Σε μια περίοδο όπου η τουρκική στρατηγική για λύση δύο κρατών στην Κύπρο παγιώνεται, θεσμοποιείται και αποκτά σταδιακά διεθνές ακροατήριο, η ανάγκη για μια σοβαρή, λεπτομερή και πολυεπίπεδη στρατηγική ανατροπής του αφηγήματος αυτού καθίσταται επιτακτική. Η ελληνοκυπριακή πλευρά βρίσκεται μπροστά σ’ ένα κρίσιμο σταυροδρόμι: ή θα συνεχίσει να διαχειρίζεται χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα μια πορεία διχοτόμησης, που εξελίσσεται αργά αλλά σταθερά, ή θα αναλάβει πρωτοβουλίες μεθοδικής και πολιτικά συνεκτικής επαναφοράς του Κυπριακού στη συμφωνημένη και διεθνώς κατοχυρωμένη βάση λύσης του Κυπριακού, όπως αυτή καθορίζεται από τις συμφωνίες υψηλού επιπέδου, τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών και τις ευρωπαϊκές αρχές. Αυτό δεν είναι μια ρομαντική επιλογή, αλλά η μόνη εφικτή εναλλακτική σ’ ένα σκηνικό όπου η τουρκική πλευρά επιδιώκει σταθερά την αναγνώριση δύο κρατικών οντοτήτων στην Κύπρο, είτε ευθέως είτε μέσα από την εξομάλυνση σχέσεων της υποτελούς στην Τουρκία «ΤΔΒΚ» με τρίτες χώρες.
Η πρώτη και πιο κρίσιμη διάσταση της στρατηγικής οφείλει να είναι η απονομιμοποίηση και εξουδετέρωση, με σαφές και ενεργό τρόπο, της λύσης δύο κρατών. Η Κυπριακή Δημοκρατία, σε συνεργασία με συμμάχους και εταίρους, πρέπει να κινητοποιήσει όλους τους διεθνείς θεσμούς, ιδίως τον ΟΗΕ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, για να αποτρέψει την οποιαδήποτε εντύπωση ότι υφίσταται εναλλακτική πέραν της ομοσπονδιακής διευθέτησης. Πρακτικά, αυτό σημαίνει επανενεργοποίηση των ψηφισμάτων 541 και 550 από το Συμβούλιο Ασφαλείας και διπλωματική εκστρατεία σε κάθε χώρα που εξετάζει ή ανέχεται σχέσεις με το ψευδοκράτος. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Άγκυρα πρέπει να εκτεθεί πλήρως ως δύναμη κατοχής και αναθεώρησης του διεθνούς δικαίου, όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και στην ευρύτερη περιοχή. Η στρατηγική αυτή πρέπει να στηρίζεται σε επιθετική διπλωματία και προληπτική κινητοποίηση έναντι κάθε πράξης ή πρόθεσης διεθνούς αναγνώρισης ή θεσμικής αναβάθμισης του κατοχικού καθεστώτος.
Την ίδια ώρα, η αξιοπιστία της ελληνοκυπριακής πλευράς παραμένει καθοριστικής σημασίας. Χωρίς ενιαίο εσωτερικό μέτωπο και πολιτική συνέπεια, καμιά εξωτερική στρατηγική δεν μπορεί να αποδώσει καρπούς. Είναι απαραίτητο να επιτευχθεί σαφής πολιτική συμφωνία μεταξύ όλων των βασικών πολιτικών δυνάμεων του τόπου ως προς το τι σημαίνει ΔΔΟ, τι περιλαμβάνει και τι αποκλείει. Πρέπει να υπάρξει ένα κοινό πολιτικό λεξιλόγιο, που να απορρίπτει την ισότιμη κυριαρχία και να υποστηρίζει μια ενιαία κρατική οντότητα με δύο συνιστώσες πολιτείες, βασισμένη σε μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια και μία διεθνή προσωπικότητα, με πλήρη σεβασμό και εφαρμογή χωρίς παρεκκλίσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των βασικών ελευθεριών. Χωρίς πολιτική συνεννόηση, που να αναγνωρίζει το Κυπριακό ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής και όχι συνύπαρξης, δεν μπορεί να διαμορφωθεί εθνική στρατηγική. Και χωρίς στρατηγική, οι παρεμβάσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς καταλήγουν να είναι αποσπασματικές και αναποτελεσματικές. Η κατάρτιση ενός επικαιροποιημένου εθνικού πλαισίου και στρατηγικού σχεδιασμού λύσης, που να λαμβάνει υπόψη και τις μέχρι σήμερα συγκλίσεις, αλλά και τις νέες γεωπολιτικές συνθήκες, είναι το πρώτο μεγάλο βήμα αξιοπιστίας.
Παράλληλα, η στρατηγική επικαιροποίησης δεν μπορεί να αγνοήσει την τουρκοκυπριακή διάσταση. Η πολιτική Τατάρ, που ταυτίζεται με τα στρατηγικά συμφέροντα και επιδιώξεις της Άγκυρας, και προωθεί ανοιχτά τη διχοτόμηση, δεν εκπροσωπεί το σύνολο των Τουρκοκυπρίων. Πίσω από τη ρητορική της κυριαρχικής ισότητας υπάρχει μια κοινωνία που σταδιακά χάνει τον έλεγχο της ταυτότητάς της, περιορίζεται από την τουρκική παρουσία και την ισλαμική διείσδυση, και βλέπει την ευρωπαϊκή της προοπτική να σβήνει. Η ελληνοκυπριακή πλευρά οφείλει να καλλιεργήσει διαύλους επικοινωνίας με την κοινωνία των Τουρκοκυπρίων, να επενδύσει στη συνεργασία σε θέματα πολιτισμού, περιβάλλοντος, υγείας και εκπαίδευσης, και να στηρίξει πολιτικά και θεσμικά όσους Τουρκοκύπριους εξακολουθούν να πιστεύουν στη συμβίωση. Η ενίσχυση της τουρκοκυπριακής κοινωνίας των πολιτών, η προβολή της ανεξάρτητης τουρκοκυπριακής δημοσιογραφίας και η ενίσχυση κοινών δράσεων εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου μπορούν να λειτουργήσουν καταλυτικά για την αντιμετώπιση της πολιτικής Τατάρ.
Ταυτόχρονα, είναι επιτακτική ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο. Μέχρι σήμερα, η ευρωπαϊκή εμπλοκή περιορίστηκε σε οικονομικά εργαλεία και γενικές τοποθετήσεις. Αυτό δεν είναι πλέον αρκετό. Η Κύπρος πρέπει να πιέσει για αναβάθμιση και περαιτέρω ενεργοποίηση του ειδικού εκπροσώπου της ΕΕ για το Κυπριακό με σαφή εντολή και εργαλεία παρέμβασης, αξιολόγησης της κατάστασης και ενεργής συμμετοχής στις διεργασίες υπό τον ΟΗΕ. Περαιτέρω, η αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η επίλυση του Κυπριακού πρέπει να συνδεθεί με οποιασδήποτε μορφής σχέσεις, συνεργασίες και προοπτική της Τουρκίας με την ΕΕ, χρηματοδοτικά προγράμματα, ενεργειακά έργα και μηχανισμούς ασφάλειας της Ένωσης. Οποιαδήποτε απόπειρα αναβάθμισης των κατεχομένων ή αποκλίνουσας σχέσης της Τουρκίας με την ΕΕ οφείλει να απαντάται με θεσμικά και πολιτικά μέτρα, που να καθιστούν σαφές ότι χωρίς επίλυση του Κυπριακού δεν υπάρχει προοπτική ευρωπαϊκής ομαλότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η στρατηγική επανεκκίνησης πρέπει να έχει και επικοινωνιακή διάσταση. Η διχοτομική αφήγηση έχει εδραιωθεί όχι μόνο μέσω πολιτικών δηλώσεων, αλλά και μέσω κοινωνικών δικτύων, διεθνών Μέσων ενημέρωσης και της κούρασης της διεθνούς κοινότητας. Είναι αναγκαίο να προβληθεί το όραμα μιας απελευθερωμένης και επανενωμένης Κύπρου, συμβατής με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, που να λειτουργεί ως μοντέλο ειρηνικής συνύπαρξης σε μια ασταθή περιοχή. Χρειάζεται σύγχρονη, δημιουργική και αισιόδοξη καμπάνια που να μιλά σε νέους, σε Ευρωπαίους πολίτες, σε εταίρους στην περιφέρεια. Όχι με αναμασημένες εικόνες του παρελθόντος, αλλά με σχέδιο για το μέλλον. Μια θετική εκστρατεία για την Κύπρο του αύριο, με τίτλο, για παράδειγμα, «Μία Κύπρος - Ένα Μέλλον» θα μπορούσε να αποτελέσει εργαλείο εξωστρέφειας και κινητοποίησης. Η συνεργασία με διεθνείς δεξαμενές σκέψης, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς και βήματα, είναι επίσης απαραίτητη ώστε το Κυπριακό να επανενταχθεί στην παγκόσμια στρατηγική ατζέντα ως ζήτημα ειρήνης και εφαρμογής του διεθνούς δικαίου.
Η στρατηγική επιστροφής της Τουρκίας στο συμφωνημένο και διεθνώς κατοχυρωμένο πλαίσιο λύσης δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη, ούτε να βασίζεται σε ευχολόγια. Πρέπει να περιλαμβάνει μεθοδικότητα, συντονισμό και σαφή χρονοδιαγράμματα. Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, μπορεί να δομηθεί σε τρεις πυλώνες: τη θεμελίωση εσωτερικής ενότητας και διεθνούς νομιμότητας, την επαναπροσέγγιση με την τουρκοκυπριακή κοινωνία, και τη δυναμική ευρωπαϊκή παρέμβαση υπό νέα και αποτελεσματική θεσμική μορφή. Παράλληλα, πρέπει να δημιουργηθεί ένα μόνιμο εθνικό σώμα παρακολούθησης και αξιολόγησης της στρατηγικής, με τεχνοκρατική στήριξη, διαφάνεια και πολιτική λογοδοσία. Η πρόοδος να αξιολογείται επί συνεχούς βάσεως, και να αναπροσαρμόζεται βάσει εξελίξεων. Δεν είναι εύκολη υπόθεση να αντιστραφεί μια πορεία που μοιάζει εδραιωμένη. Όμως η διχοτόμηση δεν είναι κάτι το τετελεσμένο. Είναι επιλογή. Και η εναλλακτική της δεν είναι η αδράνεια, αλλά στοχευμένη, ενσυνείδητη και μεθοδική επιστροφή στη μόνη διεθνώς αποδεκτή βάση λύσης. Με τον τρόπο που εξελίσσονται το Κυπριακό ζήτημα και η ευρύτερη γεωπολιτική κατάσταση, η απελευθέρωση και επανένωση της Κύπρου ως ομόσπονδο κράτος, με μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια και μία διεθνή προσωπικότητα, και με πλήρη σεβασμό και εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των βασικών ελευθεριών, δεν είναι μόνο νομική και διεθνώς κατοχυρωμένη υποχρέωση. Είναι γεωπολιτική αναγκαιότητα και εκ των πραγμάτων ιστορικό καθήκον.
*Καθηγητής-ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην πρύτανης