλήθεια. Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο σε προεκλογικές περιόδους, γιατί εκεί κρίνονται αποφάσεις που επηρεάζουν την πορεία μιας χώρας. Έχουμε δει ότι καμπάνιες παραπληροφόρησης μπορούν να στοχεύσουν συγκεκριμένες ομάδες ψηφοφόρων, να ενισχύσουν τον κυνισμό ή να σπείρουν διχασμό και, τελικά, να αλλοιώσουν τον δημόσιο διάλογο.
Καθιερώνεται το fact-checking και η ανάγκη να ξεχωρίζουμε την αλήθεια από τα fake news; Πώς ακριβώς γίνεται;
Το fact-checking είναι μια διαδικασία που βασίζεται σε μεθοδικότητα και διαφάνεια. Ξεκινάμε με τον εντοπισμό ενός ισχυρισμού που διακινείται δημόσια, αυτό μπορεί να είναι μια δήλωση πολιτικού, μια ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα ή ένα δημοσίευμα. Έπειτα, ελέγχουμε: Τι λένε τα επίσημα στοιχεία; Υπάρχει τεκμηρίωση; Υπάρχουν αξιόπιστες πηγές που το επιβεβαιώνουν ή το διαψεύδουν; Χρησιμοποιούμε πρωτογενείς πηγές, όπως επίσημα έγγραφα, βάσεις δεδομένων, θεσμικές εκθέσεις αλλά και γνώμες ειδικών. Στόχος δεν είναι να επιβάλουμε άποψη αλλά να παρουσιάσουμε τα δεδομένα καθαρά, ώστε ο πολίτης να καταλάβει τι είναι αλήθεια και τι ψέμα. Η μεθοδολογία μας είναι ανοιχτή και δημοσιοποιημένη, γιατί θέλουμε ο αναγνώστης να βλέπει τον δρόμο που ακολουθήσαμε και να μπορεί να ελέγξει και ο ίδιος.
Έχουμε δει υπό μορφή σφραγίδας το fake news να χρησιμοποιείται πρόσφατα από κυβερνητικά στελέχη, με κάποιες προσπάθειες να πέφτουν στο κενό.
Αυτό είναι μια από τις πιο ανησυχητικές εξελίξεις. Ο όρος «fake news» έχει αποκτήσει αρνητική φόρτιση αλλά συχνά χρησιμοποιείται καταχρηστικά. Όταν ένας πολιτικός χαρακτηρίζει ως fake news οποιαδήποτε είδηση δεν τον βολεύει δεν προστατεύει τον πολίτη, αντιθέτως, θολώνει τα νερά. Ο κόσμος μπερδεύεται και χάνει την εμπιστοσύνη του συνολικά προς τα μέσα ενημέρωσης. Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο, γιατί καταλήγουμε σε μια κοινωνία όπου «όλα είναι σχετικά» και «κανείς δεν ξέρει ποιον να πιστέψει».
Ο ευρωβουλευτής Φειδίας Παναγιώτου συχνά προκαλεί την κοινή γνώμη εντός και εκτός Κύπρου. Είναι αυτή η στάση παράδειγμα προς αποφυγή;
Ο Φειδίας, όπως και κάθε δημόσιο πρόσωπο με μεγάλη απήχηση, συχνά προκαλεί την κοινή γνώμη. Αυτό από μόνο του δεν είναι πάντα και απαραίτητα αθέμιτο. Η πρόκληση μπορεί να είναι μέρος της ελευθερίας της έκφρασης και της πολυφωνίας που χαρακτηρίζει μια δημοκρατική κοινωνία. Μπορεί μάλιστα να λειτουργήσει δημιουργικά όταν ανοίγει διάλογο ή φέρνει νέες οπτικές.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πρόκληση βασίζεται σε παραπληροφόρηση, μισές αλήθειες ή συνειδητή διαστρέβλωση γεγονότων. Τότε δεν μιλάμε απλώς για ελεύθερη έκφραση αλλά για πρακτικές που μπορούν να παραπλανήσουν, να διχάσουν ή να επηρεάσουν αρνητικά τον δημόσιο διάλογο. Όσο μεγαλύτερη είναι η επιρροή κάποιου τόσο μεγαλύτερη είναι και η ευθύνη του να χειρίζεται την ελευθερία της έκφρασης με υπευθυνότητα. Συνεπώς δεν είναι ζήτημα να αναχαιτιστεί κάποιος επειδή προκαλεί. Είναι ζήτημα να γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στην πρόκληση που παραμένει στο πλαίσιο της ελευθερίας του λόγου και στην πρόκληση που μετατρέπεται σε όχημα παραπληροφόρησης.
Όταν ένα δημόσιο πρόσωπο διαδίδει fake news, ποιος ο αντίκτυπος και ποια η ευθύνη του;
Η ευθύνη είναι τεράστια. Ένα δημόσιο πρόσωπο έχει απήχηση, έχει κύρος και ο λόγος του φτάνει σε χιλιάδες ή και εκατομμύρια ανθρώπους. Όταν μεταδίδει μια ψευδή πληροφορία, η διάδοση γίνεται εκθετικά. Δεν μιλάμε απλώς για μια λανθασμένη ανάρτηση· μιλάμε για κάτι που μπορεί να επηρεάσει εκλογές, να δημιουργήσει κοινωνική ένταση ή να πλήξει ανθρώπινες ζωές. Έχουμε δει χαρακτηριστικά παραδείγματα κατά την πανδημία, όπου δηλώσεις δημόσιων προσώπων ενίσχυσαν επικίνδυνες θεωρίες συνωμοσίας για τα εμβόλια.
Η παραπληροφόρηση επηρεάζει την πολιτική ζωή, τις αποφάσεις των πολιτών και ευρύτερα τον δημόσιο διάλογο;
Απολύτως. Όταν οι πολίτες λαμβάνουν αποφάσεις στη βάση ψευδών ή διαστρεβλωμένων πληροφοριών, η ίδια η δημοκρατική διαδικασία αλλοιώνεται. Η παραπληροφόρηση μπορεί να πλήξει την εικόνα πολιτικών προσώπων, να ενισχύσει θεωρίες συνωμοσίας ή να κατευθύνει τον δημόσιο διάλογο μακριά από τα πραγματικά προβλήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι κράτη που επιδιώκουν να αποσταθεροποιήσουν άλλες κοινωνίες χρησιμοποιούν την παραπληροφόρηση ως όπλο. Πρόκειται για μια μορφή «υβριδικού πολέμου», που στοχεύει στη διάβρωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Τα κίνητρα είναι τα κλικς, πολιτικοί ή οικονομικοί λόγοι;
Η παραπληροφόρηση μπορεί να είναι σκόπιμη ή μη σκόπιμη και τα κίνητρά της διαφέρουν. Η σκόπιμη παραπληροφόρηση, disinformation στα Αγγλικά, έχει οργανωμένο στόχο και πρόθεση να εξαπατήσει. Μπορεί να είναι πολιτικός στόχος, π.χ. η χειραγώγηση ψηφοφόρων, η σπίλωση αντιπάλων ή η προώθηση συγκεκριμένης ατζέντας. Άλλες φορές είναι οικονομικός, όπως η παραγωγή clickbait άρθρων για να αυξηθούν τα έσοδα από διαφημίσεις. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις γεωπολιτικής εκμετάλλευσης, όπου ξένες δυνάμεις χρησιμοποιούν την παραπληροφόρηση για να αποδυναμώσουν τη δημοκρατία ή να ενισχύσουν την καχυποψία απέναντι στους θεσμούς.
Στη μη σκόπιμη παραπληροφόρηση, στα Αγγλικά misinformation, οι πολίτες ή ακόμα και τα ΜΜΕ διαδίδουν ψευδείς ειδήσεις χωρίς πρόθεση να εξαπατήσουν, συχνά από άγνοια, έλλειψη κριτικής σκέψης ή αδυναμία επαλήθευσης πριν από τη δημοσίευση. Τα κίνητρα εδώ δεν είναι κακόβουλα· μπορεί να πρόκειται για την επιθυμία να «μοιραστεί» κανείς κάτι που του φαίνεται σημαντικό, εντυπωσιακό ή τρομακτικό, χωρίς όμως να συνειδητοποιεί την ανακρίβεια.
Είναι σύνηθες σε προεκλογικές περιόδους η προπαγάνδα να γίνεται μέσω ψεύτικων προφίλ στα ΜΚΔ;
Είναι πλέον πάγια τακτική. Ψεύτικοι λογαριασμοί, αυτοματοποιημένα «μποτ» και οργανωμένα δίκτυα σελίδων χρησιμοποιούνται για να δημιουργούν την ψευδαίσθηση μιας τάσης. Μια ομάδα λίγων ανθρώπων μπορεί να φανεί σαν χιλιάδες. Αυτό επηρεάζει την αίσθηση που έχουν οι πολίτες για το «τι σκέφτεται η κοινωνία». Στην ουσία, πρόκειται για χειραγώγηση.
Νέα πρόσωπα στην πολιτική πολλές φορές χρησιμοποιούν τη μισή αλήθεια σε θέματα επικαιρότητας ή διαστρεβλώνουν ιστορικά γεγονότα για να προκαλέσουν αντιδράσεις. Είναι αυτό fake news;
Οι μισές αλήθειες είναι ίσως πιο επικίνδυνες από τα ξεκάθαρα ψέματα. Όταν κάτι βασίζεται σε ένα πραγματικό στοιχείο αλλά παρουσιάζεται αποσπασματικά ή διαστρεβλωμένο είναι πολύ πιο δύσκολο να το αποδομήσεις. Ο πολίτης ακούει κάτι που μοιάζει σωστό αλλά στην πραγματικότητα είναι παραπλανητικό. Σίγουρα πρόκειται για μορφή παραπληροφόρησης.
Ποιο είδος παραπληροφόρησης κυριαρχεί στην κυπριακή πραγματικότητα; Παραθέστε μας πρόσφατα παραδείγματα.
Στην Κύπρο, η παραπληροφόρηση επικεντρώνεται κυρίως σε τρία πεδία: την πολιτική αντιπαράθεση, το εθνικό ζήτημα και τα κοινωνικά θέματα. Έχουμε δει ψευδείς ή διαστρεβλωμένες ειδήσεις γύρω από δηλώσεις πολιτικών, από διεθνείς εξελίξεις που συνδέονται με το Κυπριακό αλλά και από ζητήματα όπως η μετανάστευση. Επίσης, η υγεία παραμένει πεδίο στο οποίο κυκλοφορούν ψευδείς ειδήσεις, από θαυματουργές θεραπείες μέχρι ανακριβείς πληροφορίες για τα δημόσια νοσοκομεία. Το πρόβλημα είναι ότι τέτοιες ιστορίες βρίσκουν γόνιμο έδαφος σε περιόδους κρίσης ή ανασφάλειας.
Μια ψεύτικη είδηση μπορεί να διαδοθεί αστραπιαία στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Πόσο σημαντική είναι η ταχύτητα του fact-checking;
Είναι απολύτως κρίσιμη. Στον ψηφιακό κόσμο, η πρώτη εντύπωση είναι συχνά και η καθοριστική. Αν μια ψευδής είδηση διαδοθεί για ώρες χωρίς αντίλογο, τότε, ακόμα κι αν αργότερα διαψευστεί, ένα κομμάτι του κοινού θα συνεχίσει να την πιστεύει. Γι’ αυτό και εμείς δουλεύουμε με ταχύτητα αλλά και ακρίβεια, η διάψευση πρέπει να βγει γρήγορα αλλά και να είναι τεκμηριωμένη, ώστε να σταθεί.
Πώς γίνεται ο έλεγχος των γεγονότων και ποιες πηγές χρησιμοποιούνται; Πώς ξεχωρίζετε τις αξιόπιστες πηγές;
Η βασική αρχή είναι να πηγαίνουμε στην πρωτογενή πηγή. Αυτό σημαίνει επίσημα στατιστικά στοιχεία, νομοθεσίες, εκθέσεις θεσμών, ανακοινώσεις διεθνών οργανισμών. Αν κάτι βασίζεται σε δεύτερο ή τρίτο χέρι, το ελέγχουμε ξανά και ξανά. Μια πηγή θεωρείται αξιόπιστη όταν είναι διαφανής στη μεθοδολογία της, έχει αποδείξει συνέπεια στο παρελθόν και δεν εξαρτάται από συμφέροντα που μπορεί να αλλοιώσουν την αλήθεια. Πολύ σημαντική είναι επίσης η διασταύρωση: ποτέ δεν αρκούμαστε σε μία πηγή, όσο αξιόπιστη κι αν θεωρείται.
Έχετε συνεργασία με διεθνή δίκτυα fact-checking;
Ναι, βρισκόμαστε σε στενή συνεργασία με διεθνή δίκτυα όπως το European Fact-Checking Standards Network (EFCSN) και το International Fact-Checking Network (IFCN). Μέσα από αυτές τις συνεργασίες έχουμε πρόσβαση σε εμπειρία, εργαλεία και καλές πρακτικές αλλά κυρίως μπορούμε να παρακολουθούμε διασυνοριακές καμπάνιες παραπληροφόρησης. Η παραπληροφόρηση δεν γνωρίζει σύνορα, ένα αφήγημα που ξεκινά στη Ρωσία ή στις ΗΠΑ μπορεί να φτάσει μέσα σε λίγες ώρες στην Κύπρο. Για αυτό και η διεθνής συνεργασία είναι απολύτως αναγκαία.
Πώς μπορεί ένας πολίτης να προστατευθεί;
Μέσω του εγγραμματισμού στα Μέσα, του λεγόμενου media literacy. Δηλαδή πρέπει καποιος να μάθει να ελέγχει και να διασταυρώνει τις πηγές του, να αναζητά την πρωτογενή πληροφορία, να έχει κριτική στάση απέναντι σε εντυπωσιακούς τίτλους. Η εκπαίδευση στα ΜΜΕ και η ενίσχυση της κριτικής σκέψης από το σχολείο μέχρι την ενήλικη ζωή είναι η πιο ουσιαστική άμυνα της κοινωνίας απέναντι στην παραπληροφόρηση. Ένας ενημερωμένος πολίτης είναι ο καλύτερος θεματοφύλακας της δημοκρατίας.