Καθ. Χάρης Ψάλτης, Πανεπιστημιακό Κέντρο Ερευνών Πεδίου, (ΠΑΚΕΠΕ)- Εργαστήριο Γενετικής Κοινωνικής Ψυχολογίας, Τμήμα Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου
Καθ. Νεόφυτος Λοϊζίδης, Καθηγητής στην Ανάλυση Διεθνών Συγκρούσεων στο Πανεπιστήμιο Warwick
Η νέα πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, António Guterres, δημιουργεί ένα ακόμη παράθυρο ευκαιρίας για το Κυπριακό. Είτε οδηγήσει σε ουσιαστική επανεκκίνηση είτε όχι, υπενθυμίζει μια θεμελιώδη αλήθεια: καμία ειρηνευτική διαδικασία δεν μπορεί να επιτύχει μακροπρόθεσμα χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση. Οι συμφωνίες διαπραγματεύονται από ηγέτες, όμως η ειρήνη οικοδομείται από κοινωνίες. Η τριπλή έμφαση του Γ.Γ σε ουσία, διαδικασία και μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης αποτέλεσε στόχο διερεύνησης σε πρόσφατη έρευνα μας με αντιπροσωπευτικό δείγμα της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας με δείγμα (Ν=824) από το online panel του Πανεπιστημιακού Κέντρου Ερευνών Πεδίου του Πανεπιστημίου Κύπρου το οποίο σταθμίστηκε ανά επαρχία, ηλικία και φύλο στη βάση της επίσημης απογραφής του 2021. Η συλλογή δεδομένων ολοκληρώθηκε την περίοδο 10-31 Ιουλίου 2026. Υπεύθυνη συλλογής δεδομένων ήταν η Δρ. Άντρια Νικολάου υπό την εποπτεία του Καθ. Χάρη Ψάλτη και διευθυντή του ΠΑΚΕΠΕ. Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε από το ερευνητικό πρόγραμμα ORA 7 (INCLUSIVEPEACE) που διευθύνει ο Καθ. Νεόφυτος Λοιζίδης.
Είναι έτοιμη η κοινωνία;
Κάθε φορά που ανοίγει ξανά η συζήτηση επανέρχονται τα ίδια ερωτήματα. Είναι έτοιμη η κοινωνία; Υπάρχει ακόμη στήριξη σε μια λύση; Πόσο ενημερωμένοι είναι οι πολίτες; Τι τους ανησυχεί περισσότερο; Ποια στοιχεία μιας πιθανής συμφωνίας θεωρούν αποδεκτά και ποια όχι;
Παρά το γεγονός ότι οι ερωτήσεις αυτές καθορίζουν τις πιθανότητες επιτυχίας μιας πολιτικής πρωτοβουλίας, οι απαντήσεις δίνονται συχνά με βάση προσωπικές εκτιμήσεις, αποσπασματικές δημοσκοπήσεις ή πολιτικές εντυπώσεις. Ακούμε ότι «η κοινωνία δεν είναι έτοιμη», ότι «οι νέοι αδιαφορούν» ή ότι «η ομοσπονδία έχει απορριφθεί». Πόσα από αυτά, όμως, στηρίζονται σε συστηματικά ερευνητικά δεδομένα και πόσα αποτελούν απλά φήμες ή υποθέσεις που επαναλαμβάνονται τόσο συχνά ώστε να φαντάζουν αυτονόητα;
Από αυτή την ανάγκη γεννήθηκε το ερευνητικό Παρατηρητήριο Δικοινοτικών Σχέσεων για το Κυπριακό ως μια πλατφόρμα ενημέρωσης για δημοσιευμένα ακαδημαϊκά άρθρα και πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα από αντιπροσωπευτικές και άλλες έρευνες και από τις δυο κοινότητες στην Κύπρο https://cpsaltis-max.github.io/Bicommunal_Relations_Observatory/ με στόχο την αντικειμενική ενημέρωση του κοινού για τις στάσεις και αντιλήψεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων για τις διακοινοτικές σχέσεις και το Κυπριακό πρόβλημα. Η φιλοδοξία του δεν είναι να υποδείξει στους πολίτες τι πρέπει να πιστεύουν ούτε να υποστηρίξει μια κομματική θέση. Σκοπός του είναι πιο απλός αλλά και πιο απαιτητικός: να καταγράψει με επιστημονική αυστηρότητα τι πραγματικά πιστεύουν σήμερα τα μέλη των δυο κοινοτήτων με δικαίωμα ψήφου σε ένα ενδεχόμενο μελλοντικό δημοψήφισμα για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος. Τι γνωρίζουν, τι αγνοούν, τι ελπίζουν, τι επιθυμούν και τι τους ανησυχεί;
Στην πιο πάνω πλατφόρμα μπορεί κάποιος να αναζητήσει διαχρονικά δεδομένα 20 χρόνων από όλο το ερευνητικό μας πρόγραμμα. Με τη σημερινή δημοσίευση ξεκινούμε μια σειρά παρεμβάσεων για την παρούσα κατάσταση της ελληνοκυπριακής κοινής γνώμης, στη βάση της έρευνας που ολοκληρώθηκε την περίοδο 10-31 Ιουλίου 2026.
Η έρευνα αυτή πραγματοποιήθηκε σε παγκύπριο δείγμα Ελληνοκυπρίων και αξιοποιεί μεθόδους που χρησιμοποιούνται διεθνώς στην πολιτική επιστήμη και την κοινωνική ψυχολογία. Εκτός από κλασικές ερωτήσεις στάσεων, περιλαμβάνει ερωτήσεις για τη γνώση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ) την αξιολόγηση προηγούμενων διαπραγματευτικών συγκλίσεων, τις ελπίδες και τις ανησυχίες από μια πιθανή λύση, τις προτιμήσεις για τη διαδικασία και τις διακοινοτικές σχέσεις.
Η βασική παραδοχή της έρευνας είναι ότι οι στάσεις απέναντι στο Κυπριακό δεν συμπυκνώνονται σε μία μόνο ερώτηση. Οι πολίτες μπορούν να θεωρούν περισσότερες από μία μορφές λύσης αποδεκτές ή ανεκτές, να αξιολογούν διαφορετικά το σημερινό status quo και το διαπραγματευτικό κεκτημένο, και ταυτόχρονα να συνδυάζουν συγκεκριμένες ελπίδες και ανησυχίες. Γι’ αυτό η ανάλυση εξετάζει αυτές τις διαστάσεις χωριστά και στη συνέχεια τις διαβάζει συνθετικά.
Ξεκινώντας από την ουσία, πώς αξιολογούνται το status quo, η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, το ενιαίο κράτος και η λύση δύο κρατών, πόσο γνωστή είναι η ΔΔΟ και πώς κρίνεται το αποτέλεσμα των συγκλίσεων του Κραν Μοντανά;
Όσον αφορά τη διαδικασία επιθυμούν οι Ελληνοκύπριοι την επανέναρξη των συνομιλιών και με πιο ακριβώς τρόπο;
Όσον αφορά τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης η έρευνα αυτή επικεντρώθηκε στην επαφή των δυο κοινοτήτων και τη σχέση της με τη μείωση των προκαταλήψεων το οποίο είναι άμεσα σχετικό με το άνοιγμα περισσότερων οδοφραγμάτων.
Η κοινωνία απορρίπτει το σημερινό αδιέξοδο — αλλά ποια λύση αποδέχεται;
Μια από τις πιο επίμονες παραδοχές στη δημόσια συζήτηση είναι ότι η ελληνοκυπριακή κοινωνία έχει απομακρυνθεί από την προοπτική μιας συμφωνίας. Κάποτε ακούμε ότι οι πολίτες έχουν συμβιβαστεί με το σημερινό καθεστώς. Η Τουρκία κάποτε υποστηρίζει ότι η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία έχει πεθάνει ή ότι οποιαδήποτε νέα διαδικασία θα συναντήσει κοινωνία κουρασμένη και αδιάφορη.
Τα αποτελέσματα της πρόσφατης έρευνας δεν επιβεβαιώνουν αυτή την απλοϊκή εικόνα. Δείχνουν μια κοινωνία που θεωρεί, στη συντριπτική της πλειοψηφία, άδικη τη σημερινή κατάσταση του status quo, αλλά δεν έχει καταλήξει σε μία μοναδική αντίληψη για το τι πρέπει να την αντικαταστήσει. Το πρώτο ισχυρό εύρημα είναι ότι το 92,4% των ερωτηθέντων θεωρεί άδικο το σημερινό status quo. Η απουσία λύσης δεν εκλαμβάνεται ως ουδέτερη κατάσταση ούτε ως ασφαλές καταφύγιο χωρίς συνέπειες. Για τη μεγάλη πλειονότητα, η σημερινή πραγματικότητα εμπεριέχει μια θεμελιώδη αδικία αλλά και αστάθεια.
Οι απαντήσεις δείχνουν ότι η κοινωνία δεν λειτουργεί με μία μόνο, αποκλειστική επιλογή. Με διαφορετικά ποσοστά, σημαντικά τμήματα δηλώνουν ότι αποδέχονται ή θα μπορούσαν να ανεχθούν, αν ήταν αναγκαίο, τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, το ενιαίο κράτος αλλά ακόμη και τη συνέχιση του status quo παρά το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία το αξιολογεί ως άδικο. Ένα ενδιαφερον στοχείο της Ελληνοκυπριακής κοινής γνώμης είναι ότι σε περιόδους έντασης και κινδύνου Ελληνοτουρκικής σύρραξης όπως το 2020 τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ιδιαίτερη αύξηση του ποσοστού απόρριψης του Status Quo (79.4%) ενώ σε περιόδους ήρεμων νερών μειώνεται.

Όταν οι πολίτες κλήθηκαν να αξιολογήσουν διαφορετικές μορφές διευθέτησης, η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία γίνεται αποδεκτή ή τουλάχιστον ανεκτή από το 75,3%. Το αντίστοιχο ποσοστό για ένα ενιαίο κράτος είναι 70,3%, ενώ η συνέχιση του status quo φτάνει το 59,1%. Αντίθετα, μόνο το 33,3% δηλώνει ότι θα μπορούσε να αποδεχθεί ή να ανεχθεί λύση δύο κρατών.
Το εύρημα δεν σημαίνει ότι τρεις στους τέσσερις Ελληνοκυπρίους επιθυμούν με τον ίδιο ενθουσιασμό τη ΔΔΟ. Η έρευνα διακρίνει ανάμεσα στην ενεργή αποδοχή και την ανοχή. Η διάκριση είναι κρίσιμη: σε μια ειρηνευτική διαδικασία δεν χρειάζεται όλοι να θεωρούν μια συμφωνία ιδανική. Χρειάζεται, όμως, αρκετοί να μπορούν να τη δεχθούν ως καλύτερη από τις διαθέσιμες εναλλακτικές.



Το υψηλό ποσοστό αποδοχής ενός ενιαίου κράτους χρειάζεται επίσης προσεκτική ερμηνεία. Δείχνει ότι πολλοί πολίτες αξιολογούν τις λύσεις μέσα από κριτήρια ενότητας, ισότητας των πολιτών και αποκατάστασης της κανονικότητας. Αυτή η επιθυμία μπορεί να συνυπάρχει με την πρακτική αποδοχή ενός ομοσπονδιακού συμβιβασμού αν και σαφώς το Ενιαίο κράτος δεν βρίσκεται μέσα στις ρεαλιστικές επιλογές που συζητούνται εδώ και χρόνια αφού απορρίπτεται από την πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων και δεν στηρίζεται από ψηφίσματα του Ο.Η.Ε όπως την περίπτωση της ΔΔΟ. Είναι επίσης αξιοπρόσεκτο για κάποιο διαχρονικό παρατηρητή των τάσεων αποδοχής του Ενιαίου κράτους στην ΕΚ κοινότητα ότι φέτος είναι η πρώτη χρονιά που πέρασε δεύτερο σε προτίμηση κάτω από τη ΔΔΟ (δες https://cyprus-solution-landscape-ai-fqtppmt23fqxz93nq9dfre.streamlit.app/ ).
Πιο καθαρή είναι η εικόνα για τα δύο κράτη. Παρά την επιμονή της Τουρκίας σε αυτή τη λύση μετά την αποτυχία του Κρανς Μοντανα το 2017, εξακολουθεί να συγκεντρώνει πολύ χαμηλότερη κοινωνική αποδοχή από τις άλλες μορφές. Αυτό περιορίζει την αξιοπιστία του ισχυρισμού ότι η κοινωνία κινείται αναπόφευκτα προς την αποδοχή της οριστικής διχοτόμησης αλλά δεν πρέπει να μας διαφεύγει φυσικά το γεγονός ότι τα τετελεσμένα του διαχωρισμού εδραιώνονται μέσα στο χρόνο επί του εδάφους.
Πόσο γνωρίζουν, όμως, οι πολίτες τη ΔΔΟ;
Η εικόνα είναι πιο σύνθετη από την εντύπωση γενικευμένης άγνοιας. Το 84,9% δηλώνει ότι γνωρίζει τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό τι είναι η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, ενώ το 54,4% θεωρεί ότι τη γνωρίζει αρκετά ή πολύ καλά.
Διαφορετική είναι η εικόνα όταν οι πολίτες καλούνται να κρίνουν τη δικαιοσύνη των συγκλίσεων του Κραν Μοντανά. Το 29,1% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει ώστε να τις αξιολογήσει. Μεταξύ όσων εκφράζουν ουσιαστική κρίση, το 43,5% τις θεωρεί δίκαιες και το 56,5% άδικες. Τα δύο ποσοστά δίκαιης/άδικης αξιολόγησης αφορούν μόνο όσους πήραν θέση, ενώ το 29,1% υπολογίζεται στο σύνολο όσων απάντησαν στην ερώτηση. Το εύρημα υπογραμμίζει τη διαφορά ανάμεσα στη γενική εξοικείωση με την έννοια της ΔΔΟ και στη γνώση ή αξιολόγηση του συγκεκριμένου διαπραγματευτικού κεκτημένου. Αλλά και την ανάγκη ενημέρωσης του κοινού για τις συγκλίσεις του 2017.
Η κοινωνική αποδοχή προφανώς δεν εξαρτάται μόνο από την ονομασία της λύσης. Εξαρτάται από την αξιοπιστία του σχεδιασμού της: πώς θα λαμβάνονται αποφάσεις, πώς θα αντιμετωπίζονται τα αδιέξοδα και ποιοι μηχανισμοί θα εγγυώνται την εφαρμογή. Γι’ αυτό και οι θεσμικές ασφαλιστικές δικλίδες, τα λεγόμενα backstops και διαιτησίες για επίλυση αδιεξόδων δεν αποτελούν τεχνική πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση εμπιστοσύνης. Με συναδέλφους έχουμε αναπτύξει σχετικές προτάσεις τις οποίες τα Ηνωμένα Έθνη προτείνουν στα δυο μέρη ως διέξοδο στην παρούσα στασιμότητα. Οι προτάσεις βρίσκονται εδώ https://50shadesoffederalism.com/case-studies/unlocking-the-cyprus-peace-process-backstops-could-be-an-option/
Συναφές ερώτημα είναι και η προδιάθεση για ψήφο σε ενδεχόμενο δημοψήφισμα στη βάση ΔΔΟ. Όπως φαίνεται στην πιο κάτω γραφική παράσταση 34.8% κινούνται μάλλον η σίγουρα προς Ναι, 41.5% δηλώνουν αναποφάσιστοι και 23.7% κινούνται προς μάλλον η σίγουρα Όχι.

Το μεγαλύτερο μέρος της μεσαίας ομάδας των αναποφάσιστων (41.5%) σύμφωνα με την έρευνα μας θα μπορούσε να κινηθεί προς το Ναι αν καθησυχαστούν κάποιες ανησυχίες τους που αφορούν κυρίως την εφαρμογή της λύσης ΔΔΟ. Αν θα λειτουργεί το κράτος, αν θα υπάρχουν αδιέξοδα, αν θα τηρούνται οι συμφωνίες, αν θα προστατεύονται δικαιώματα. Άρα η αρχιτεκτονική εφαρμογής της λύσης και οι παρουσία μηχανισμών επίλυσης αδιεξόδων είναι εξίσου σημαντική με το περιεχόμενο της λύσης και τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Το πραγματικό ερώτημα ωστόσο δεν είναι απλώς ποια ονομασία λύσης προτιμούν οι πολίτες. Είναι ποια συμφωνία μπορεί να τους πείσει ότι θα είναι δίκαιη, ασφαλής και λειτουργική. Εδώ να υπενθυμίσουμε το αναγνωστικό κοινό ότι σε προηγούμενες μας έρευνες έχουμε εντοπίσει 118 παραλλαγές του πλαισίου Γκουτέρες με συγκεκριμένο περιεχόμενο που θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές από τουλάχιστο 55% + και στις δύο κοινοτητες της Κύπρου. Εδώ υπάρχουν οι λεπτομέρειες https://cyprusconjointpredictions-knbomutrnxm22cyulm9bjq.streamlit.app/ και οι αναγνώστες μπορούν να δοκιμάσουν το δικό τους πακέτο λύσης και την αποδοχή της στη βάση ερευνητικών δεδομένων με αντιπροσωπευτικό δείγμα ψηφοφόρων και από τις δυο κοινότητες της Κύπρου.
Διαδικασία: οι πολίτες θέλουν επανέναρξη διαπραγματεύσεων αλλά όχι όλοι με τον ίδιο τρόπο
Όταν μια διαπραγματευτική διαδικασία μένει στάσιμη για χρόνια, δημιουργείται εύκολα η εντύπωση ότι η κοινωνία έχει πάψει να ενδιαφέρεται. Η απουσία προόδου ερμηνεύεται ως αποδοχή του αδιεξόδου και η κόπωση ως επιθυμία να εγκαταλειφθεί η προσπάθεια.
Τα αποτελέσματα της πρόσφατης έρευνας του ΠΑΚΕΠΕ που παρουσιάζονται από το Παρατηρητηρίο Δικοινοτικών σχέσεων του Πανεπιστημίου Κύπρου δείχνουν κάτι διαφορετικό. Η μεγάλη πλειονότητα δεν επιλέγει την αδράνεια. Το 82,8% προτιμά κάποια ενεργή οδό για τη συνέχιση της ειρηνευτικής προσπάθειας, ενώ μόνο το 17,2% επιλέγει να μην επαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις.

Η μεγαλύτερη ομάδα, 38,7%, επιλέγει επανέναρξη από το σημείο στο οποίο διακόπηκαν οι συνομιλίες στο Κραν Μοντανά. Η προτίμηση αυτή αντανακλά την αντίληψη ότι δεν χρειάζεται να ξεκινήσουν όλα από την αρχή. Υπάρχουν συγκλίσεις και ένα διαπραγματευτικό κεκτημένο που μπορεί να αποτελέσει βάση νέας προσπάθειας.
Η θέση αυτή έχει πρακτική λογική. Κάθε νέα αρχή που αγνοεί όσα έχουν ήδη συμφωνηθεί κινδυνεύει να επαναφέρει ζητήματα που χρειάστηκαν χρόνια για να προσεγγιστούν. Ταυτόχρονα, επιστροφή στο Κραν Μοντανά δεν μπορεί να σημαίνει απλή αναπαραγωγή της προηγούμενης διαδικασίας. Οι λόγοι της αποτυχίας και η έλλειψη εμπιστοσύνης πρέπει να αντιμετωπιστούν.
Μια δεύτερη ομάδα, 21,9%, προτιμά σταδιακή εφαρμογή υπό τη μορφή ενδιάμεσης συμφωνίας, έναρξη εφαρμογής προνοιών της λύσης (π.χ επιστροφή εδαφών) που θα ακολουθηθεί από δημοψήφισμα μετά από 3 χρόνια. Αντί να αναμένει μια συνολική συμφωνία που θα επιλύσει όλα τα ζητήματα ταυτόχρονα, η προσέγγιση αυτή δίνει έμφαση σε συμφωνημένα βήματα που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν διαδοχικά. Η εμπιστοσύνη δεν χρειάζεται να προηγηθεί πλήρως της συνεργασίας· μπορεί να οικοδομηθεί μέσα από αυτή και να καλύψει το κενό εμπιστοσύνης σε θέματα εφαρμογής της λύσης.
Το 22,2% προτιμά Συνελεύσεις Πολιτών. Το ποσοστό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, διότι αφορά θεσμό που δεν έχει ακόμη καθιερωθεί στη δημόσια συζήτηση για το Κυπριακό ενώ έχει ήδη συμφωνηθεί από τους δυο ηγέτες. Περισσότεροι από ένας στους πέντε δίνουν προτεραιότητα σε αυτή τη συμμετοχική διαδικασία στο οποίο ένα αντιπροσωπευτικό σώμα τυχαία επιλεγμένων πολιτών υπό την εποπτεία ακαδημαϊκών και αντιπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών θα ενημερώνεται, θα συζητά οργανωμένα και θα διατυπώνει προτάσεις η να επιλύει αδιέξοδα. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι όταν η ιδέα αυτή τίθεται αυτόνομα χωρίς σύγκριση με άλλες επιλογές διαδικασίας λαμβάνει την στήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινότητας με ποσοστό πέρνα του 80% σύμφωνα με προηγούμενες μας έρευνες. Οι πρόσφατες αντιδράσεις κατά την επίσκεψη Γκουτέρες στην Κύπρο για το ποιος αντιπροσωπεύει την κοινωνία των πολιτών είναι έγκυρες και η τυχαία επιλογή ατόμων μπορεί να προσφέρει μια δικαιότερη διαδικασία που έχει δοκιμαστεί ήδη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ως civic assemblies. Στην Κύπρο ιδιαίτερα όπου όλοι οι θεσμοί παίρνουν απροβίβαστο στην εμπιστοσύνη εκτός από τα πανεπιστήμια η διαδικασία αυτή μπορεί να αναζωογονήσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και να εμβαθύνει την κουλτούρα της διαβουλευτικής (όχι άμεσης) δημοκρατίας.
Οι Συνελεύσεις Πολιτών δεν αντικαθιστούν τους εκλεγμένους ηγέτες ούτε αναλαμβάνουν τη διαπραγμάτευση. Μπορούν όμως να καλύψουν ένα δημοκρατικό κενό. Στις παραδοσιακές διαδικασίες, η κοινωνία ενημερώνεται συχνά στο τέλος, όταν έχει ήδη διαμορφωθεί σχέδιο και καλείται να το αποδεχθεί ή να το απορρίψει. Αντίθετα με τις συνελεύσεις πολιτών οι πολίτες γίνονται συμμέτοχοι των αποφάσεων και συνυπεύθυνοι επιτρέποντας έτσι στους ηγέτες να πάρουν πιο εύκολα δύσκολες αποφάσεις.
Το ουσιαστικό εύρημα δεν είναι μόνο ότι η επανέναρξη από το Κραν Μοντανά συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ποσοστό. Είναι ότι η κοινωνία εμφανίζεται ανοικτή σε περισσότερες από μία ενεργές στρατηγικές. Αυτές δεν είναι αναγκαστικά ανταγωνιστικές: μπορούν να συνδυαστούν σε μια διαδικασία που αξιοποιεί το κεκτημένο, εφαρμόζει σταδιακά όσα μπορούν να συμφωνηθούν και θεσμοθετεί συμμετοχή των πολιτών.
Το δίλημμα δεν είναι λοιπόν «διαπραγματεύσεις ή όχι». Είναι αν η επόμενη διαδικασία θα επαναλάβει τις αδυναμίες του παρελθόντος ή θα συνδυάσει συνέχεια, αξιοπιστία, εφαρμογή και κοινωνική συμμετοχή.
Διακοινοτικές σχέσεις και επαφή: Η σημασία ανοίγματος περισσότερων οδοφραγμάτων
Μπορούν δύο κοινότητες να οικοδομήσουν κοινό πολιτικό μέλλον όταν οι περισσότεροι πολίτες τους σπάνια συναντιούνται; Το ερώτημα αγγίζει μία από τις λιγότερο συζητημένες διαστάσεις του Κυπριακού παρά την ορθή επιμονή του ΟΗΕ στο άνοιγμα περισσότερων οδοφραγμάτων και την κεντρική θέση που κατέχει η Θεωρία της επαφής του Gordon Allport (1954) στο δικό μας ερευνητικό πρόγραμμα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Καμία συμφωνία δεν θα εφαρμοστεί σε κοινωνικό κενό και συνεπώς οι ανθρώπινες σχέσεις είναι θεμελιώδους σημασίας.
Τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου αποκαλύπτουν πρώτα ένα σοβαρό έλλειμμα καθημερινής επαφής. Το 51,7% των Ελληνοκυπρίων δηλώνει ότι δεν έχει καθόλου επαφή με Τουρκοκυπρίους. Άλλο 32,4% έχει επαφή λιγότερο από μία φορά τον μήνα. Μόλις το 15,9% αναφέρει μηνιαία ή συχνότερη επαφή, ενώ εβδομαδιαία ή συχνότερη επαφή έχει μόνο το 8,3%.
Η απουσία επαφής δεν σημαίνει, ωστόσο εχθρότητα αφού πέραν από την πραγματική επαφή τα θετικά συναισθήματα πολλών ΕΚ προς τους Τουρκοκύπριους στηρίζονται και σε αφηγήσεις των μεγαλύτερων σε ηλικία για την καλή ποιότητα των διακοινοτικών σχέσεων πριν το 1974. Στο θερμόμετρο συναισθημάτων, από το 0 (αρνητικά ή ψυχρά) έως το 100 (θετικά ή θερμά) , η μέση αξιολόγηση των Τουρκοκυπρίων είναι 57,5. Το 55,6% τοποθετείται πάνω από το ουδέτερο σημείο, το 18,3% ακριβώς στο ουδέτερο και το 26,1% κάτω από αυτό. Η συνολική εικόνα είναι συνεπώς μετρίως θετική.
Ο συνδυασμός των δύο ευρημάτων δημιουργεί ένα ενδιαφέρον παράδοξο. Η φυσική και κοινωνική απόσταση παραμένει μεγάλη, αλλά το συναισθηματικό κλίμα δεν είναι εξίσου αρνητικό. Υπάρχει κοινωνικό κεφάλαιο της προ του 1974 συμβίωσης πάνω στο οποίο μπορεί να οικοδομηθεί συνεργασία. Ταυτόχρονα, όταν η προσωπική εμπειρία είναι περιορισμένη, η εικόνα της άλλης κοινότητας εξαρτάται περισσότερο από μέσα ενημέρωσης, κομματικές αφηγήσεις και γεγονότα της επικαιρότητας τα οποία δεν παρουσιάζονται συνήθως θετικά για την άλλη κοινότητα και λειτουργούν αρνητικά προς την προσπάθεια επανένωσης.
Η έρευνα εντοπίζει θετική συσχέτιση μεταξύ επαφής και συναισθηματικής θερμότητας, r = 0,33. Κάτι που έχει επιβεβαιωθεί σε πέραν των 30 δικοινοτικών ερευνών στην Κύπρο από το 2007 μέχρι σήμερα του εργαστηρίου μας στηρίζοντας την αρχική υπόθεση της επαφής του Gordon Allport.
Πολλές σχετικές δημοσιευμένες εργασίες βρίσκονται στην γενική πλατφόρμα του παρατηρητηρίου εδώ https://cpsaltis-max.github.io/Bicommunal_Relations_Observatory/ Όσο συχνότερη είναι η επαφή, τόσο θερμότερες τείνουν να είναι οι στάσεις.
Ανάλογο μοτίβο εμφανίζεται στην αποδοχή της ΔΔΟ. Μεταξύ όσων δεν έχουν καμία επαφή, το 70,3% αποδέχεται ή ανέχεται τη ΔΔΟ. Το ποσοστό αυξάνεται στο 80,3% μεταξύ όσων έχουν λιγότερο από μηνιαία επαφή, στο 81,6% μεταξύ όσων έχουν τουλάχιστον μηνιαία επαφή και στο 87,4% μεταξύ όσων συναντούν Τουρκοκυπρίους εβδομαδιαία ή συχνότερα.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η κοινωνική και η πολιτική διάσταση του Κυπριακού δεν μπορούν να διαχωριστούν πλήρως. Οι διαπραγματεύσεις χρειάζονται θεσμούς, αλλά η βιωσιμότητά τους εξαρτάται και από το κατά πόσο οι πολίτες έχουν ευκαιρίες πραγματικής συνεργασίας.
Η επαφή δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλά ως συμβολισμός δικοινοτικότητας. Μεγαλύτερη σημασία έχει η επαναλαμβανόμενη, ισότιμη και προσανατολισμένη σε κοινούς στόχους συνεργασία: σχολεία, πανεπιστήμια, επαγγελματικοί φορείς, τοπικές κοινότητες και κοινές οικονομικές δραστηριότητες που εξυπηρετούν πραγματικά οφέλη της καθημερινότητας και για τις δυο κοινότητες.
Η προειδοποίηση είναι ότι η διαίρεση αναπαράγεται καθημερινά μέσα από την απουσία σχέσεων. Η ευκαιρία είναι ότι δεν ξεκινούμε από περιβάλλον καθολικής εχθρότητας. Υπάρχει χώρος για επαφή και σταδιακή μεταβολή, αρκεί να μην περιμένουμε πρώτα τη λύση για να αρχίσουμε να οικοδομούμε τις κοινωνικές της προϋποθέσεις.
Είναι πραγματικά τραγικό που η Ελληνοκυπριακή πλευρά που επιδιώκει την κατάργηση του γεωγραφικού διαχωρισμού έχει υποκύψει σε μια λογική «αμοιβαιότητας» για το άνοιγμα οδοφραγμάτων και ασφαλειοποίησης μη αναγνωρίζοντας ότι η κύρια λειτουργία τους είναι η επαφή των μελών των δυο κοινοτήτων, η οικοδόμηση εμπιστοσύνης και η επένδυση σε πολίτες που μπορούν να λειτουργήσουν σε μια επανενωμένη Κύπρο μακριά από φοβικά σύνδρομα.
Πέραν από τη ύψιστη σημασία του ανοίγματος οδοφραγμάτων ας υπενθυμίσουμε επίσης τους αναγνώστες μας ότι σε δικοινοτική έρευνα που είχε διεξαχθεί πέρυσι με χρηματοδότηση από το LSE Hellenic Observatory και τους οργανισμούς που υποστηρίζουν το ORA 7 (INCLUSIVEPEACE) όπως και η παρούσα έρευνα εντοπίσαμε ακόμη τρία ΜΟΕ τα οποία τυγχάνουν αποδοχής από την πλειοψηφία και των δυο κοινοτήτων και θα μπορούσαν επίσης να εφαρμοστούν άμεσα: 1) Το ήδη συμφωνημένο Φωτοβολταϊκό πάρκο στην ουδέτερη ζώνη του ΟΗΕ για χρήση και από τις δύο κοινότητες στην Κύπρο 2) Τα άτομα που έβλαψαν προσωπικά άλλα άτομα και από τις δύο κοινότητες να καταθέσουν σε μια ερευνητική επιτροπή που θα αναλάβει να καταγράψει προηγούμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο και 3) Τα νέα σχολικά βιβλία ιστορίας της Κύπρου να συνταχθούν από μια ομάδα ιστορικών και εκπαιδευτικών και από τις δύο κοινότητες της Κύπρου. Η συμφωνία σε αυτά τα μέτρα θα έδειχνε πραγματική βούληση για λύση πέραν από όποιες λεκτικές διατυπώσεις της ηγεσίας των δυο κοινοτήτων.
Από τα δεδομένα στα διδάγματα: τι μας διδάσκει η έρευνα για το μέλλον του Κυπριακού και την προσέγγιση Γκουτέρες;
Όταν ξεκινήσαμε αυτή την παρουσίαση της πρόσφατης έρευνας θελήσαμε να διερευνήσουμε το τρίπτυχο Γκουτέρες: Ουσία, Διαδικασία και ΜΟΕ. Τι πραγματικά πιστεύουν σήμερα οι Ελληνοκύπριοι για το Κυπριακό; Εξετάσαμε πώς αξιολογείται το σημερινό αδιέξοδο, ποιες λύσεις είναι αποδεκτές, πόσο γνωστή είναι η ΔΔΟ και πώς κρίνεται το Κραν Μοντανά, ποιες ελπίδες και φόβοι κυριαρχούν, πώς αντιλαμβάνονται οι πολίτες τη διαδικασία και πόση επαφή υπάρχει με τους Τουρκοκυπρίους και ποια η σημασία της σε σχέση με το άνοιγμα περισσότερων οδοφραγμάτων;
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την σύγκλιση της επόμενης συνάντηση 5+1 και τη σημερινή στασιμότητα; Ο Γ.Γ. του Ο.Η.Ε. στην πρόσφατη επίσκεψή του αναφέρθηκε σε σωστή προετοιμασία σε θέματα ουσίας, διαδικασίας και μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν γιατί χρειάζεται αυτή η πολυδιάστατη προετοιμασία: η κοινωνία είναι πολύ αρνητική απέναντι στο status quo, αλλά ταυτόχρονα διαφοροποιείται ως προς τις μορφές λύσης, την αξιολόγηση του Κραν Μοντανά, τις προσδοκίες εφαρμογής και την καθημερινή επαφή μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Η πρώτη διαπίστωση είναι ότι η Ελληνοκυπριακή κοινωνία δεν βρίσκεται εκεί όπου συχνά φανταζόμαστε η ενδεχομένως να ήθελε η Τουρκία. Η έρευνα δεν ανακάλυψε μια κοινωνία που έχει αποδεχθεί τη διχοτόμηση. Δεν βρήκαμε κοινωνία που απορρίπτει συλλήβδην την ομοσπονδία. Δεν βρήκαμε κοινωνία αδιάφορη. Βρήκαμε κοινωνία που αναζητά αξιοπιστία.
Οι πολίτες δεν ζητούν τέλειες λύσεις. Ζητούν λύσεις που πιστεύουν ότι μπορούν να λειτουργήσουν. Γι’ αυτό η εμπιστοσύνη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως προϋπόθεση μιας συμφωνίας. Είναι και αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο σχεδιάζεται η συμφωνία. Οι άνθρωποι εμπιστεύονται περισσότερο όταν βλέπουν ότι οι θεσμοί έχουν προβλέψει τι θα συμβεί όταν προκύψουν δυσκολίες.
Η δεύτερη διαπίστωση είναι ότι οι μεγαλύτεροι φόβοι δεν αφορούν την ιδέα της ειρήνης αλλά την εφαρμογή της: αν θα λειτουργεί το κράτος, αν θα υπάρχουν αδιέξοδα, αν θα τηρούνται οι συμφωνίες, αν θα προστατεύονται δικαιώματα. Άρα η αρχιτεκτονική εφαρμογής είναι εξίσου σημαντική με το περιεχόμενο της λύσης και τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Σε προηγούμενη εργασία μας έχουμε υποστηρίξει την ανάγκη θεσμικών ασφαλιστικών δικλίδων, των λεγόμενων backstops (ασφαλιστικές δικλείδες). Εδώ είναι όλη η πρόταση μας https://50shadesoffederalism.com/case-studies/unlocking-the-cyprus-peace-process-backstops-could-be-an-option/
Οι ασφαλιστικές δικλείδες δεν χρειάζονται επειδή οι δύο κοινότητες δεν μπορούν να συνεργαστούν, αλλά επειδή κάθε σύνθετο πολιτικό σύστημα χρειάζεται προβλέψιμότητα για το τι συμβαίνει όταν προκύπτουν διαφωνίες. Τα ευρήματα του Παρατηρητηρίου ενισχύουν τη σημασία αυτής της προσέγγισης.
Η τρίτη διαπίστωση αφορά τη σχέση κοινωνίας και διαπραγματεύσεων. Οι πολίτες δεν επιθυμούν να ενημερωθούν μόνο στο τέλος, όταν θα έχουν όλα αποφασιστεί. Η σημαντική υποστήριξη προς Συνελεύσεις Πολιτών δείχνει ότι υπάρχει κοινωνικός χώρος για μια διαφορετική δημοκρατική αρχιτεκτονική, στην οποία η κοινωνία δεν θα είναι μόνο τελικός κριτής αλλά και συνομιλητής.
Η τέταρτη διαπίστωση αφορά την καθημερινότητα. Οι πολίτες συνδέουν το Κυπριακό με ζητήματα όπως η εργασία, η κινητικότητα, το περιουσιακό, το κόστος και τις ευκαιρίες των παιδιών τους. Μια νέα πρωτοβουλία χρειάζεται επομένως να εξετάζει όχι μόνο τη συνταγματική αρχιτεκτονική αλλά και τις πρακτικές συνέπειες μιας λύσης στην καθημερινή ζωή.
Από αυτά προκύπτουν τέσσερις πυλώνες: αξιοποίηση του διαπραγματευτικού κεκτημένου του Κραν Μοντανά, σταδιακή εφαρμογή όσων μπορούν να συμφωνηθούν και κυρίως το άνοιγμα περισσότερων οδοφραγμάτων μακριά από λογικές αμοιβαιότητας, θεσμικές ασφαλιστικές δικλίδες για αδιέξοδα και ουσιαστική συμμετοχή πολιτών μέσω διαβουλευτικών θεσμών.
Το Παρατηρητήριο δεν δημιουργήθηκε για να αντικαταστήσει τη διαπραγμάτευση. Δημιουργήθηκε για να τη στηρίξει με καλύτερη γνώση. Η επιστήμη δεν αποφασίζει και δεν διαπραγματεύεται. Μπορεί όμως να βοηθήσει ώστε οι δημόσιες αποφάσεις να στηρίζονται περισσότερο σε τεκμήρια και λιγότερο σε υποθέσεις. Ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη προϋπόθεση για βιώσιμη ειρήνη: να συνεχίσουμε να ακούμε την κοινωνία με επιστημονική αυστηρότητα πριν αποφασίσουμε για το μέλλον της.






