Οι τελευταίες δηλώσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας για το Κυπριακό, αφήνουν να διαφανεί ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια σοβαρή διπλωματική κινητικότητα. Η προσωπική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Μαρία Άνχελα Ολγκίν, πραγματοποιεί έναν νέο κύκλο επαφών, ενώ ο ίδιος ο Πρόεδρος μιλά για μια πιθανή διευρυμένη διάσκεψη, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανακοίνωση επανέναρξης των συνομιλιών από το σημείο όπου διακόπηκαν.
Πρόκειται αναμφίβολα για μια θετική εξέλιξη. Μετά από χρόνια στασιμότητας, το γεγονός ότι ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ εμπλέκεται προσωπικά, ότι πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τον Τούρκο Πρόεδρο και ότι διεξάγονται συζητήσεις «επί της ουσίας», όπως αναφέρει η κυβέρνηση, δημιουργεί προσδοκίες.
Υπάρχει, όμως, ένα κρίσιμο ερώτημα που παραμένει αναπάντητο.
Ακόμη κι αν ο Αντόνιο Γκουτέρες ετοιμάζει μια νέα πρωτοβουλία ή ένα πλαίσιο που θα επιτρέψει την επανεκκίνηση της διαδικασίας, ποιος προετοιμάζει την κυπριακή κοινωνία για το ενδεχόμενο αυτό;
Τα τελευταία χρόνια η δημόσια συζήτηση για το Κυπριακό έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Δεν διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος για τις συγκλίσεις που έχουν επιτευχθεί, για τα σημεία διαφωνίας, για το περιεχόμενο μιας πιθανής λύσης ή για τις επιλογές που βρίσκονται ενώπιόν μας. Η πολιτική ηγεσία μιλά για διαδικασίες, συναντήσεις, χρονοδιαγράμματα και διπλωματικές επαφές, αλλά αποφεύγει να μιλήσει ανοιχτά στους πολίτες για την ουσία.
Αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο κενό. Διότι καμία διαπραγμάτευση δεν μπορεί να επιτύχει εάν η κοινωνία παραμένει αμέτοχη, απληροφόρητη ή καχύποπτη. Η εμπειρία του παρελθόντος έδειξε ότι οι διεθνείς πρωτοβουλίες δεν κρίνονται μόνο στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων αλλά και στην αποδοχή που βρίσκουν στην κοινή γνώμη.
Εάν, λοιπόν, πράγματι βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα προσπάθεια του Γενικού Γραμματέα, τότε η μεγαλύτερη πρόκληση ίσως να μην είναι η Άγκυρα, η Αθήνα ή οι Βρυξέλλες. Ίσως να είναι η ίδια η κυπριακή κοινωνία, η οποία εδώ και χρόνια δεν έχει κληθεί να συμμετάσχει σε μιαν ειλικρινή συζήτηση για το μέλλον του τόπου.
Διότι οι πρωτοβουλίες των Ηνωμένων Εθνών μπορούν να δημιουργήσουν ευκαιρίες. Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν την πολιτική προετοιμασία ενός λαού που, αργά ή γρήγορα, θα κληθεί να αποφασίσει για τη δική του τύχη.







