Η Eurovision άλλαξε, το ΡΙΚ... όχι

ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ

Header Image

Η επιλογή τραγουδιού χωρίς ανοικτή και ανταγωνιστική διαδικασία, στερεί από την εγχώρια μουσική σκηνή το δικαίωμα συμμετοχής και δημιουργικής διεκδίκησης. Το αποτέλεσμα είναι συχνά προβλέψιμο. Τραγούδια χωρίς πραγματική κυπριακή ταυτότητα

Η νίκη της Dara με το τραγούδι "Bangaranga" στον φετινό Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision δεν είναι απλώς μια ακόμη ανατροπή στη μακρά ιστορία της Eurovision. Είναι ένα πολιτισμικό και αισθητικό αποτύπωμα πάνω στην ίδια τη φύση του θεσμού. Είναι, ταυτόχρονα, μια έμμεση αλλά ηχηρή υπενθύμιση προς χώρες όπως η Κύπρος, ότι η επιτυχία δεν οικοδομείται μόνο με τηλεοπτικά τεχνάσματα, επικοινωνιακές στρατηγικές ή κλειστές αναθέσεις πίσω από γραφεία, αλλά πρωτίστως με τραγούδια που διαθέτουν ταυτότητα, μουσική πρόταση και αυθεντικότητα. Το βουλγαρικό τραγούδι δεν υπήρξε αριστούργημα με την κλασική έννοια του όρου. Δεν διέθετε τη μελωδική δύναμη ενός τυπικού ευρωπαϊκού άσματος, ούτε την ποιητική συγκρότηση ενός έντεχνου μουσικού έργου. Ωστόσο, πέτυχε κάτι που ελάχιστες συμμετοχές καταφέρνουν σήμερα. Δημιούργησε ξεκάθαρη καλλιτεχνική προσωπικότητα. Συνδύασε ηλεκτρονική ποπ, βαλκανικά ηχοχρώματα, σκηνική ενέργεια και μια σχεδόν τελετουργική αισθητική εμπνευσμένη από τη βουλγαρική λαϊκή παράδοση των kukeri.

Η "Bangaranga" δεν κέρδισε επειδή ήταν το "καλύτερο τραγούδι" με την παραδοσιακή μουσικολογική έννοια. Κέρδισε επειδή ήταν ολοκληρωμένο οπτικοακουστικό προϊόν. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου γεννάται το βαθύτερο ερώτημα, αν δηλαδή εξακολουθεί η Eurovision να είναι διαγωνισμός τραγουδιού. Η ίδια η ονομασία "Eurovision Song Contest" προϋποθέτει ότι το τραγούδι αποτελεί τον πυρήνα της αξιολόγησης. Όμως, η πραγματικότητα των τελευταίων ετών, και ιδιαίτερα της φετινής διοργάνωσης, αποδεικνύει ότι το τραγούδι είναι πλέον μόνο ένα μέρος ενός ευρύτερου τηλεοπτικού θεάματος. Η σκηνοθεσία, οι φωτισμοί, η χορογραφία, η ψηφιακή εικόνα, η δυναμική εξάπλωσης στα κοινωνικά δίκτυα, οι πολιτικές εντυπώσεις και η γεωπολιτική φόρτιση επηρεάζουν συχνά περισσότερο από τη μελωδία ή τον στίχο.

Θέαμα

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από τις φετινές συμμετοχές θα δυσκολεύονταν να επιβιώσουν εκτός της σκηνικής τους παρουσίασης. Αν αφαιρούσε κανείς τις οθόνες LED, τα καπνογόνα, τις χορογραφίες, την ψηφιακή εικόνα και τη σκηνοθετική υπερβολή, θα απέμεναν σε αρκετές περιπτώσεις τραγούδια επαναληπτικά, φτωχά μελωδικά και συχνά χωρίς ιδιαίτερη στιχουργική ποιότητα. Ορισμένες συμμετοχές έμοιαζαν περισσότερο με τρέιλερ ψηφιακής πλατφόρμας ή με παραστατική τέχνη, παρά με μουσική σύνθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο θεσμός παρακμάζει. Σημαίνει ότι έχει αλλάξει φύση και μορφή.

Η Eurovision του 2026 δεν είναι πρωτίστως διαγωνισμός τραγουδιού. Είναι διαγωνισμός ευρωπαϊκού τηλεοπτικού θεάματος και πολιτισμικής εικόνας. Ένας ακριβέστερος τίτλος ίσως θα ήταν «Eurovision Music Performance Contest». Διότι αυτό που αξιολογείται πλέον δεν είναι μόνο το τραγούδι, αλλά η συνολική εμπειρία που δημιουργεί μια μουσική συμμετοχή στον τηλεθεατή των τριών λεπτών. Η φετινή νίκη της Βουλγαρίας το αποδεικνύει με τον πιο καθαρό τρόπο. Η επιτυχία της δεν βασίστηκε αποκλειστικά στη μουσική σύνθεση, αλλά στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης ταυτότητας. Η σκηνική αφήγηση, η χορογραφική πειθαρχία, ο δυναμισμός της μουσικής ερμηνείας και η πολιτισμική ιδιαιτερότητα δημιούργησαν ένα σύνολο που ξεχώρισε μέσα σε μια θάλασσα τυποποιημένης ευρωπαϊκής ποπ.

Η "συνταγή" της Κύπρου 

Και εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το πρόβλημα της κυπριακής συμμετοχής. Η Κύπρος, παρά κάποιες επιτυχίες που σημείωσε τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον διαγωνισμό της Eurovision με λογική κλειστού κυκλώματος. Η επιλογή συμμετοχών μέσω απευθείας αναθέσεων δημιουργεί εύλογα ερωτήματα περί διαφάνειας, αξιοκρατίας και πολιτισμικής εκπροσώπησης. Δεν είναι ζήτημα προσωπικό απέναντι σε καλλιτέχνες ή δημιουργούς. Είναι ζήτημα θεσμικής φιλοσοφίας.

Όταν ένα δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό ίδρυμα, χρηματοδοτούμενο από την κοινωνία, επιλέγει τραγούδι και εκπρόσωπο χωρίς ανοικτή και ανταγωνιστική διαδικασία, ουσιαστικά στερεί από την εγχώρια μουσική σκηνή το δικαίωμα συμμετοχής και δημιουργικής διεκδίκησης. Το αποτέλεσμα είναι συχνά προβλέψιμο. Τραγούδια σχεδιασμένα από διεθνείς ομάδες παραγωγών, με στόχο την "ευρωπαϊκή συνταγή", αλλά χωρίς πραγματική κυπριακή ταυτότητα.

Η ειρωνεία είναι ότι η Βουλγαρία, που επέστρεψε φέτος μετά από απουσία ετών, επέλεξε τη δημόσια διαδικασία επιλογής τραγουδιού. Δηλαδή εμπιστεύθηκε τον ανταγωνισμό ιδεών, την έκθεση στη δημόσια κρίση και τη συμμετοχή κοινού και επιτροπών. Και τελικά δικαιώθηκε. Αντιθέτως, η Κύπρος συχνά μοιάζει να φοβάται τη δημόσια διαδικασία, σαν να θεωρεί ότι η ανοιχτή επιλογή εμπεριέχει ρίσκο ή ερασιτεχνισμό. Όμως, η απουσία διαγωνισμού δεν εγγυάται ποιότητα. Συχνά οδηγεί σε πολιτισμική σύγχυση και σε έναν ιδιότυπο μουσικό συγκεντρωτισμό.

Αυθεντικότητα

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο διαδικαστικό. Είναι βαθύτερα πολιτισμικό. Η Κύπρος μοιάζει εγκλωβισμένη σε μιαν αντίφαση. Θέλει να διακριθεί ως ιδιαίτερη παρουσία, αλλά επιλέγει συμμετοχές που συχνά μιμούνται ξένα πρότυπα. Κυνηγά τον "ευρωπαϊκό ήχο" τη στιγμή που η ίδια η Ευρώπη φαίνεται να επιβραβεύει την πολιτισμική ιδιαιτερότητα. Η επιτυχία χωρών όπως η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Ουκρανία, η Φινλανδία και τώρα η Βουλγαρία, απέδειξε ότι το κοινό ανταποκρίνεται όταν αντιλαμβάνεται αυθεντικότητα. Ακόμη και όταν ένα τραγούδι είναι ακραίο, ιδιόμορφο ή ανορθόδοξο, κερδίζει αν διαθέτει χαρακτήρα. Αντίθετα, οι "εργοστασιακές" συμμετοχές, σχεδιασμένες αποκλειστικά για τηλεοπτική προβολή και τηλεοπτικά πλάνα, συχνά χάνονται μέσα σε επίπλαστη ομοιομορφία.

Η Κύπρος διαθέτει ένα σπάνιο μουσικό και πολιτισμικό πλεονέκτημα, που μέχρι σήμερα παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο στη σκηνή της Eurovision. Η κυπριακή μουσική παράδοση αποτελεί σημείο συνάντησης ελληνικών, ανατολικών, μεσογειακών και λαϊκών επιρροών, δημιουργώντας ένα ηχητικό αποτύπωμα που δύσκολα μπορεί να αντιγραφεί από άλλη χώρα. Από τους παραδοσιακούς δημοτικούς και λαϊκούς ρυθμούς και τα όργανα της ανατολικής Μεσογείου, μέχρι τη σύγχρονη ηλεκτρονική και άλλη δημιουργία νέων Κύπριων μουσικών, υπάρχει ένα τεράστιο πεδίο καλλιτεχνικής σύνθεσης και δημιουργίας, που θα μπορούσε να δώσει στην Κύπρο πραγματική, ξεχωριστή ταυτότητα στον διαγωνισμό.

Αντί, όμως, να αξιοποιείται αυτή η πολιτισμική ιδιαιτερότητα, οι περισσότερες κυπριακές συμμετοχές επιχειρούν να μιμηθούν διεθνείς ποπ τάσεις, ακολουθώντας ένα μοντέλο "παγκοσμιοποιημένης" μουσικής παραγωγής, χωρίς σαφή εθνικό ή καλλιτεχνικό χαρακτήρα. Το αποτέλεσμα είναι τραγούδια που συχνά μοιάζουν εναλλάξιμα με δεκάδες άλλες ευρωπαϊκές συμμετοχές. Σε μιαν εποχή όπου η Eurovision φαίνεται να επιβραβεύει όλο και περισσότερο την αυθεντικότητα, την πολιτισμική αυτοπεποίθηση και τη διαφορετικότητα, η απώλεια της κυπριακής μουσικής προσωπικότητας δεν αποτελεί απλώς αισθητικό πρόβλημα, αλλά στρατηγικό μειονέκτημα που στερεί από τη χώρα τη δυνατότητα να ξεχωρίσει πραγματικά.

Τι περιμένουμε από το ΡΙΚ

Οι εισηγήσεις για το μέλλον είναι σαφείς:

- Πρώτον, το ΡΙΚ οφείλει να θεσπίσει δημόσιο παγκύπριο διαγωνισμό με ξεκάθαρους κανονισμούς, επαγγελματικές επιτροπές και συμμετοχή κοινού. Όχι ως τηλεοπτικό πανηγύρι, αλλά ως σοβαρή πολιτιστική διαδικασία. Η διαφάνεια δημιουργεί εμπιστοσύνη και κινητοποιεί τη μουσική κοινότητα.

- Δεύτερον, η Κύπρος πρέπει να επενδύσει σε τραγούδια με πολιτισμική ταυτότητα. Αυτό δεν σημαίνει φολκλόρ ή γραφικότητα. Σημαίνει μουσική που να μεταφέρει κάτι αυθεντικά κυπριακό μέσα από σύγχρονη αισθητική.

- Τρίτον, χρειάζεται στρατηγική συνέπεια. Η συνεχής αλλαγή ύφους, αισθητικής και φιλοσοφίας δημιουργεί αποσπασματική εικόνα. Χώρες που πετυχαίνουν συστηματικά έχουν διαμορφώσει αναγνωρίσιμο καλλιτεχνικό αποτύπωμα.

- Τέταρτον, η Eurovision δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως μέσο βαθμολογικής επιτυχίας ή ψηφιακής προβολής. Είναι ευκαιρία πολιτιστικής διπλωματίας. Κάθε συμμετοχή είναι δημόσια εικόνα της χώρας προς εκατομμύρια θεατές.

- Πέμπτον, ίσως η Κύπρος πρέπει να αποδεχθεί μιαν απλή αλλά κρίσιμη αλήθεια, ότι δηλαδή στη σύγχρονη Eurovision δεν αρκεί να ακολουθείς τις τάσεις. Πρέπει να δημιουργείς λόγο ύπαρξης πάνω στη σκηνή.

Συμπερασματικά, η φετινή συμμετοχή της Βουλγαρίας δεν κέρδισε επειδή ήταν τέλεια. Κέρδισε επειδή, μέσα σε μια διοργάνωση υπερβολικής αίσθησης, έπεισε ότι είχε προσωπικότητα. Και τελικά, ακόμη και σε έναν διαγωνισμό που ίσως να μην είναι πια αμιγώς "διαγωνισμός τραγουδιού", η πολιτιστική προσωπικότητα παραμένει να είναι η σημαντικότερη και ισχυρότερη μορφή καλλιτεχνικής δύναμης.

 

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα