Διάβασα την ανακοίνωση του Κέντρου Γλωσσών του Πανεπιστημίου Κύπρου για την Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών. Παρόντες το British Council, Institut Français, Goethe-Institut, Aula Cervantes, Ινστιτούτο Κομφούκιος, Σύλλογος Διγλωσσίας Κύπρου, Σχολείο Ελληνικής Γλώσσας.
Έψαξα για την Τουρκική. Δεν περιμένω πως από μια γιορτή γλωσσών δεν θα λείπει καμία γλώσσα. Αυτό θα ήταν προφανώς αδύνατον. Όμως, η εκδήλωση γίνεται στην Κύπρο. Και η τουρκική δεν είναι απλώς μία ακόμη από τις γλώσσες που γιορτάζει η Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών. Στην Κύπρο είναι μία από τις δύο επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν τη βρήκα. Μπορεί, βέβαια, να υπάρχει κάτι στο πρόγραμμα που δεν φαίνεται στην ανακοίνωση. Μα ακόμη κι έτσι, η απουσία της από την παρουσίαση της εκδήλωσης με τσίγκλησε.
Γιατί ο σκοπός της Ευρωπαϊκής Ημέρας Γλωσσών, όπως τον περιγράφουν οι ίδιοι οι διοργανωτές, είναι να αναδείξει τη γλωσσική και πολιτισμική ποικιλομορφία και να προωθήσει την πολυγλωσσία ως «γέφυρα επικοινωνίας, συνεργασίας και κατανόησης μεταξύ των λαών». Γέφυρα!
Αναρωτιέμαι: ποια γέφυρα έχουμε περισσότερο ανάγκη σ’ αυτόν τον τόπο; Στην Κύπρο μεγαλώνουμε θεωρώντας αυτονόητο ότι τα παιδιά μας πρέπει να μάθουν Αγγλικά. Πολύ σωστά. Και Γαλλικά, Γερμανικά, Ισπανικά. Χαιρόμαστε όταν μπορούν να επικοινωνήσουν με ανθρώπους που ζουν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Πόσα όμως Ελληνοκυπριόπουλα μπορούν να πουν δυο κουβέντες στα Τουρκικά; Και πόσα Τουρκοκυπριόπουλα στα Ελληνικά;
Το ερώτημα δεν αφορά μόνο δύο επίσημες γλώσσες. Αφορά κάτι βαθύτερο. Σ’ αυτό το μικρό νησί δεν συνυπήρξαν απλώς ελληνόφωνοι και τουρκόφωνοι άνθρωποι. Συνυπήρξαν για αιώνες δύο κοινότητες και μαζί τους δύο κυπριακές γλωσσικές ποικιλίες.
Ευτυχώς, οι γλώσσες μας δεν περίμεναν εμάς για να γνωριστούν. Εμείς πήραμε το τουρκικό yaramaz και το κάναμε «γιαραμάς». Εκείνοι πήραν το δικό μας «γέρημο» και τον έκαναν yerimo. Λέξεις πέρασαν από τη μια κοινότητα στην άλλη πολύ πριν εμείς υψώσουμε ανάμεσά μας οδοφράγματα. Μα ύστερα χωριστήκαμε. Και μαζί με τους δρόμους, τα χωριά, τις γειτονιές και τις ζωές μας, χωρίστηκαν και οι γλώσσες μας. Μιλάμε για επανένωση. Για συμβίωση. Για οικοδόμηση εμπιστοσύνης. Για την ανάγκη να γνωρίσουμε τον άλλο. Πώς γνωρίζεις όμως τον άλλο όταν η γλώσσα του παραμένει για σένα ένας εντελώς ξένος ήχος;
Δεν ισχυρίζομαι βέβαια ότι αν μάθουμε μερικές τουρκικές ή ελληνικές λέξεις θα λύσουμε το Κυπριακό. Μα ίσως πρέπει κάποτε να αναρωτηθούμε τι εννοούμε όταν μιλάμε για επαναπροσέγγιση. Αν τη θέλουμε μόνο στις διακηρύξεις, στις επιτροπές και στις οργανωμένες εκδηλώσεις ή αν θέλουμε να δημιουργήσουμε, σιγά-σιγά, και ένα πραγματικό ενδιαφέρον για τον άνθρωπο που βρίσκεται στην άλλη πλευρά. Και η γλώσσα είναι ένας θαυμάσιος τρόπος να αρχίσεις.
Να ξέρεις πώς λέει καλημέρα. Πώς ευχαριστεί. Πώς αποκαλεί τη μάνα του. Πώς λέει ψωμί, νερό, σπίτι, θάλασσα. Και ίσως κάποια στιγμή να ανακαλύψεις ότι μερικές από τις λέξεις που θεωρούσες απολύτως δικές σου τις λέει κι εκείνος. Κι ύστερα να θελήσεις να μάθεις τη γλώσσα του. Για να μπορείς να τον καταλάβεις. Για να μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του.
Γι’ αυτό η ανακοίνωση για την Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών μού άφησε πικρή γεύση. Αν πράγματι πιστεύουμε ότι η πολυγλωσσία μπορεί να γίνει γέφυρα «επικοινωνίας, συνεργασίας και κατανόησης», δεν θα πρέπει να αρχίσουμε από τη γλώσσα που βρίσκεται πιο κοντά μας και, παραδόξως, μας είναι πιο ξένη; Το Πανεπιστήμιο Κύπρου διδάσκει Τουρκικά. Διαθέτει Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών. Το ίδιο το Κέντρο Γλωσσών που διοργανώνει τη γιορτή προσφέρει μαθήματα τουρκικής γλώσσας. Κι όμως, στη γιορτή της πολυγλωσσίας, η μία από τις δύο επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν φαίνεται πουθενά. Μα διδάσκετε Τουρκικά στο Πανεπιστήμιό σας! Τα γέρημα τζαι τα σκοτεινά!
Ιδού η ειρωνεία: Οι λέξεις, βλέπετε, κατάφεραν εδώ και αιώνες να κάνουν αυτό που εμείς ακόμη παλεύουμε να καταφέρουμε: να περάσουν στην άλλη πλευρά. Τελικά, αν σε μια γιορτή αφιερωμένη στις γλώσσες δεν μπορούμε να βρούμε χώρο για τη γλώσσα του άλλου, τότε… εν ούλλα γιαραμάς!






