Πριν από δύο εβδομάδες, με αφορμή τη γυναικοκτονία στη Δράμα, όπου αστυνομικός σκότωσε τη σύζυγό του με μαχαιριές, γράφαμε πως δεν αρκεί να σοκαριζόμαστε κάθε φορά που μια γυναίκα δολοφονείται από τον σύζυγο, τον σύντροφο ή τον πρώην σύντροφό της. Γράφαμε πως έχει σημασία να ονομάζουμε σωστά τη βία. Να μην τη βαφτίζουμε «οικογενειακή τραγωδία», «έγκλημα πάθους» ή «κακιά στιγμή».
Δύο εβδομάδες μετά, δεν υπάρχει πια χώρος ούτε για ευγένειες ούτε για μισόλογα. Την περασμένη Τρίτη, στη Λεμεσό, αστυνομικός πυροβόλησε τη σύζυγό του με το υπηρεσιακό του όπλο και στη συνέχεια αυτοκτόνησε. Η γυναίκα νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση. Αυτόπτης μάρτυρας ανέφερε πως είδε έναν άντρα να κρατά μια γυναίκα από τον λαιμό και, όταν του είπε να την αφήσει, εκείνος απάντησε «Φύε, εν η γυναίκα μου». Λίγες ημέρες νωρίτερα, στον Στρόβολο, άντρας επιτέθηκε στη σύζυγό του και την πεθερά του και τράπηκε σε φυγή. Η σύζυγός του ήταν αναγνωρισμένο θύμα ενδοοικογενειακής βίας και είχε στο κινητό της εγκατεστημένο το panic button. Δεν πρόλαβε να το πατήσει.
Αυτές οι δύο υποθέσεις δεν ζητούν άλλη μία ανακοίνωση αποτροπιασμού. Δεν ζητούν άλλα «ως εδώ». Δεν ζητούν άλλα δάκρυα μετά. Ζητούν πολιτική απόφαση, σχέδιο και επιμονή. Ζητούν να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τη βία κατά των γυναικών ως κάτι που μας ξαφνιάζει κάθε φορά από την αρχή.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι κάνουμε όταν μια γυναίκα φτάσει στο σημείο να ζητήσει βοήθεια. Είναι τι κάνουμε πολύ νωρίτερα. Πριν την καταγγελία. Πριν εγκατασταθεί το panic button. Πριν χρειαστoύν περιοριστικά μέτρα. Πριν ο σύζυγος, ο σύντροφος, ο πρώην, σκεφτεί ότι έχει δικαίωμα να σηκώσει χέρι, να πιάσει όπλο, να κρατήσει μια γυναίκα από τον λαιμό, να πει «εν η γυναίκα μου» και να τη δολοφονήσει.
Γιατί εκεί βρίσκεται το πρόβλημα. Σε αυτή τη φράση. Δεν είναι απλώς μια κουβέντα της στιγμής. Είναι ολόκληρη κουλτούρα. Είναι η αντίληψη ότι η γυναίκα είναι προέκταση του άντρα. Ότι η σχέση δίνει δικαίωμα. Ότι ο γάμος σημαίνει κατοχή. Ότι ο χωρισμός είναι προσβολή. Ότι το «όχι» μιας γυναίκας σηκώνει την τιμωρία της.
Αν θέλουμε πραγματικά πρόληψη, πρέπει να τολμήσουμε να πάμε εκεί όπου ξεκινά το κακό. Όχι στο τελευταίο στάδιο της βίας, αλλά στη ρίζα της. Στο πώς μεγαλώνουν τα αγόρια και τα κορίτσια. Στο σχολείο. Στο τι μαθαίνουν για την αγάπη, τη συναίνεση, τον θυμό, την απόρριψη, τα όρια. Στο αν μαθαίνουν ότι η ζήλια δεν είναι απόδειξη ενδιαφέροντος, ότι ο έλεγχος δεν είναι φροντίδα, ότι η αρρενωπότητα δεν μετριέται με φωνές, απειλές και επιβολή. Αυτό δεν μπορεί να μένει σε μια διάλεξη τον χρόνο, σε μια αφίσα στον τοίχο ή σε μια καμπάνια. Χρειάζεται εκπαίδευση με συνέχεια. Χρειάζεται να ξεριζωθεί το στερεότυπο του «μάτσο» άντρα που θεωρεί τη γυναίκα κτήμα του.
Χρειάζονται και προγράμματα για θύτες και δυνητικούς θύτες. Όχι ως δικαιολογία. Όχι για να μοιράσουμε την ευθύνη. Αλλά ως εργαλείο προστασίας των θυμάτων. Ένας άντρας που νιώθει ότι χάνει τον έλεγχο πρέπει να ξέρει πού μπορεί να αποταθεί πριν γίνει επικίνδυνος. Πρέπει να υπάρχουν δομές εύκολα προσβάσιμες. Όχι κρυμμένες σε φυλλάδια, όχι αποσπασματικές από ΜΚΟ, άγνωστες στο ευρύ κοινό.
Η αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία» είναι αναγκαία. Αλλά δεν φτάνει. Δεν αρκεί να βρούμε τη σωστή λέξη για τη γυναίκα που χάθηκε ή κινδύνευσε να χαθεί. Πρέπει να σταλεί καθαρά το μήνυμα στον άντρα που νομίζει ότι έχει δικαιώματα πάνω της ότι:
1. H σύντροφός σου δεν είναι κτήμα σου
2. Η σύζυγός σου δεν σου ανήκει
3. Η πρώην σου δεν σου χρωστά υπακοή
4. Καμία γυναίκα δεν οφείλει να φοβάται επειδή ένας άντρας δεν έμαθε να ακούει το «όχι»







