Κάθε μεγάλη τεχνολογική αλλαγή δημιουργεί νικητές, όχι μόνο ανάμεσα σε αυτούς που αναπτύσσουν την τεχνολογία, αλλά και ανάμεσα σε εκείνους που αντιλαμβάνονται έγκαιρα τη νέα οικονομία που δημιουργείται γύρω από αυτήν. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί εξαίρεση. Η Κύπρος προφανώς δεν θα ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα ή τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες στην ανάπτυξη των μεγαλύτερων μοντέλων ΤΝ ή στην κλίμακα των υπολογιστικών υποδομών - ούτε χρειάζεται να το κάνει.
Για μια μικρή, ανοικτή και εξωστρεφή οικονομία, η σωστή στρατηγική είναι να εντοπίσει εκείνο το τμήμα της νέας αλυσίδας αξίας στο οποίο μπορεί να αποκτήσει εξειδίκευση, διεθνή αξιοπιστία και, τελικά, ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Για την Κύπρο, ένα σημαντικό μέρος αυτής της ευκαιρίας βρίσκεται στην αξιόπιστη τεχνητή νοημοσύνη - το Trusted AI. Και αυτό δεν είναι μια θεωρητική συζήτηση περί δεοντολογίας. Είναι μια δυνητικά νέα αγορά υπηρεσιών, τεχνογνωσίας και επενδύσεων.
Καθώς η ΤΝ περνά από τα εργαστήρια και τις εφαρμογές γενικής χρήσης στις τράπεζες, στα νοσοκομεία, στη ναυτιλία, στις ασφαλιστικές εταιρείες, στα δικηγορικά γραφεία, στις δημόσιες υπηρεσίες και στις κρίσιμες υποδομές, ένα νέο ερώτημα αποκτά τεράστια οικονομική σημασία: ποιος εγγυάται ότι μπορούμε να την εμπιστευτούμε; Ποιος αξιολογεί τον κίνδυνο, ποιος ελέγχει τα δεδομένα, πώς διασφαλίζεται η κυβερνοασφάλεια, πώς τεκμηριώνονται οι αποφάσεις, πού βρίσκεται η ανθρώπινη εποπτεία και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη όταν κάτι πάει λάθος; Γύρω από αυτά ακριβώς τα ερωτήματα διαμορφώνεται μια νέα οικονομία υπηρεσιών.
Η Κύπρος έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: δεν ξεκινά από το μηδέν. Για δεκαετίες οικοδομήσαμε ένα διεθνώς προσανατολισμένο οικοσύστημα νομικών, ελεγκτικών, λογιστικών, χρηματοοικονομικών, συμβουλευτικών και εταιρικών υπηρεσιών. Η πρόκληση σήμερα δεν είναι απλώς να προστατεύσουμε αυτό το μοντέλο από τις ανατροπές που θα επιφέρει η τεχνητή νοημοσύνη. Είναι να αξιοποιήσουμε την ΤΝ για να το εξελίξουμε σε ένα νέο μοντέλο υπηρεσιών, ακόμη υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Αυτό μεταφράζεται σε πολύ συγκεκριμένες οικονομικές ευκαιρίες. Ένα δικηγορικό γραφείο μπορεί να αναπτύξει εξειδικευμένες υπηρεσίες διακυβέρνησης ΤΝ (AI governance), συμβάσεων και ευθύνης. Ένας ελεγκτικός οργανισμός μπορεί να δημιουργήσει δυνατότητες ελέγχου αλγοριθμικών συστημάτων και διαχείρισης κινδύνου μοντέλων (model risk). Εταιρείες κυβερνοασφάλειας μπορούν να επεκτείνουν το αντικείμενό τους στην ασφάλεια συστημάτων ΤΝ, ενώ σύμβουλοι και επαγγελματίες κανονιστικής συμμόρφωσης μπορούν να υποστηρίζουν διεθνείς οργανισμούς στην εφαρμογή του ευρωπαϊκού πλαισίου. Παράλληλα, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και τεχνολογικές επιχειρήσεις μπορούν να αναπτύξουν υπηρεσίες δοκιμών, αξιολόγησης και τεχνικής τεκμηρίωσης.
Εάν αυτή η αλυσίδα αξίας αναπτυχθεί σωστά, το οικονομικό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται στην καλύτερη υιοθέτηση της ΤΝ από τις κυπριακές επιχειρήσεις. Δημιουργούνται νέες εξαγώγιμες υπηρεσίες, νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες, δυνατότητες προσέλκυσης επενδύσεων και νέες πηγές εσόδων από πελάτες εκτός Κύπρου. Εκεί βρίσκεται ένα από τα ουσιαστικότερα οικονομικά οφέλη του Trusted AI για μια μικρή χώρα: η δυνατότητα να μετατρέψει την τεχνογνωσία και την αξιοπιστία της σε εξαγώγιμη αξία.
Η πραγματική δυναμική, όμως, αναδεικνύεται όταν η εμπιστοσύνη συνδυάζεται με την παραγωγικότητα. Η ασφαλής και υπεύθυνη αξιοποίηση της ΤΝ μπορεί να επιτρέψει στις επιχειρήσεις να λειτουργούν ταχύτερα, αποτελεσματικότερα και με μεγαλύτερη δυνατότητα κλιμάκωσης, χωρίς να υποχωρούν σε ζητήματα ασφάλειας, λογοδοσίας και αξιοπιστίας. Εκεί ακριβώς η Εθνική Στρατηγική Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης μετασχηματισμού: ως ένα θεμέλιο πάνω στο οποίο ο ισχυρός τομέας υπηρεσιών της Κύπρου μπορεί να αποκτήσει νέες «υπερδυνάμεις», να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά του και να δημιουργήσει μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία. Και όταν αυτό συμβαίνει σε ολόκληρους κλάδους της οικονομίας, το όφελος παύει να αφορά μόνο την κάθε επιχείρηση ξεχωριστά. Μεταφράζεται σε υψηλότερη παραγωγικότητα, περισσότερες εξαγώγιμες υπηρεσίες, νέες επενδύσεις και, τελικά, σε ουσιαστική συμβολή στην ανάπτυξη του ΑΕΠ και της εθνικής οικονομίας.
Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί, επίσης, να ιδωθεί μέσα από αυτή την οπτική. Κάθε νέα απαίτηση για διαχείριση κινδύνου, τεκμηρίωση, διαφάνεια, ανθρώπινη εποπτεία, προστασία δεδομένων ή κυβερνοασφάλεια, δημιουργεί παράλληλα ανάγκη για εξειδικευμένους ανθρώπους και επιχειρήσεις που γνωρίζουν πώς αυτές οι απαιτήσεις μετατρέπονται σε πράξη. Η ευκαιρία για την Κύπρο δεν είναι να γίνει ο τόπος όπου κάποιος έρχεται για να αποφύγει τη ρύθμιση. Είναι να καταστεί ένας τόπος όπου οι επιχειρήσεις μπορούν να βρουν την τεχνογνωσία και την υποστήριξη που χρειάζονται για να καινοτομήσουν υπεύθυνα και να λειτουργήσουν αξιόπιστα στην ευρωπαϊκή αγορά.
Σε αυτό το μοντέλο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία τα testbeds και τα περιβάλλοντα ελεγχόμενων δοκιμών. Μια διεθνής εταιρεία που θέλει, για παράδειγμα, να αναπτύξει εφαρμογή ΤΝ για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, την υγεία ή τη ναυτιλία, δεν χρειάζεται απλώς έναν τόπο εγκατάστασης. Χρειάζεται ένα οικοσύστημα στο οποίο η τεχνολογία μπορεί να δοκιμαστεί σε συνδυασμό με την ασφάλεια, την προστασία δεδομένων, τις νομικές απαιτήσεις, τη διαχείριση κινδύνου και τις πραγματικές ανάγκες του κλάδου. Έτσι, η συμμόρφωση δεν εμφανίζεται στο τέλος της διαδικασίας ως εμπόδιο, αλλά ενσωματώνεται στον σχεδιασμό από την αρχή.
Εδώ η μικρή κλίμακα της Κύπρου μπορεί, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, να μετατραπεί από περιορισμό σε πλεονέκτημα. Η δυνατότητα να έρθουν γρηγορότερα στο ίδιο τραπέζι επιχειρήσεις, ερευνητές, τεχνολόγοι, νομικοί, ειδικοί κυβερνοασφάλειας και αρμόδιοι θεσμοί μπορεί να μειώσει τον χρόνο από την ιδέα στη δοκιμή και από τη δοκιμή στην αγορά. Η μικρή κλίμακα μπορεί να γίνει ταχύτητα.
Αντίστοιχα, όταν μιλάμε για την Κύπρο ως γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής, πρέπει στην εποχή της ΤΝ να δώσουμε σε αυτή τη φράση πραγματικό οικονομικό περιεχόμενο. Μια επιχείρηση από τη Μέση Ανατολή ή άλλη τρίτη χώρα, που επιδιώκει πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, θα χρειάζεται ολοένα περισσότερη τεχνογνωσία γύρω από το ευρωπαϊκό πλαίσιο διακυβέρνησης της ΤΝ. Μια ευρωπαϊκή τεχνολογική εταιρεία που επεκτείνεται στις αγορές της περιοχής θα πρέπει, αντίστοιχα, να κατανοεί διαφορετικά νομικά, επιχειρηματικά και κανονιστικά περιβάλλοντα. Η Κύπρος μπορεί να αναπτύξει εξειδίκευση ακριβώς σε αυτή τη διασταύρωση - όχι ως «ρυθμιστική παράκαμψη», αλλά ως γέφυρα τεχνογνωσίας, διαλειτουργικότητας και εμπιστοσύνης.
Το όφελος αφορά εξίσου την αγορά εργασίας. Η οικονομία της αξιόπιστης ΤΝ δημιουργεί ήδη ανάγκη για ειδικούς διακυβέρνησης ΤΝ, ελεγκτές συστημάτων ΤΝ (AI auditors), νομικούς με τεχνολογική εξειδίκευση, compliance engineers, ειδικούς στη διαχείριση κινδύνου μοντέλων και στη διακυβέρνηση δεδομένων, επαγγελματίες υπεύθυνης ΤΝ (responsible AI) και ειδικούς κυβερνοασφάλειας. Πρόκειται για επαγγέλματα υψηλής προστιθέμενης αξίας, τα οποία συνδυάζουν τεχνολογία, δίκαιο, επιχειρηματικότητα και διαχείριση κινδύνου και μπορούν να εξυπηρετούν όχι μόνο την κυπριακή, αλλά και τη διεθνή αγορά.
Αυτό έχει και μιαν ευρύτερη κοινωνικοοικονομική διάσταση. Η δημιουργία τέτοιων επαγγελμάτων μπορεί να προσφέρει περισσότερες επιλογές στους νέους επιστήμονες της Κύπρου, να δημιουργήσει κίνητρα επαναπατρισμού εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού και να συνδέσει στενότερα τα πανεπιστήμια και την έρευνα με την πραγματική οικονομία. Για μια μικρή χώρα, η δυνατότητα να εξάγει γνώση και εξειδικευμένες υπηρεσίες είναι σημαντικό πλεονέκτημα σε μια διεθνή οικονομία, όπου η αξία δεν καθορίζεται πλέον αποκλειστικά από το μέγεθος ή το κόστος.
Η Εθνική Στρατηγική Τεχνητής Νοημοσύνης 2032, μάς δίνει συνεπώς την ευκαιρία να δούμε την ΤΝ όχι μόνο ως τεχνολογική μετάβαση, αλλά ως εργαλείο οικονομικού μετασχηματισμού, παραγωγικότητας και ανάπτυξης. Έχουμε ήδη πολλά από τα κομμάτια του παζλ: ένα ισχυρό οικοσύστημα επαγγελματικών υπηρεσιών, χρηματοοικονομική και νομική τεχνογνωσία, αναπτυσσόμενο τομέα κυβερνοασφάλειας, πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, επιχειρηματικότητα, πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά και γεωγραφική θέση που μας συνδέει με μιαν ευρύτερη περιοχή. Η πρόκληση είναι να τα συνδέσουμε σε ένα ενιαίο και συνεκτικό οικοσύστημα και να δημιουργήσουμε γύρω τους οικονομική δραστηριότητα που μπορεί να αναπτυχθεί πολύ πέρα από τα όρια της εγχώριας αγοράς.
Η τεχνητή νοημοσύνη θα κάνει πολλές υπηρεσίες ταχύτερες και φθηνότερες. Ταυτόχρονα, όμως, θα αυξήσει την αξία της βεβαιότητας ότι αυτές οι υπηρεσίες και τα συστήματα λειτουργούν σωστά. Οι επιχειρήσεις θα αγοράζουν τεχνολογία, αλλά θα χρειάζονται ασφάλεια. Θα επενδύουν στην αυτοματοποίηση, αλλά θα απαιτούν λογοδοσία. Θα επιδιώκουν ταχύτητα, αλλά θα χρειάζονται αξιοπιστία. Και όσο η ΤΝ αποκτά μεγαλύτερο ρόλο στις αποφάσεις που επηρεάζουν ανθρώπους, επιχειρήσεις και κοινωνίες, η ερώτηση «μπορώ να εμπιστευτώ αυτό το σύστημα;» θα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη οικονομική αξία.
Εάν η Κύπρος καταφέρει να γίνει ένας από τους τόπους που μπορούν να δώσουν αξιόπιστη απάντηση σε αυτή την ερώτηση, τότε δεν θα έχουμε απλώς υιοθετήσει την τεχνητή νοημοσύνη. Θα έχουμε μετατρέψει την εμπιστοσύνη σε οικονομικό πλεονέκτημα και θα έχουμε δημιουργήσει γύρω της μια νέα, εξωστρεφή οικονομία γνώσης και υπηρεσιών.
*Επικεφαλής επιστήμονα Έρευνας, Καινοτομίας και Τεχνολογίας της Κυπριακής Δημοκρατίας






