H αντίδραση του ΔΗΣΥ στη δημοσιοποίηση της ανακοίνωσης όσον αφορά το πόρισμα για το «Κράτος Μαφία» ήταν αν μη τι άλλο επιβεβαιωτική μιας πορείας. Έδειξε πόσο μεγαλύτεροι θεωρούν ότι είναι κάποιοι από τη σκιά τους. Αλλά και πόσο ίδιοι είναι με αυτούς που μισούν. Αυτούς που κάποια χρόνια πριν κατηγορούσαν ότι δεν αποδέχονται τα πορίσματα. Ο ΔΗΣΥ «πείστηκε» από τις απαντήσεις Αναστασιάδη, διερωτήθηκε γιατί να απουσιάζει ο τέως Πρόεδρος από τα συλλογικά όργανα του κόμματος, θυμήθηκε για μια ακόμα φορά το Μαρί, αφαίρεσε από το δημοκρατικό τόξο το ΑΚΕΛ. Με την Αννίτα να εξαίρει τη διακυβέρνηση Αναστασιάδη για τα τεράστια επιτεύγματά της, επιλέγοντας να αγνοήσει ότι η μεγαλύτερη «παρακαταθήκη» εκείνης της δεκαετίας ήταν -σύμφωνα με την ανακοίνωση της Αρχής κατά της Διαφθοράς- η άλωση των θεσμών και η θεσμική διαφθορά. Μέσα σε όλα αυτά, ζήτησε γενικά και αόριστα διερεύνηση των όσων αναφέρονται στο πόρισμα. Χωρίς να αγγίζει τον τέως ακόμα και για τα πιο προφανή.
Όλο το προηγούμενο διάστημα η ηγεσία του ΔΗΣΥ έδειξε να αντιμετωπίζει τεράστια δυσκολία να διαχειριστεί τη συγκεκριμένη δεκαετία. Ο τρόπος που επέλεξε να πολιτευτεί έφερε το κόμμα να ακροβατεί μεταξύ ενός επιχειρούμενου rebranding, από τη μια, και της απροθυμίας της να συγκρουστεί με το παρελθόν, από την άλλη. Έδειξε να μην αντιλαμβάνεται ότι ο εκσυγχρονισμός, τον οποίο επικαλείτο, δεν μπορούσε να επέλθει χωρίς τη ρήξη με όσα μετέτρεψαν τη χώρα σ’ ένα failed state. Αφήνοντας τη σκιά Αναστασιάδη να αιωρείται συνεχώς πάνω από το κόμμα. Πότε με συναντήσεις που πολλές φορές την έφερναν σε άβολη θέση (όπως η επιλογή της να συναντήσει τον Νίκο Αναστασιάδη τη μέρα που το Ευρωκοινοβούλιο έβαζε για μια ακόμα φορά την Κύπρο στο σκαμνί για τις αποκαλύψεις του Cyprus Confidential, με σαφείς αναφορές στον τέως Πρόεδρο), πότε δίνοντάς του βήμα για να δώσει το στίγμα του σε σημαντικές αποφάσεις και πότε μετατρέποντάς τον σε πρωταγωνιστή του νέου ΔΗΣΥ (όπως όταν τον έβαζε στην πρώτη γραμμή του προεκλογικού). Πάντοτε με την απροθυμία της να αποστασιοποιηθεί ουσιαστικά από μια δεκαετία που απαξίωσε στον μέγιστο βαθμό το πολιτικό σύστημα, κυρίως, όμως, από τον άνθρωπο που ηγήθηκε εκείνης της πορείας. Ακόμα και μετά το πόρισμα, το οποίο καταγράφει με επίσημο τρόπο και με λεπτομέρεια τα όρια της ασυδοσίας και διαφθοράς της τότε διακυβέρνησης, η Αννίτα αισθάνθηκε την ανάγκη να υπερασπιστεί εκείνη τη διακυβέρνηση. Να επιτεθεί σε όσους επέκριναν τη διακυβέρνηση Αναστασιάδη στη βάση των συμπερασμάτων ενός πορίσματος, πλέον, και να θριαμβολογήσει για τα κατορθώματά της. Δημιουργώντας εικόνα ταύτισης, σχεδόν, με τη δεκαετία Αναστασιάδη. Και μετατρέποντας τον νέο ΔΗΣΥ σε απόλυτη συνέχεια του παλιού.
Όπως έδειξε και η ανακοίνωση για το πόρισμα, η συγκεκριμένη δεκαετία συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς για όλους τους λάθος λόγους. Όχι τόσο διότι, όσο περνά ο καιρός, επιβεβαιώνεται πόσο σκανδαλώδης υπήρξε. Όσο επειδή, κάθε λίγο, ένα καινούργιο γεγονός έρχεται να επιβεβαιώσει πως δεν είναι μια παρένθεση που απλά θα κλείσει. Συνεχίζει, με τα σκάνδαλά της, να μονοπωλεί τον δημόσιο διάλογο. Και εξελίσσεται, τρία και πλέον χρόνια μετά, σε τομή για το πολιτικό μας σύστημα και την κοινωνία: Μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ της ηθικής και του πολιτικού αμοραλισμού. Των όσων θέλουμε να αφήσουμε πίσω και του «νέου» που υπόσχεται η Αννίτα.
Ο ΔΗΣΥ υπήρξε κεντρικό κομμάτι εκείνης της διακυβέρνησης και, ως τέτοιο, θα ήταν αδύνατο να διαχωρίσει εντελώς εαυτόν από τη δεκαετία Αναστασιάδη. Κανείς, όμως, δεν θα μπορούσε πειστικά να χρεώσει στη νέα ηγεσία τα πεπραγμένα της διακυβέρνησης, αν Ευθύμιος Δίπλαρος, Χάρης Γεωργιάδης και Φωτεινή Τσιρίδου δεν έσπευδαν να υπερασπιστούν τον άνθρωπο που ηγήθηκε της περιόδου εκείνης. Ή αν η Αννίτα αποστασιοποιείτο από μια δεκαετία κατά την οποία θριάμβευσε η διαπλοκή, η αλαζονεία της εξουσίας και η απόλυτη ασυδοσία. Είναι, λοιπόν, άξιο απορίας γιατί επιμένει να ταυτίζει το κόμμα με τον άνθρωπο που αποτελεί τον απόλυτο εκφραστή ενός συστήματος που η κοινωνία ταύτισε με την απόλυτη διαφθορά. Γιατί επιμένει να παρουσιάζει την τότε διακυβέρνηση ως ένα σημαντικό κεφάλαιο για το κόμμα, ενώ είναι ξεκάθαρο ότι αποτελεί τεράστιο βαρίδι. Όταν μάλιστα είναι πλέον προφανές ότι ο Αναστασιάδης υπηρετεί συμφέροντα ξένα από αυτά του κόμματος, όπως έδειξαν οι μετεκλογικές τοποθετήσεις του. Πώς θα πείσει ότι επιθυμεί λύση του Κυπριακού, όταν ποτέ δεν εξέφρασε την οποιαδήποτε διαφωνία με τη διαχείριση που έγινε στο Κραν Μοντανά και την πρόταξη των δύο κρατών; Πώς θα πείσει ότι θα πάει απέναντι από τη διαφθορά όταν δεν βρήκε μια λέξη να πει για τα όσα αναφέρονται στην ανακοίνωση για το πόρισμα; Και πώς θα πείσει ότι, όντως, θα κινηθεί προς το νέο όταν σε κανένα σημείο δεν διαχώρισε τη θέση της από το ό,τι πιο παλιό;
Είναι γι’ αυτό που, πέραν της ικανότητάς της να προτάξει ένα ξεκάθαρο πολιτικό αφήγημα, την πορεία του ΔΗΣΥ και της ίδιας της Αννίτας προς τις Προεδρικές θα την καθορίσει στο τέλος της ημέρας o τρόπος που θα χειριστεί η ηγεσία το πρόσφατο κομματικό παρελθόν και κυρίως τον τέως Πρόεδρο. Διότι, όποιο αφήγημα κι αν προτάξει, όση χρυσόσκονη νέου και ατσαλάκωτου κι αν ρίξει, δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι πειστική εάν πρώτα δεν έρθει σε ρήξη με όσα δεδομένα στέκουν στον δρόμο του νέου. Είναι ξεκάθαρο ότι η απόσταση από τον Νίκο Αναστασιάδη θα διαμορφώσει το πολιτικό της προφίλ. Το πιο πιθανόν είναι ότι θα καθορίσει και το πολιτικό της μέλλον.






