Οι ταραχές του Οκτώβρη του 1931, όσο αυθόρμητες και αν ήταν, σηματοδότησαν μια σοβαρή στροφή στη διαχείριση του νησιού. Έδωσαν το πρόσχημα για μιαν αυστηρή, κατασταλτική πολιτική, που θεσπίστηκε στη συνέχεια από το Υπουργείο Αποικιών και την κυβέρνηση της Κύπρου, με βασικό στόχο την καταστολή του κινήματος της Ένωσης. Τα επόμενα χρόνια θα θεσπίζονταν μια σειρά αυταρχικών νόμων για τη διασφάλιση της τάξης και της ασφάλειας και τη μετατροπή της Κύπρου σε πιστή αποικία του Βρετανικού Στέμματος. Δεδομένου ότι οι Βρετανοί πλέον το θεωρούσαν αυτονόητο ότι το νησί θα παρέμενε βρετανικό, οι κυπριακές ταυτότητες, που μέχρι τότε ήταν συνδεδεμένες και ταυτίζονταν με την Ελλάδα ή την Τουρκία, έπρεπε να μεταμορφωθούν ριζικά.
Η αστυνόμευση και ο αυταρχισμός, και ταυτόχρονα η στενή επαφή του αποικιακού μηχανισμού με τον κόσμο, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, ήταν μέρος της συστηματικής προσπάθειας συναίνεσης ενός τμήματος του πληθυσμού. Η κατάργηση εκλογικών διαδικασιών συνοδεύτηκε με την ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων και διορισμό χωριτικών και δημοτικών Αρχών. Ένα αριθμός παραγόντων της δημόσιας ζωής, προερχόμενοι από την ιθύνουσα αστική τάξη, συμβιβάστηκαν με την ανάγκη συνεργασίας με το καθεστώς και, αποδεχόμενοι την υλοποίηση της πολιτικής του, δέχτηκαν τους διορισμούς στα δημόσια αξιώματα. Σημαντικά ανταλλάγματα δόθηκαν στους συνεργάτες των αποικιοκρατών: παράσημα, ισχύ στις προσλήψεις εκπαιδευτικών, τεράστιες εξουσίες στους μουχτάρηδες. Με αυτό τον τρόπο, το καθεστώς απέκτησε σημαντική υποστήριξη στις πόλεις από διορισμένους, εμπόρους, εκκλησιαστικούς και μοναστηριακούς παράγοντες. Σε περιοδεία του αν. κυβερνήτη Χέρμπερτ Χίτον Χένικερ, τελευταία βδομάδα του Αυγούστου 1932, διαπίστωσε αλλαγή κλίματος ιδιαίτερα στους κόλπους της ιθύνουσας οικονομικής και πολιτικής τάξης των Ελλήνων. Ο Ράππας υποστηρίζει ότι οι στόχοι των μέτρων που θεσπίστηκαν από το αποικιακό καθεστώς, ιδιαίτερα από τον κυβερνήτη Πάλμερ, τη δεκαετία του 1930, πήγαιναν πολύ μακριά: η αποικιακή διοίκηση δεν επιδίωκε τίποτα λιγότερο από το να μετατρέψει τους Κυπρίους σε Βρετανούς υπηκόους, με την πλήρη έννοια του όρου. Μάλιστα, οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν χαρακτηρίστηκαν ως μια μορφή κοινωνικής μηχανικής.
Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση
Ένας βασικός πυλώνας της πολιτικής των αποικιοκρατών ήταν η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Ο υπουργός Αποικιών Chamberlain, δήλωσε ότι, δεδομένου ότι τα σχολεία στην Κύπρο ήταν στο παρελθόν πλήρως συνδεδεμένα με το κίνημα της Ένωσης με την Ελλάδα, και ότι αποτελούσαν μέσο προπαγάνδας, το Υπουργείο Αποικιών έδωσε ομόφωνα την έγκρισή του για μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση ακολουθώντας τη συμβουλή του προέδρου της Συμβουλευτικής Επιτροπής για την Εκπαίδευση στις Αποικίες, Arthur Mayhew. Στόχος των μεταρρυθμίσεων να σπάσουν οι ιδεολογικοί και θεσμικοί δεσμοί που συνέδεαν τους Κυπρίους είτε με την Ελλάδα είτε με την Τουρκία, να εισαχθεί η «αγγλική ατμόσφαιρα» στα σχολεία και να καλλιεργηθεί ένα αίσθημα κυπριακής ταυτότητας.
Η μεταρρύθμιση άρχισε το 1933 στη δημοτική εκπαίδευση, με νόμο που καθιστούσε τον κυβερνήτη «την κεντρική αρχή για όλα τα θέματα που αφορούσαν την πρωτοβάθμια εκπαίδευση στην αποικία». Αυτό σήμαινε ότι η κυβέρνηση είχε την εξουσία να αποφασίζει για τον διορισμό, την προαγωγή ή την απόλυση των εκπαιδευτικών, την επιλογή των σχολικών βιβλίων και το πρόγραμμα σπουδών που θα ακολουθούνταν. Καταργήθηκαν τα δίδακτρα στα δημοτικά και η διάκριση δεν ήταν πλέον μεταξύ ελληνικών και τουρκικών σχολείων, αλλά μουσουλμανικών και χριστιανικών. Η έμφαση ήταν στη θρησκεία και όχι στην εθνοτική καταγωγή κάθε κοινότητας
Τον Σεπτέμβρη του 1935 πέρασε ο νόμος και για τη Μέση Εκπαίδευση: Κανένας δεν θα διοριζόταν στη Μέση Εκπαίδευση χωρίς να ικανοποιήσει τα κριτήρια του διευθυντή Παιδείας, όσοι εργοδοτούνταν έπρεπε να είναι Βρετανοί υπήκοοι (αποκλείοντας όσους ήρθαν από Ελλάδα και Τουρκία), η κυβέρνηση είχε το δικαίωμα να επιθεωρεί τα σχολεία και ο διευθυντής Παιδείας είχε το δικαίωμα να ελέγχει το αναλυτικό πρόγραμμα και να απαγορεύει τη χρήση βιβλίων.
Όμως οι Βρετανοί αναγνώριζαν τους περιορισμούς αυτής της προσπάθειας: τα προγράμματα σπουδών έπρεπε να είναι προσανατολισμένα σε Ελλάδα και Τουρκία αφού εκεί πρόσβλεπαν για τριτοβάθμια εκπαίδευση οι μαθητές. Ταυτόχρονα, οι καθηγητές ήταν απόφοιτοι των πανεπιστημίων αυτών των χωρών. Γι’ αυτό οι αποικιοκράτες δεν παρενέβησαν στο πρόγραμμα σπουδών των σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης, και επιτράπηκε να συνεχίσουν να λειτουργούν ως είχαν. Αυτό περιόρισε την αποτελεσματικότητα της μεταρρύθμισης.
Το νέο αποικιακό πλαίσιο
Μέσα στις πιο πάνω συνθήκες της δεκαετίας του 1930, πρέπει κάποιος να καταλάβει τη δημιουργία της κυβερνητικής Αγγλικής Σχολής. Από τη μια έχουμε το μνημόνιο του κυβερνήτη Σταμπς προς το Υπουργείο Αποικιών (16 Οκτωβρίου 1933). Στο μνημόνιό του εκφράζεται με τους πιο υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς για τους Ελληνοκυπρίους, δηλώνοντας ότι δεν υπάρχει ανάμεσά τους μια τάξη στις υπηρεσίες της οποίας θα μπορούσε να υπολογίζει. Κάνει διάκριση μεταξύ των «αξιοσέβαστων» ή «Κυπρίων ανώτερης τάξης», σε αντίθεση με τους ιδιοτελείς «δημαγωγούς». Επαναφέρεται και επισημοποιείται η αναπαράσταση των Κυπρίων ως «Ανατολιτών»/«Ασιατών», η οποία, με τη σειρά της, χρησίμευε μόνο για να ενισχύσει την υποτιθέμενη πολιτική ανικανότητά τους. «Επομένως, το πρώτο μας καθήκον είναι κατά τη γνώμη μου να εκθρέψουμε μια τέτοια τάξη (to breed such a class) καθώς προσπαθούμε να αναθρέψουμε καλούς ηγέτες για τον λαό και πρέπει ταυτόχρονα να λάβουμε τα αναγκαία μέτρα για να συντρίψουμε τους κακούς . Αυτοί είναι δύο ειδών: οι κομμουνιστές και η Εκκλησία». Άρα, πέρα από την τοπική συναίνεση και συνεργασία, που αναφέρθηκε πιο πάνω, πέραν της ικανοποίησης της ιθύνουσας οικονομικής/πολιτικής τάξης των Ε/Κ, χρειαζόταν και κάτι άλλο για να πετύχουν τους στόχους τους.
Η εκπαίδευση ήταν ένας βασικός μοχλός, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η «ναυαρχίδα της πολιτικής» προσπάθειας για δημιουργία μιας νέας αγγλόφιλης ελίτ. Όμως, όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος ο Mayhew, οι μεταρρυθμίσεις που έφεραν στη Μέση Εκπαίδευση θα είχαν περιορισμένη εμβέλεια «διότι οι Κύπριοι δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά να αποκοπούν από την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη». Γι’ αυτό δεν παρενέβησαν στα αναλυτικά προγράμματα.
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο Mayhem υποστήριξε ότι η υπάρχουσα Σχολή Νιούχαμ θα μπορούσε «να διατηρηθεί και να ενισχυθεί στις γραμμές που έχουν εγκριθεί» για να εκπληρώσει τους σκοπούς/στόχους των Βρετανών. Ήδη οι Βρετανοί ήταν διατεθειμένοι, αν και με μεγάλη απροθυμία, να απομακρυνθούν από την παραδοσιακή τους τσιγκουνιά έναντι των μεσογειακών αποικιών τους και να δαπανήσουν πραγματικά χρήματα για την Κύπρο, δείχνοντας τη δέσμευσή τους να παραμείνουν στο νησί.
Ο ίδιος ο κυβερνήτης Πάλμερ υποστήριξε την ανάγκη για τη δημιουργία κυβερνητικής σχολής Μέσης Εκπαίδευσης, που θα διοικείται με βάση τις νέες αρχές που υποστήριζαν οι Βρετανοί και με δηλωμένο στόχο να προετοιμάζει υποψηφίους για τη Δημόσια Υπηρεσία και για ανώτερες σπουδές .
Σε προηγούμενο άρθρο (ΠΟΛΙΤΗΣ 14-6-1926), εξηγήθηκε ότι η Σχολή Νιούχαμ αντιμετώπιζε από καιρό σημαντικά οικονομικά και ακαδημαϊκά προβλήματα και η οποία είχε περάσει κάτω από τη διαχείριση κηδεμόνων/Trust. Ήδη από τις αρχές του 1934 ο κυβερνήτης, ως πρόεδρος των κηδεμόνων/Trust βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με τον ανώτερο διοικητή Στρατού στην Αίγυπτο για την πώληση στο Υπουργείο Πολέμου των κτηρίων της σχολής παρά τον Πεδιαίο.
Σε συνεδρία των διαχειριστών/κηδεμόνων/Trustees (26-6-1935), o αναπληρωτής κυβερνήτης δήλωσε ότι η κυβέρνηση είχε την πρόθεση να ιδρύσει δευτεροβάθμια σχολή και πρότεινε να αναλάβει τη διαχείριση της Σχολής Νιούχαμ και να την αναβαθμίσει. Εξήγησε τη νέα πολιτική της κυβέρνησης για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και τον ρόλο της νέας κυβερνητικής σχολής σ’ αυτή τη νέα προσέγγιση. Στην ίδια συνεδρία ο Νιούχαμ ζήτησε όπως τα λεφτά από την πώληση των εγκαταστάσεων της σχολής στον Πεδιαίο, από το Υπουργείο Άμυνας, παραχωρηθούν στην κυβέρνηση για την ανέγερση της νέας σχολής. Στη συνεδρία λήφθηκε η απόφαση όλη η περιουσία του καταπιστεύματος/Trust να παραχωρηθεί στην κυβέρνηση και η νέα σχολή να διοικείται από τριμελές διαχειριστικό συμβούλιο με πρόεδρο τον διευθυντή Εκπαίδευσης .
Στις 4 Δεκεμβρίου 1935, με τη σύμφωνο γνώμη του υπουργού Αποικιών η Αγγλική Σχολή τέθηκε κάτω από την αιγίδα της κυβέρνησης. Οι Βρετανοί αποικιοκράτες δεν πήραν τη Σχολή του Νιούχαμ επειδή παράπαιε και την έκαναν κυβερνητική για να τη διασώσουν. Για πολλούς λόγους η Σχολή Νιούχαμ δεν είχε μέλλον, αλλά οι Βρετανοί ήθελαν να δημιουργήσουν μια νέα σχολή στα πλαίσια της νέας πολιτικής τους. Είναι πολύ δύσκολο να υποστηρίξει κάποιος ότι η νέα ΑΣ ήταν απλά μια συνέχεια της υπάρχουσας σχολής με διαφορετική ιδιοκτησία. Ήταν μια άλλη διαφορετική σχολή: στη διοίκηση, στους καθηγητές, στις εγκαταστάσεις, στη φιλοσοφία και πάνω απ’ όλα στο όραμα. Η ΑΣ έγινε ένας αποικιακός θεσμός. Αυτό σίγουρα δεν συνάδει με το επίσημο αφήγημα της σχολής. Όμως είναι αυτήν τη νέα ΑΣ που κληρονομήσαμε μετά το 1960 και αυτό εξηγεί τα ψηλά ακαδημαϊκά επίπεδα που είχε. Αυτά τα διαφορετικά χαρακτηριστικά της νέας ΑΣ θα τα αναλύσουμε στο επόμενο άρθρο.
*Απόφοιτου εκπαιδευτικού και πρώην υποδιευθυντή της Αγγλικής Σχολής






