Όταν είχε εκλεγεί για πρώτη φορά η κυβέρνηση Αναστασιάδη, μίλησα με δύο υπουργούς και ένα τρίτο στέλεχος. Τους είπα: «Αν πράγματι θέλετε να αλλάξει κάτι σε αυτόν τον τόπο, βγάλτε την Αστυνομία στους δρόμους». Τους εξήγησα ότι ως κοινωνία έχουμε σοβαρό έλλειμμα σεβασμού προς τους νόμους και τους θεσμούς.
Το σύστημά μας λειτουργούσε παλαιότερα, όταν ήμασταν μικρές κοινότητες και όλοι γνώριζαν όλους. Ένα παράδειγμα: κάποιος σταματούσε το αυτοκίνητό του στη μέση του δρόμου για να μιλήσει με τον ταχυδρόμο και ο οδηγός από πίσω κατέβαινε για να συμμετάσχει στην κουβέντα. Δεν υπήρχαν ιδιαίτεροι λόγοι να τηρούνται αυστηρά οι νόμοι· δεν υπήρχε ανάγκη για ισχυρή κεντρική κυβέρνηση.
Σήμερα, όμως, ζούμε σε πόλεις εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων. Κι όμως, εξακολουθούμε να λειτουργούμε με τους άγραφους κανόνες των μικρών κοινοτήτων. Αυτό απλά δεν γίνεται. Η νοοτροπία της «προσαρμογής» των νόμων και των θεσμών στις προσωπικές μας ανάγκες έχει ριζώσει και δεν ξεκολλά.
Γι’ αυτό τους είπα: «Βγάλτε την Αστυνομία στους δρόμους — όχι πως θα δεχθεί εύκολα ο συντεχνιακός να αφήσει το κλιματιστικό — και καταγράψτε όλες, μα όλες τις παρανομίες». Στη συνέχεια, ο Πρόεδρος θα μπορούσε να απευθυνθεί στους πολίτες με διάγγελμα, να εξηγήσει τη σημασία του σεβασμού στους νόμους και να τονίσει ότι από εδώ και πέρα η πρακτική αυτή θα εφαρμόζεται παντού. Για λόγους πολιτικού κόστους, ας πει ακόμη ότι τα πρόστιμα της πρώτης αυτής φοράς θα μειωθούν ή θα διαγραφούν. Είμαι σίγουρος ότι τότε γελούσαν μαζί μου. Είμαι σίγουρος ότι αρκετοί γελάτε και τώρα.
Δυστυχώς, η νοοτροπία μας αυτή είχε πρόσφατα τραγικό αποτέλεσμα: χάσαμε ένα παιδί 19 ετών. Σκεφτείτε μόνο αν η Αστυνομία είχε στήσει περιπολικό σε χώρο στάθμευσης, τι θα άκουγε: ότι θέλει να εισπράττει φόρους, ότι στήνει παγίδες στους πολίτες. Δυστυχώς, αυτή είναι η τραγική πραγματικότητά μας.
Όλοι ζητάμε παρεκκλίσεις όταν χτίζουμε το σπίτι μας, αλλά φωνάζουμε όταν ο γείτονας πάρει χαλάρωση για να τοποθετήσει μια τέντα. Όλοι θέλουμε η αρμόδια Αρχή να κάνει τα στραβά μάτια στις δικές μας παρανομίες («σιγά το πράγμα, το έκανε κι ο άλλος»), αλλά να είναι αμείλικτη όταν αφορά κάποιον τρίτο. Όλοι βάζουμε μέσο για να προσληφθεί το παιδί μας, αλλά διαμαρτυρόμαστε όταν το μέσο του άλλου αποδειχθεί πιο δυνατό.
Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε όλοι είναι το εξής: Θέλουμε κανονική δημοκρατία ή «αναρχική» δημοκρατία; Δεν γίνεται να λέμε ότι θέλουμε το πρώτο και να λειτουργούμε με τους (α)κανόνες του δεύτερου. Εκτός αν το λέμε μόνο για σκοπούς εντυπώσεων.
ΥΓ. Η «αναρχοδημοκρατία» μπορεί να λειτουργήσει σε μικρές κοινωνίες, όπου όλοι λίγο-πολύ έχουν πρόσβαση στην εξουσία. Σε ένα μεγάλο και περίπλοκο κράτος, όμως, οδηγεί νομοτελειακά στην ολιγαρχία. Αν πιστεύετε ότι όλοι μπορεί να καταλήξετε στην ομάδα των ολιγαρχών… καλή σας τύχη.
*Οι απόψεις που εκφράζονται είναι προσωπικές