Η απόφαση της Αρχής Κατά της Διαφθοράς σε υπόθεση που αφορούσε τη διασύνδεση πολιτογράφησης Ρώσου δισεκατομμυριούχου με την αγορά ακινήτου από εταιρεία συνδεδεμένη με στενό συγγενικό πρόσωπο του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, άνοιξε ξανά το διαχρονικό ερώτημα: όταν οι θεσμοί αδυνατούν να εντοπίσουν νομικά αδικήματα, παραγράφεται η ηθική πτυχή του ζητήματος; Και ακόμη πιο κρίσιμα: έχουν οι θεσμοί υποχρέωση να αναδεικνύουν τέτοιες ηθικές πτυχές;
Η Αρχή Κατά της Διαφθοράς, εξετάζοντας την υπόθεση και χωρίς να διευκρινιστεί το κατά πόσο κατέστη δυνατό να εντοπιστεί αρμόδιο άτομο από την εμπλεκόμενη Ρωσική τράπεζα Promsvyazbank για να καταθέσει ως μάρτυρας, αναφέρει ότι δεν εντόπισε κάτι μεμπτό και κατέληξε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για υποσχέσεις, προσφορά ωφελημάτων ή αδικαιολόγητο πλεονέκτημα προς δημόσιους αξιωματούχους. Επιπλέον, δεν εντόπισε στοιχεία σύνδεσης πολιτικών εισφορών με πράξεις υπέρ των πολιτογραφηθέντων προσώπων ούτε κάποιο τεκμήριο παράνομης εύνοιας σε σχέση με την αγορά ή χρήση ακινήτου από ρωσικό χρηματοπιστωτικό οργανισμό. Συνεπώς, από νομικής πλευράς, η Αρχή δεν μπορούσε να στοιχειοθετήσει οποιαδήποτε πράξη διαφθοράς, όμως σκοπός του άρθρου δεν είναι να κριθεί η νομική διάσταση της έρευνας που διεξήχθη και κατά πόσο αυτή ήταν ολοκληρωμένη ή το συμπέρασμα είναι πειστικό.
Ο νόμος που διέπει την ΑΑΔ της παρέχει μια ευρύτερη αποστολή. Τα άρθρα 7(1) (γ), (ζ), (η) της επιτρέπουν να εκδίδει αυτεπάγγελτα εκθέσεις για συστημικές αδυναμίες, εισηγήσεις πολιτικής, αναλύσεις για σύγκρουση συμφέροντος, κατευθυντήριες γραμμές και διαπιστώσεις κινδύνου, ακόμη και όταν δεν εντοπίζεται ποινική ευθύνη. Επιπλέον, το άρθρο 2, που προνοεί για τις «θεμελιώδεις αρχές κατά της διαφθοράς», συμπεριλαμβάνει τη “χρηστή διοίκηση” και την “αποτροπή σύγκρουσης συμφέροντος”.
Με απλά λόγια: η Αρχή έχει όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να αναδεικνύει καταστάσεις όπου διαπιστώνεται σύγκρουση συμφέροντος ή κίνδυνος για αθέμιτες πρακτικές, ακόμη κι αν αυτές δεν στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα. Βάσει αυτής της προσέγγισης, το έργο της Αρχής μπορεί να κριθεί ως ημιτελές. Το γεγονός ότι το Υπουργικό Συμβούλιο πολιτογράφησε έναν ξένο επενδυτή, ο οποίος στη συνέχεια αγόρασε ακίνητο από εταιρεία συνδεδεμένη με στενό συγγενικό πρόσωπο του ίδιου του Προέδρου της Δημοκρατίας, δημιουργεί εύλογη υπόνοια σύγκρουσης συμφέροντος και καταρρίπτει κάθε έννοια χρηστής διοίκησης.
Ανατρέχοντας στην Χάρτα Δεοντολογίας της κυβέρνησης Αναστασιάδη, που παρέμεινε ένα θεωρητικό κείμενο άνευ πρακτικής εφαρμογής, υπήρχε η εξής σαφής αναφορά: «Τα μέλη της κυβέρνησης οφείλουν όχι μόνο να ενεργούν με αμεροληψία, αλλά και να αποτρέπουν κάθε υποψία προσωπικού συμφέροντος». Αντίστοιχα, ο σημερινός Κώδικας Δεοντολογίας της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη ορίζει ότι σύγκρουση συμφέροντος υφίσταται ακόμη και όταν υπάρχει εύλογη εντύπωση ότι ένα προσωπικό συμφέρον ενδέχεται να επηρεάσει τη λήψη αποφάσεων.
Με αυτά τα δεδομένα, η απόφαση της Αρχής μοιάζει να μην αξιοποίησε την εξουσία –και την ευθύνη– που της δίνει ο νομοθέτης για εντοπισμό κινδύνων. Θα ανέμενε κανείς τουλάχιστον μια παρατήρηση ότι η υπόθεση ανέδειξε προβληματικές πρακτικές, ή ακόμη μια σύσταση για μηχανισμούς που θα αποτρέπουν παρόμοιες καταστάσεις στο μέλλον. Αντιθέτως, προσπερνώντας τέτοια ζητήματα με μια δόση ελαφρότητας, υποδηλώνει μια σταθερή αδυναμία κατανόησης βασικών αρχών διακυβέρνησης και δεν βοηθά στην προσπάθεια επανάκτησης της αξιοπιστίας της χώρας.
Πέρα από το έργο της Αρχής, η Κυβέρνηση Χριστοδουλίδη θα μπορούσε να ζητήσει από τον διορισμένο Σύμβουλο Δεοντολογίας, κ. Γιώργο Αρέστη, να αξιολογήσει την υπόθεση από ηθικής πλευράς, αξιοποιώντας έτσι τις γνώσεις και την εμπειρία του. Όχι απαραίτητα για να καταλογιστούν ευθύνες, αφού πρόκειται για υπόθεση που αφορά το προηγούμενο Υπουργικό Συμβούλιο, αλλά για να δημιουργηθεί κουλτούρα πρόληψης και λογοδοσίας.
Η θεσμική ακεραιότητα στηρίζεται και στην προθυμία των πολιτικών να λειτουργούν με αμεροληψία και να προωθούν τη διαφάνεια αναζητώντας την αλήθεια, ακόμη κι όταν αυτή επηρεάζει πρώην συνεργάτες, φίλους, μέντορες κ.α. Και σε αυτή την υπόθεση, η αλήθεια είναι ότι η σύγκρουση συμφέροντος ήταν περισσότερο από έκδηλη — και έπρεπε ως ελάχιστη πράξη ευθύνης να καταγραφεί τόσο σε θεσμικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο.
*Ο Δρ Άδωνης Πηγασίου είναι Ακαδημαϊκός Διευθυντής European Institute of Management and Finance






