Το δυστύχημα στο Κάβο Γκρέκο δεν μπορεί να κλείσει με μια γενική αναφορά στην κακοκαιρία και στις δύσκολες συνθήκες που επικρατούσαν στη θάλασσα. Αντίθετα, αναδεικνύει ένα σοβαρό ερώτημα για το κράτος: ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη να πει εγκαίρως ότι οι συνθήκες είναι επικίνδυνες και ότι ο απόπλους μικρών σκαφών πρέπει να περιοριστεί ή ακόμη και να απαγορευτεί;
Για ένα νησιωτικό κράτος όπως η Κύπρος, όπου η θάλασσα αποτελεί χώρο μετακίνησης, τουρισμού, αναψυχής και επαγγελματικής δραστηριότητας, δεν αρκούν οι γενικές προειδοποιήσεις για καταιγίδες και ισχυρούς ανέμους. Η Πολιτεία οφείλει να διαθέτει έναν αυτόματο και δεσμευτικό μηχανισμό που να μετατρέπει μια σοβαρή μετεωρολογική προειδοποίηση σε συγκεκριμένα μέτρα για τη ναυσιπλοΐα.
Το κρίσιμο πρόβλημα είναι ότι η ευθύνη φαίνεται να διαχέεται. Η Μετεωρολογική Υπηρεσία προειδοποιεί, οι αρμόδιες υπηρεσίες ενημερώνουν, οι ιδιοκτήτες και οι χειριστές καλούνται να κρίνουν τις συνθήκες και, τελικά, όταν κάτι πάει στραβά, όλοι αναζητούν εκ των υστέρων ποιος έπρεπε να είχε κάνει τι.
Αυτό δεν είναι σύστημα πρόληψης. Η Κύπρος χρειάζεται σαφές «πρωτόκολλο θαλάσσιας κακοκαιρίας», με προκαθορισμένα όρια ανέμου, κυματισμού, ορατότητας και έντασης καταιγίδων. Όταν αυτά ξεπερνιούνται, πρέπει να ενεργοποιούνται αυτόματα περιορισμοί ή απαγορεύσεις απόπλου για ταχύπλοα, μικρά ιδιωτικά σκάφη, σκάφη αναψυχής και ενοικιαζόμενα πλωτά μέσα.
Και οι αποφάσεις αυτές πρέπει να είναι δεσμευτικές. Όχι συστάσεις που μπορεί κάποιος να αγνοήσει.
Οι μαρίνες, τα αλιευτικά καταφύγια και οι εταιρείες ενοικίασης σκαφών πρέπει να υποχρεούνται να εφαρμόζουν τις απαγορεύσεις, να καταγράφουν τους απόπλους και να ενημερώνουν άμεσα τους χρήστες. Παράλληλα, απαιτούνται αυστηρές κυρώσεις όταν μια επιχείρηση ή ένας χειριστής αγνοεί επίσημη απαγόρευση.
Το κράτος πρέπει, επίσης, να αποφασίσει ποια υπηρεσία έχει τον τελευταίο λόγο. Δεν μπορεί σε ώρα κινδύνου η αρμοδιότητα να χάνεται ανάμεσα σε υπηρεσίες, ανακοινώσεις και δελτία καιρού.
Η θάλασσα δεν είναι χώρος χωρίς κανόνες. Και η ασφάλεια δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από την προσωπική κρίση του κάθε χειριστή.
Όταν η Πολιτεία γνωρίζει ότι έρχεται κίνδυνος, έχει υποχρέωση όχι μόνο να προειδοποιεί, αλλά και να παρεμβαίνει. Διαφορετικά, η πρόληψη παραμένει απλώς μια λέξη που χρησιμοποιείται μετά το δυστύχημα.






