Η νέα έλευση και οι επαφές την ερχόμενη εβδομάδα της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Μαρία Άνχελα Ολγκίν, μπορεί να αποτελέσουν ένα βήμα για να συντηρηθούν εκ νέου προσδοκίες για επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών στο Κυπριακό και την επανέναρξη μιας διαδικασίας με στόχο τη διαμόρφωση ενός πλαισίου διαπραγμάτευσης.
Οι δηλώσεις των δύο ηγετών, του Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Τουφάν Έρχιουρμαν, δείχνουν ότι υπάρχει τουλάχιστον η διάθεση να διερευνηθούν νέες δυνατότητες διαλόγου.
Δεν πρέπει, βεβαίως, να καλλιεργούνται υπερβολικές προσδοκίες. Το επίπεδο των διαφορών και προσεγγίσεων των πλευρών θα διαφανεί τις επόμενες ημέρες στις διαπραγματεύσεις, με όποια φόρμα και αν αυτές πραγματοποιηθούν. Η γενική και αντικειμενική οπτική είναι πως η συνέχιση της ακινησίας δεν αποτελεί επιλογή. Ο χρόνος εδραιώνει μια οικτρή πραγματικότητα επί του εδάφους, δηλαδή τη διαίρεση, αλλά και απομακρύνει την προοπτική μιας κοινά αποδεκτής διευθέτησης.
Η σημασία της παρούσας συγκυρίας έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ εξακολουθεί να επενδύει πολιτικό κεφάλαιο στην προσπάθεια επανέναρξης των συνομιλιών. Παράλληλα, οι συζητήσεις για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και οι θετικές ενδείξεις σε επιμέρους ζητήματα μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός καλύτερου κλίματος μεταξύ των δύο κοινοτήτων.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εδώ και αρκετό μιλούσε για έναν σοβαρό κύκλο συνομιλιών οι οποίες θα έχουν ως στόχο την προσέγγιση των πλευρών σε μια σειρά θεμάτων.
Από την άλλη, ο Τουφάν Έρχιουρμαν μίλησε προσφάτως για ένα πιθανό «θερμό καλοκαίρι» στο Κυπριακό. Η έκφραση αυτή δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως προάγγελος άμεσων εξελίξεων αλλά ως ένδειξη ότι αναμένεται αυξημένη διπλωματική κινητικότητα. Το ζητούμενο όμως δεν είναι η κινητικότητα από μόνη της αλλά η μετατροπή της σε ουσιαστική πρόοδο.
Η Κύπρος χρειάζεται μια νέα δυναμική, βασισμένη στον ρεαλισμό, τη συνέπεια και την πολιτική βούληση. Αν οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων αξιοποιήσουν την ευκαιρία που διαμορφώνεται, ίσως το προσεχές διάστημα αποτελέσει την αρχή μιας πιο σοβαρής και παραγωγικής διαπραγμάτευσης. Αν όχι, το αδιέξοδο θα συνεχίσει να βαραίνει το μέλλον του τόπου.







