«Τόπος μας και οι άνθρωποί του». Με αυτή τη φράση η Άννα Τσέλεπου μελετήτρια της παράδοσης, αναδεικνύει μια ξεχωριστή και σχεδόν ξεχασμένη ιστορία του Μηλικουρίου, την παράδοση της καλλιέργειας της Δαμασκηνής τριανταφυλλιάς και της παραγωγής ροδοστάγματος και ροδέλαιου.
Στο μικρό ορεινό χωριό, η Rosa damascena δεν αποτελούσε απλώς ένα φυτό του τόπου. Οι τριανταφυλλιές αναφέρει, φυτεύονταν στις άκρες των αμπελιών, ως φυσικά σύνορα των χωραφιών, συμβάλλοντας στη συγκράτηση του εδάφους.
Παράλληλα, οι κάτοικοι αξιοποιούσαν τα άνθη τους για την παραγωγή ενός πολύτιμου προϊόντος, που μπορούσε να προσφέρει ένα επιπλέον εισόδημα στις οικογένειές τους. Όπως σημειώνει η Άννα Τσέλεπου από την άνοιξη του 1917 η παραγωγή αυτού του «μυρωδάτου» αγαθού γίνεται ιδιαίτερα αισθητή.
Το ροδόσταγμα και το ροδέλαιο αποτελούσαν πρώτη ύλη για τη μυροποιία και έδωσαν στο Μηλικούρι τη δυνατότητα να γίνει γνωστό για την παραγωγή του. Το 1919 εγκαταστάθηκε στο χωριό το πρώτο «σύγχρονο», για την εποχή, αποστακτήριο, ενώ το 1930 προστέθηκε δεύτερος αποστακτήρας και δημιουργήθηκε «εταιρεία εκμετάλλευσης των τριανταφύλλων». Η καλλιέργεια πήρε ακόμη μεγαλύτερη έκταση το 1940, όταν παραχωρήθηκε στο χωριό μεγάλη έκταση κυβερνητικού δάσους.
Η παραγωγή των Δαμασκηνών τριαντάφυλλων συνέχισε , έγινε συστηματικότερη και το περίφημο ροδόσταγμα και ροδέλαιο άρχισαν να ταξιδεύουν παντού. Οι κάτοικοι του Μηλικουρίου έγιναν γνωστοί για το προϊόν τους.
Το 1963 ιδρύθηκε η «Συνεργατική Εταιρεία Τριανταφυλλοπαραγωγών», με εντυπωσιακές επιδόσεις. Για λίγα ακόμη χρόνια, η παράδοση αυτή συνέβαλε ώστε τα χωριά να κρατούν τους ανθρώπους τους στον τόπο τους, δίνοντάς τους εργασία και εισόδημα. Όμως ο χρόνος έφερε την υποχώρηση της καλλιέργειας και της παραγωγής.
Η δραστηριότητα σταμάτησε και ο τόπος άρχισε σταδιακά να ερημώνει. Σήμερα, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει η Άννα Τσέλεπου οι μόνιμοι κάτοικοι του Μηλικουρίου είναι «όσοι τα δάκτυλα των δύο χεριών».
Οι αγριοτριανταφυλλιές, όμως, δεν έφυγαν. Εδώ κι εκεί εξακολουθούν να ανθίζουν, σαν ζωντανά απομεινάρια μιας εποχής που κάποτε έδινε ζωή και εισόδημα στο χωριό. Η μαρτυρία της κ.Τσέλεπου δεν είναι μόνο μια αναφορά σε ένα παλιό προϊόν. Είναι μια υπενθύμιση για τον πλούτο που υπήρχε στον τόπο και για τις παραδόσεις που χάθηκαν μέσα στον χρόνο.
Και μαζί με τις τριανταφυλλιές έμειναν και οι λέξεις Λαμπίκος, Αθθόνερον και Ροδόσταμμαν. Και ίσως, μαζί με τις λέξεις, να παραμένει ακόμη ζωντανή η ελπίδα πως κάποτε το άρωμα των τριαντάφυλλων θα ξαναγυρίσει στο Μηλικούρι , καταλήγει η κ.Τσέλεπου.






